Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Βαλερί Μασαντιάν: "Το να βρίσκεσαι στην πρωτοπορία σημαίνει πολλή μοναξιά"



Η Νανά, το πολυβραβευμένο μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο της Γαλλίδας φωτογράφου αρμενικής καταγωγής Βαλερί Μασαντιάν προβάλλεται, επιτέλους, και στην Ελλάδα στις 23 Οκτωβρίου, στα πλαίσια του 7ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, το οποίο διεξάγεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Η ταινία διαγωνίζεται στην ενότητα «Αφηγηματικά + Όχι». Σε ενιαίο πρόγραμμα προβάλλεται και το φετινό πειραματικό μικρού μήκους φιλμ της Βαλερί Μασαντιάν Αμέρικα. Ηρωίδα της ασυνήθιστης Νανάς είναι η εκπληκτική τετράχρονη Kelyna Lecomte, η οποία «υποδύεται» το χαρακτήρα μιας παιδούλας που καλείται να τα βγάλει πέρα μόνη της, όταν η μητέρα της την εγκαταλείπει στο δάσος. Ενόψει της προβολής, κουβεντιάσαμε με την σκηνοθέτρια, η οποία αποδείχτηκε και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλήτρια!



Γιατί επιλέξατε να σκηνοθετήσετε την Νανά από την οπτική γωνία ενός παιδιού;


Γιατί ήθελα να προσπαθήσω να κάνω μία ταινία για την παιδική ηλικία. Για εκείνη την πολύ σύντομη περίοδο, όταν τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να επικοινωνήσουν, δεν είναι, όμως, ακόμη πολιτισμένα ή κοινωνικές υπάρξεις. Για την ελευθερία που κουβαλά, την ξεροκεφαλιά, τη δύναμη της θέλησης, το φαντασιακό που ένα παιδί έχει, τη σχέση με τον κόσμο…


Πρόκειται για μία ιστορία χειραφέτησης και ανακάλυψης του εαυτού, λοιπόν;


Εσείς θα μου πείτε! Για μένα είναι, κυρίως, μια ταινία για την αντίσταση, για την προσαρμοστικότητα.




Η ερμηνεία της μικρής Kelyna Lecomte είναι στ’ αλήθεια εκπληκτική. Πώς την εντοπίσατε και πόσο εύκολη υπήρξε η συνεργασία μαζί της; Ακολουθήθηκε το σενάριο αυστηρά, ή υπήρχε χώρος και για αυτοσχεδιασμό;


Δεν μπορείς να μιλήσεις για ερμηνεία ή αυτοσχεδιασμό, όταν αναφέρεσαι στην Kelyna. Δεν υπήρχε σενάριο, μόνο η ιδέα για ένα παιδί που μένει σ’ αυτόν τον κόσμο, στη φύση, εγκαταλελειμμένο από ένα σημείο και μετά. Το μόνο σενάριο βρισκόταν σε αυτό που έψαχνα, πώς μπορούσα να «χαθώ», ώστε, τελικά, να αγγίξω κάτι από την ουσία εκείνης της ηλικίας σε ένα παιδί. Ποτέ δεν της είπα να πει ή να κάνει κάτι. Δεν είχα την «ιστορία» της ταινίας. Την έψαχνα και όντως τη βρήκα στη μονταζιέρα. Το πιο καθοδηγητικό που της είπα ήταν να μπει στο σπίτι, να ανοίξει το παράθυρο και να ανάψει φωτιά.


Πέρασα πολλούς μήνες με την Kelyna. Κι εκείνη κι εγώ έπρεπε να μάθουμε η μία την άλλη, να έχουμε εμπιστοσύνη μεταξύ μας, να χτίσουμε έναν δεσμό που κανένας και τίποτα δε θα μπορούσε να «μολύνει». Κάτι σαν αγάπη, υποθέτω. Ήξερα, λοιπόν, τον ρυθμό της, ήξερα ότι δεν μπορούσε να περπατήσει ίσια, ήξερα πόσο ξεροκέφαλη ήταν, το ήξερα και το χρειαζόμουν και το αγαπούσα ότι ποτέ δε θα υπάκουε και πάντα θα αντιστεκόταν. Έτσι δουλέψαμε. Ήξερα ότι, αν της έλεγα κάτι του τύπου «Νομίζεις ότι θα μπορούσες να φέρεις εκείνο το κρεβάτι μέσα στο σπίτι και να το στρώσεις;», θα με κοίταζε προκλητικά και θα έλεγε «ναι» και θα το έκανε. Ήξερα ότι θα της έπαιρνε 20 λεπτά κι αυτό ήθελα να φιλμάρω. Όταν την κινηματογραφούσα να το κάνει, δεν κινηματογραφούσα ένα παιδί να στρώνει ένα κρεβάτι. Κινηματογραφούσα μία μικρή ανθρώπινη ύπαρξη να κατακτά τον κόσμο. Τουλάχιστον αυτό σήμαινε για μένα και για κάποιους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο, όταν ντυνόταν για πρώτη φορά στη ζωή της. Είπε ότι δεν ήξερε πώς, της ζήτησα να προσπαθήσει…


Κάνοντας, λοιπόν, μια ταινία με την Kelyna ήταν να ζεις. Δεν είχαμε ωράριο, ή όποια άλλη αηδία. Ο ήλιος αποφάσιζε πού θα κάνουμε γυρίσματα. Ο μόνος που αυτοσχεδίαζε από την αρχή μέχρι το τέλος ήμουν εγώ, όχι εκείνη. Για την Kelyna, το να κάνεις μια ταινία είναι να περνάς τον χρόνο σου με την Βαλερί, να κοιτάς πράγματα, να περπατάς στο δάσος…


Είχατε προηγούμενη εμπειρία με παιδιά σε οποιοδήποτε επίπεδο;


Οι μικροί άνθρωποι και τα ζώα είναι οι υπάρξεις, με τις οποίες τα πάω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Δεν  υπάρχει λόγος να κάνεις χαζομάρες μαζί τους. Επίσης, είχα παιδί όταν ήμουν πολύ νέα και πάντοτε τα θεωρούσα αυτόνομες υπάρξεις, όχι το αντικείμενό μου ή το αντικείμενό μας. Η δυτική αντίληψη του παιδιού «μου» μου φαίνεται πολύ παράξενη, γιατί, αν παρατηρήσεις προσεκτικά, υπονοεί ένα ορισμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στον άνθρωπο. 



Το υπόβαθρό σας ως φωτογράφου αντανακλάται στο καδράρισμα και στους φωτισμούς της ταινίας. Πώς αποφασίσατε να μετακινηθείτε από τη φωτογραφία στη σκηνοθεσία;


Γιατί συνειδητοποίησα μέσω αγαπημένων μου προσώπων ότι η μοναξιά της φωτογραφίας μπορεί να εφαρμοστεί και στον κινηματογράφο. Αυτό που εννοώ είναι ότι η φωτογραφία είσαι εσύ, η κάμερά σου, το στομάχι σου, ο ερπετώδης εγκέφαλός σου και τα πόδια σου. Τώρα με λίγο εξοπλισμό μπορείς να κάνεις το ίδιο και στις ταινίες. Δε χρειάζεσαι βοηθούς βοηθών να σε βοηθήσουν σε κάτι για το οποίο δεν χρειάζεσαι βοήθεια. Το ίδιο ισχύει και με το φωτισμό. Η φωτογραφία είναι ένα «παγωμένο» δευτερόλεπτο, μπορείς μέσα σε εκείνο το κομμάτι του δευτερολέπτου να εντοπίσεις συναισθήματα, φόβο, χαρά, εγκατάλειψη. Και, ναι, αυτό σχετίζεται με σένα και το άτομο που φωτογραφίζεις. Αλλά στην ταινία, η σάρκα της ζωής έχει μέσω του χρόνου και της κίνησης έναν παλμό που η φωτογραφία δεν μπορεί να έχει. Αν μετέφερα, επίσης, ένα πράγμα από τη φωτογραφία στον κινηματογράφο, είναι το γεγονός πως, όταν κάποιος κοιτάζει μία φωτογραφία, κοιτάζει, δεν το σκέφτεται εκ των προτέρων, κοιτάζουν και αισθάνονται, αναζητούν, θέτουν ερωτήματα, σκέφτονται. Μια φωτογραφία δεν είναι ένα επεξηγημένο, υπογραμμισμένο, υποτιτλισμένο αντικείμενο, αφήνει μια ελευθερία σε αυτόν που κοιτάζει, κι αυτό για μένα είναι σημαντικό. Μεγάλο μέρος του κινηματογράφου το σέβεται ακόμη αυτό. Δυστυχώς δεν είναι αυτό που η «βιομηχανία» υπερασπίζεται.



Χωρίς να χαλάσουμε την απόλαυση των θεατών, σε τι αφορά η πρόσφατη μικρού μήκους ταινία σας Αμέρικα;


Στ’ αλήθεια μισώ το να εξηγώ. Αν μου άρεσε, θα έγραφα βιβλία. Δεν το κάνω, φτιάχνω ταινίες. Όταν η «Νανά» κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α., το NorthWest Film Forum μου πρότεινε να συμμετάσχω σε ένα πρόγραμμα με τίτλο «One Shot». Βασικά σου πρόσφεραν μία μέρα γυρισμάτων, μία κάμερα και ένα ρολό φιλμ- έτσι για τα 35 χιλιοστά είναι 11 λεπτά, που δεν μπορείς να μοντάρεις. Αυτό ήταν το παιχνίδι. Για κάποιους είναι ένα παραμύθι, για άλλους πολιτικό φυλλάδιο. Και τα δύο μου κάνουν.



Είστε μία από τις συνιδρύτριες της κινηματογραφικής εταιρείας «Gaijin». Ποια αναγκαιότητα γέννησε την εταιρεία και ποιοι είναι οι στόχοι σας;


Όταν αναζητούσα πόρους για την «Νανά», είχα γράψει ένα εικοσασέλιδο σενάριο και μάζεψα χρήματα για μια μικρού μήκους ταινία. Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να κάνω μία ταινία μικρού μήκους, αλλά αυτό δεν το ήξερε κανένας. Είναι που ποτέ δε θα καθόμουν να γράψω 90 σελίδες ανοησιών για το τι θα έλεγε ή έκανε ένα παιδί, τη στιγμή που γνώριζα ότι ήθελα να δουλέψω με ένα τετράχρονο και πως ποτέ δεν επρόκειτο να την κάνω τη μαϊμού ή το παιχνιδάκι μου. Στη Γαλλία, όταν βρίσκεις χρήματα για μία ταινία μικρού μήκους, έρχεσαι αντιμέτωπος με παραγωγούς που σου τηλεφωνούν, γιατί έτσι είναι το σύστημα, για να σου πουν ότι δε νοιάζονται πραγματικά για την ταινία, αλλά, αν όντως είναι οι παραγωγοί, βρίσκουν αυτομάτως πόρους για την εταιρεία τους. Τηλεφώνησαν, λοιπόν… Και δεν απάντησα. Ήξερα ότι δεν έχω καμία σχέση με αυτόν τον τρόπο σκέψης, ότι θα μπορούσα να κάνω μία προσπάθεια, αλλά θα κατέληγε άσχημα. Δεν είμαι ευγενικός άνθρωπος.


Έχω δουλέψει σε μεγάλου μήκους ταινίες άλλων ανθρώπων και συνάντησα μία κοπέλα, πολύ διαφορετική από μένα, αλλά πραγματικά έξυπνη, και αρέσαμε η μία στην άλλη, ή, περισσότερο, σεβόμαστε η μία την άλλη. Εργαζόταν, και εξακολουθεί να εργάζεται, σε μια «κανονική» εταιρεία. Της είπα, λοιπόν, ότι σκεφτόμουν να δημιουργήσω μια δική μου εταιρεία και τη ρώτησα αν ήθελε να συμμετάσχει. Διαμορφώσαμε τους κανόνες, ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που μια «φυσιολογική παραγωγή» κάνει. Έπρεπε να οικοδομηθεί στην εμπιστοσύνη- την πραγματική, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Και μέχρι τώρα λειτουργεί άψογα. Η «Gaijin» είναι, βλέπεις, εργαλείο, όχι επιχείρηση. Ίσως εκεί έγκειται όλη η διαφορά. Έτσι, προς το παρόν, κάνουμε παραγωγή κυρίως στις ταινίες μου, αλλά, αν συναντήσουμε ανθρώπους που δεν είναι κακομαθημένοι, αλλά υπεύθυνα άτομα που δουλεύουν και χρειάζονται μία δομή, είναι ευπρόσδεκτοι να μας τηλεφωνήσουν.



Και οι δύο ταινίες σας πρόκειται να προβληθούν στα πλαίσια του 7ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας. Θεωρείτε τον εαυτό αβάν-γκαρντ δημιουργό και, αν ναι, τι σημαίνει αυτό εν έτει 2013;


Κατά πρώτον, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ είναι εκπληκτικό και αναγκαίο και το αντιλαμβάνομαι ως μία πράξη αντίστασης, όχι μόνο στο κινηματογραφικό πεδίο, αλλά και για τη διανοητική υγεία. Συγχαρητήρια σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που, δυστυχώς, δε θα συναντήσω, λοιπόν. Αβάν-γκαρντ… Δεν ξέρω… Ας κοιτάξω τον ορισμό στο λεξικό: «ο όρος αβάν-γκαρντ αναφέρεται στην επέκταση των ορίων του τι θεωρείται νόρμα ή στάτους κβο, κυρίως στον τομέα του πολιτισμού». Νομίζω ότι κι άλλοι άνθρωποι δούλεψαν όπως εγώ. Πολλοί. Είναι απλώς που το «σύστημα»  αρνείται να το δει, να το ακούσει, να το σεβαστεί. Έτσι, ναι, ενώπιον αυτού του «συστήματος», θα μπορούσες να το ονομάσεις πρωτοπορία. Ενώπιον, όμως, της σημερινής πραγματικότητας, θα το ονόμαζα απλώς σαφές και πραγματιστικό! Έτσι, υποθέτω ότι το να βρίσκεσαι στην πρωτοπορία σήμερα ή στο παρελθόν πάντοτε σήμαινε το ίδιο πράγμα: να δουλεύεις 5 φορές περισσότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους, να νιώθεις πολλή μοναξιά, να αρνείσαι να χρησιμοποιήσεις τη δουλειά για να αποπλανήσεις τον οποιονδήποτε και να ζορίζεσαι να πληρώσεις το νοίκι σου. Κι αν είσαι τυχερός, να αρπάζεσαι από αυτό και να έχεις έναν όγκο δουλειάς, τον οποίο κάποια στιγμή οι άνθρωποι δε θα μπορούν παρά να αναγνωρίσουν- τότε κι ο σπιτονοικοκύρης σου θα είναι ευτυχισμένος!



Περισσότερες πληροφορίες για τις ταινίες της Βαλερί Μασαντιάν μπορείτε να βρείτε στο site http://www.gaijin.fr/GAIJIN/HOME.html  .



Οι ταινίες της Βαλερί Μασαντιάν Αμέρικα και Νανά προβάλλονται στις 23 Οκτωβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-36), στην Αίθουσα Α, 22:00, στα πλαίσια του 7ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.


Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο  http://www.3pointmagazine.gr/ .






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου