Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Michaël Dudok de Wit: «Μου αρέσει η απλότητα που είναι δυνατή και διεισδυτική»


Με αξιοθαύμαστη απλότητα και τρυφερότητα, ο Ολλανδός σκηνοθέτης ταινιών animation Michaël Dudok de Wit καταπιάνεται στο, εικαστικά λεπταίσθητο, μεγάλου μήκους ντεμπούτο του μυθοπλασίας Η Κόκκινη Χελώνα με τον κύκλο της ζωής. Αντλώντας επιρροές από την ιαπωνική και την αρχαιοελληνική κουλτούρα, αφηγείται την ιστορία ενός ναυαγού σε ένα ερημονήσι και της συνάντησής του με όλα τα ζωντανά πλάσματα που κατοικούν σ’ αυτό- και γύρω από αυτό. Έχοντας αποσπάσει το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ των Καννών, και 2 βραβεία στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, ανάμεσά τους και κοινού, η ταινία προβάλλεται από τις 22 Δεκεμβρίου στις αίθουσες. Με αυτή την αφορμή, είχαμε μια απολαυστική κουβέντα με τον πνευματώδη σκηνοθέτη.

Ασχολείσαι με τη δημιουργία ταινιών animation επί πολλά χρόνια. Τι σε έφερε σ’ αυτό το χώρο;

Σπούδασα animation στη Μεγάλη Βρετανία, ολοκλήρωσα τις σπουδές μου το 1978, και αμέσως ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου στο χώρο των διαφημιστικών. Κάνοντας διαφημιστικά και εργαζόμενος πάνω σε απαιτητικά εγχειρήματα με επαγγελματίες, έμαθα τη δουλειά μου. Στην αρχή, ήμουν ευτυχής που τα γύριζα, αλλά μετά έγινα ανήσυχος και ήθελα να σκηνοθετήσω ταινίες μικρού μήκους.

Εκτός από τη βιοποριστική της διάσταση, πόση δημιουργικότητα εμπεριέχει η διαδικασία δημιουργίας ενός διαφημιστικού;

Η δεκαετία του ’80 στη Μεγάλη Βρετανία και στο Λονδίνο, συγκεκριμένα, ήταν πολύ δημιουργική και σχετικά διακριτική, παρόλο που η βασική ιδέα ενός διαφημιστικού είναι επιθετική, να πουλήσει ένα προϊόν. Συνολικά, αισθανόμουν ικανοποίηση κάνοντάς τα. Εξάλλου, έπρεπε να ζήσω, και με τις ταινίες αυτό δε γίνεται. Μολονότι κάποια από τα διαφημιστικά μου δεν είναι όμορφα, υπάρχει πάντοτε κάτι να εξερευνήσεις σ’ αυτό το πεδίο. Έπειτα από 10 χρόνια, ωστόσο, ένιωσα την ανάγκη να δημιουργήσω τις δικές μου ιστορίες.



Το θαυμάσιο Father and daughter (2000) ήταν η πρώτη;

Μεταξύ άλλων, είχα κάνει το Monk and the fish. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, αν και η ταινία έχει ποιητικό τέλος, κάτι που δεν αρέσει σε όλους, το κοινό εκτίμησε το φιλμ και έλαβε πολλά βραβεία. Αυτό με έπεισε να συνεχίσω. Ακόμα λαβαίνω e-mails με σχόλια για το Father and daughter, όπου οι αποστολείς τους μου μιλάνε κυρίως για το πώς συνδέεται με τα δικά τους βιώματα.

Και η Κόκκινη Χελώνα χαρακτηρίζεται από αυτό το ποιητικό και λυρικό, αλλά όχι γλυκανάλατο, στοιχείο. Θίγει, εξάλλου, μεγάλα ζητήματα, φαινομενικά φιλόδοξα, όπως η ζωή, η αγάπη και ο θάνατος με μια απλότητα τόσο βαθιά, που καθίσταται πραγματικά εκπληκτική. Αυτός είναι ο τρόπος σου να κάνεις ταινίες, έτσι δεν είναι;

Σε ευχαριστώ για τα κολακευτικά σου σχόλια και νομίζω πως είσαι αρκετά ακριβής, γιατί επιδιώκω την απλότητα. Μου αρέσει η απλότητα που είναι δυνατή και διεισδυτική. Αυτή την απλότητα τη βλέπεις σε πολλούς πολιτισμούς. Προσωπικά την εντοπίζω πολύ στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Είναι μια βαθιά συνειδητοποιημένη απλότητα. Πάντοτε δουλεύω προς αυτή την κατεύθυνση, αφηγούμενος αυτό που αισθάνομαι ως ουσιώδες.



Δεν είναι, επομένως, συμπτωματικό το ότι συμπαραγωγός της ταινίας είναι το φημισμένο ιαπωνικό στούντιο Ghibli.

Καθόλου τυχαίο. Το φιλμ ξεκίνησε κυριολεκτικά με το στούντιο Ghibli με έδρα το Τόκιο, και πιο συγκεκριμένα με τον σκηνοθέτη Isao Takahata, ο οποίος υπήρξε για μένα μέντορας και πηγή έμπνευσης, καθώς και παραγωγός της συγκεκριμένης ταινίας: εν μέρει γιατί έχει τεράστια εμπειρία, εν μέρει γιατί είναι Ιάπωνας και, όπως προανέφερα, με συναρπάζει η ιαπωνική κουλτούρα, και, τέλος, επειδή είναι πολύ καλλιεργημένος. Σε πολιτιστικό επίπεδο, με ενδιέφεραν οι αντιλήψεις του για το συμβολισμό, τις μεταφορές, την αφηγηματική ροή, την αποτύπωση συναισθημάτων στο φιλμ. Ένας άλλος λόγος είναι πως το στούντιο Ghibli τρέφει βαθύ σεβασμό για τη φύση, όπως κι εγώ.

Παρακολουθώντας την ταινία σου, βιώνω αυτή αίσθηση της διασύνδεσης όλων των έμβιων όντων. Από την άλλη, αισθάνομαι επίσης ότι ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν ναυάγιο σε ένα ερημονήσι, παλεύοντας να επιβιώσει, να αναπτυχθεί και να βρει νόημα. Ήταν μέρος της ιδέας σου να δημιουργήσεις αυτή την εντύπωση στο κοινό;

Θα το έθετα διαφορετικά, αλλά νομίζω πως το περιέγραψες καλά. Ξέρεις, Γιάννη, δε θα ήθελα να ιδωθεί ως μια ταινία με μεγάλα μηνύματα, αλλά, αν ακολουθήσουν οι θεατές τη ροή της, μπορεί να αναγνωρίσουν το δικό τους σεβασμό για τη φύση. Όλοι σεβόμαστε το φως και τη σκιά, την ομορφιά του βραδιού, την ομορφιά του να νιώθεις τη θερμοκρασία στο πρόσωπό σου... όλα αυτά συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία με τη φύση, ακόμα κι αν ζούμε σε πόλεις. Κι όμως, στην αρχή ο πρωταγωνιστής συγκρούεται με τη φύση, θέλει να εγκαταλείψει το νησί, δεν το νιώθει ως σπίτι του. Σταδιακά, βρίσκεται σε αρμονία μαζί της, αισθανόμενος πως πάντα ταυτιζόταν και πάντα θα ταυτίζεται μ’ αυτή. Προτιμώ, πάντως, οι θεατές να παρασύρονται από την ιστορία, διαλέγοντας ό,τι αναγνωρίζει σ’ αυτή ο καθένας, όχι να ανακοινώνω ποιο είναι το θέμα της. Πραγματικά λατρεύω τις ταινίες, οι οποίες λειτουργούν σε περισσότερα επίπεδα, και απολαμβάνω να κάνω τέτοιες ταινίες.  



Είναι ένα φιλμ για όλα τα ηλικιακά κοινά, νομίζω. Τι αντιδράσεις έχεις αποκομίσει μέχρι στιγμής;

Έχω παραστεί σε 2 προβολές του σε γεμάτα σινεμά, κυρίως με παιδιά ηλικιών από 6 έως 12, και τους γονείς τους. Την πρώτη φορά ήμουν σε επαγρύπνηση για τις αντιδράσεις τους. Μια αστεία λεπτομέρεια ήταν πως σε κάθε κάθισμα υπήρχε ένα δώρο του χορηγού, μια χαρτοσακούλα με τσιπς, γλυκά και ένα αναψυκτικό, που κάνει θόρυβο, όταν τη μετακινείς. Μόλις τα παιδιά έκατσαν, ακουγόταν αυτός ο θόρυβος και σκέφτηκα ότι δε θα βοηθούσε. Αλλά μετά συνειδητοποίησα πως αυτός ο θόρυβος θα μου αποκάλυπτε πόσο συγκεντρωμένα ήταν στην προβολή. Κι αυτό συνέβη. Κάποιες φορές ακουγόταν, κάποιες επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Συνολικά, ήταν πολύ συγκεντρωμένα, κι αυτό με εξέπληξε- έκαναν, επίσης, ερωτήσεις στους γονείς τους.



Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας η Κόκκινη Χελώνα απέσπασε και το βραβείο κοινού. Εξεπλάγης;

Στην Αθήνα έλαβα 2 βραβεία, κι αυτό ήταν μια αληθινά ευχάριστη έκπληξη. Μπορεί να ακουστεί επιφανειακό, αλλά συγκινήθηκα ιδιαίτερα. Το κοινό μιας χώρας που είχε να αντιμετωπίσει τόσους ναυαγούς, περισσότερους από οποιαδήποτε άλλη την τελευταία διετία, με τόσους νεκρούς έξω από τις ακτές της, να παρακολουθεί μια ταινία για έναν ναυαγό, που μόλις επιβιώνει, και να τη βραβεύει... Ήταν πολύ συγκινητικό.

Πέρα από την απω-ανατολική κουλτούρα, είχες και άλλες πηγές έμπνευσης για το φιλμ;

Ως παιδί διάβαζα πολλά παραμύθια- όχι μόνο τα κλασικά, αλλά και από άλλους πολιτισμούς. Στο Γυμνάσιο μάθαινα Αρχαία Ελληνικά και για την αρχαιοελληνική μυθολογία και τους θρύλους. Η Οδύσσεια μου είχε προξενήσει τεράστια εντύπωση. Είχα, μάλιστα, σκεφτεί ότι θα ήθελα να τη γυρίσω σε ταινία! Η αρχαιοελληνική μυθολογία με διαμόρφωσε ως αφηγητή ιστοριών, όταν ήμουν έφηβος.



Πες μου για τη μέθοδο που ακολούθησες για τη δημιουργία της ταινίας.

Πρώτα έγραψα την ιστορία σε επεξεργαστή κειμένου, κάπου 40 σελίδες. Στη συνέχεια πήγα στο Τόκιο και τους είπα την ιστορία, την άκουσα, μου είπαν «σπουδαία» κι η επόμενη φάση ήταν το storyboard, όπου σκιτσάρεις, σαν να φτιάχνεις κόμικ. Είναι μια πολύ παραδοσιακή μέθοδος, γιατί, αν ξεκινήσεις να κάνεις animation αμέσως και αλλάξεις γνώμη, θα σου κοστίσει ακριβά. Φιλμάρεις το storyboard και προσθέτεις τα ειδικά εφέ. Αυτή η διαδικασία λέγεται “animatique”. Κι απαιτεί χρόνια. Εδώ δουλεύεις την αφηγηματική ροή, τις κινήσεις της κάμερας, την ένταση των συναισθημάτων- όλα τα ουσιώδη της φιλμικής γλώσσας. Νόμιζα πως θα χρειαζόμουν 2 χρόνια, αλλά χρειάστηκα 4.5.



Προς το τέλος, με βοήθησε στη συγγραφή η Γαλλίδα σκηνοθέτρια Pascale Ferran. Είχε εξαιρετική διαίσθηση και εμπειρία της φιλμικής γλώσσας. Ζωγράφισα, επίσης, μια σειρά από έγχρωμα σχέδια από διαφορετικές στιγμές του φιλμ, για να δείξω στους παραγωγούς ποιο ήταν το στιλ της ταινίας. Όταν όλα αυτά ολοκληρώθηκαν και όλοι ήμασταν ευχαριστημένοι, τότε καλέσαμε την ομάδα των σχεδιαστών κινουμένων σχεδίων και των βοηθών τους, για να κάνουμε την ταινία.

Ήταν, λοιπόν, μια συλλογική διαδικασία;

Παρακολουθώντας την τελική εκδοχή του φιλμ, συνειδητοποιείς ότι όλα έγιναν από μια ομάδα, βάσει των δικών μου, κυρίως, σχεδίων στο πλαίσιο της animatique. Υπήρξε, λοιπόν, μια συλλογική διαδικασία, παρότι, από την άλλη, ήταν ένα πολύ προσωπικό φιλμ. Από το στούντιο Ghibli μου είχαν πει πως παράγουν ταινίες για σκηνοθέτες κι ο σκηνοθέτης φέρει την απόλυτη ευθύνη γι’ αυτές, σε αντίθεση με την αμερικανική λογική, βάσει της οποίας η παραγωγός εταιρεία και το στούντιο αποφασίζουν για πολλά και έχουν την αρχική ιδέα. Εγώ, πάλι, ήθελα να έχω feedback και από το στούντιο, και από τους παραγωγούς, και από τους συνεργάτες μου. Ήθελα να είναι κομμάτι του εγχειρήματος, όχι «γρανάζια» μιας μηχανής- να αντλήσω το καλύτερο από τον καθένα και την καθεμία, χωρίς να σκοτώσω το πάθος τους για δημιουργικότητα.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την απολαυστική συνομιλία.

Η ταινία του Michaël Dudok de Wit Η Κόκκινη Χελώνα προβάλλεται στις αίθουσες από τις 22 Δεκεμβρίου σε διανομή της Seven Films.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Bogdan Mirică: «Προτιμώ να κάνω ταινίες από το να τις κατηγοριοποιώ»


Με το νευρώδες υπαρξιακό γουέστερν Όταν ξέσπασε η βία, το οποίο προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στην ενότητα Ένα κάποιο βλέμμα του φετινού Φεστιβάλ των Καννών, ο πρωτοεμφανιζόμενος Ρουμάνος σκηνοθέτης Bogdan Mirică εγγράφει σοβαρές «υποθήκες» για το μέλλον, καταφέρνοντας, ταυτόχρονα, να αντλεί από και να υπερβαίνει την παράδοση του Ρουμανικού Νέου Κύματος. Εκτυλισσόμενο στην υποχθόνια βίαιη ρουμανική εξοχή, το φιλμ αφηγείται την ιστορία του Ρόμαν, ο οποίος είναι αποφασισμένος να πουλήσει τη γη που κληρονόμησε από τον παππού του. Ο τοπικός «βαρόνος» της μαφίας, όμως, έχει διαφορετική γνώμη. Παρακολουθήσαμε το Όταν ξέσπασε η βία στο φετινό Φεστιβάλ του Σαράγεβο, όπου απέσπασε την Ειδική Μνεία της Επιτροπής. Η ταινία προβάλλεται από τις 15 Δεκεμβρίου και στους κινηματογράφους. Κουβεντιάζοντας με τον σκηνοθέτη.

Θα ήταν ακριβές, αν κάποιος περιέγραφε το ντεμπούτο σου μυθοπλασίας Όταν ξέσπασε η βία ως «υπαρξιακό γουέστερν»; Πόσο αντλείς προσωπικά από την παράδοση των γουέστερν σε επίπεδο είδους, αφηγηματικής δομής και θεμάτων;

Για μένα το είδος είναι λιγότερο σημαντικό, κατά κάποιο τρόπο. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τα μοτίβα, τα οποία συναντιούνται σε όλη την αφήγηση- είναι πιο απτά- και με αυτή την έννοια όντως συμφωνώ ότι τα γουέστερν και το Όταν ξέσπασε η βία μοιράζονται πολλά κοινά μοτίβα: το σύνορο, την αποφασιστικότητα κάποιου, τη δικαιοσύνη και άλλα. Υποθέτω πως το Όταν ξέσπασε η βία θα μπορούσε να περιγραφεί ως υπαρξιακό γουέστερν, καθώς περιστρέφεται γύρω από 3 χαρακτήρες, καθένας από τους οποίους διδάσκει μια διαφορετική φιλοσοφία. Η διαμάχη δε συντελείται ενώ κυνηγούν τον ίδιο θησαυρό ή το ίδιο κομμάτι γης, όπως συμβαίνει στα κλασικά γουέστερν, αλλά όταν οι απόψεις τους για τη ζωή συγκρούονται. 



Πόσο χρόνο χρειάστηκες, προκειμένου να ολοκληρώσεις την ταινία σου, από το αρχικό προσχέδιο μέχρι τις τελευταίες «πινελιές» στη διαδικασία του μοντάζ; Υπήρξαν αλλαγές που συντελέστηκαν καθοδόν;

Υπήρξε μια μακρά διαδικασία. Η ίδια η συγγραφή του σεναρίου κράτησε περίπου 2 χρόνια. Έπειτα, επί ένα χρόνο παρέμεινα σε «αργία», καθώς δεν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε χρήματα. Τότε κερδίσαμε στον εθνικό διαγωνισμό του CNC, και χρειάστηκαν άλλα δύο χρόνια για την πραγματοποίηση της ταινίας. Πολύ μεγάλο διάστημα, αν το καλοσκεφτείς. Προχώρησα σε σημαντικές αλλαγές στη διαδικασία του μοντάζ. Το φιλμ αρχικά διαρκούσε 3 ώρες- είχε πολύ επικό χαρακτήρα, με μεγάλες σκηνές με κασκαντέρ κ.λπ.-, αλλά τότε αποφάσισα να το κάνω πιο «τσιτωμένο» και ελλειπτικό. Δεν είμαι σίγουρος, εξάλλου, αν στις μέρες έχεις τη δυνατότητα να διαρκεί το ντεμπούτο σου 3 ώρες. Ίσως στην εκδοχή του DVD.



Υπάρχει μια υποχθόνια αίσθηση σε όλο το έρημο τοπίο και στις περισσότερες από τις πράξεις και τις επιλογές των χαρακτήρων. Έτσι βλέπεις την επαρχιακή Ρουμανία; Και πόσο σημαντική ήταν η επιλογή της τοποθεσίας;

Αναζητήσαμε τα σωστά μέρη για πολύ καιρό. Δεν μπορώ να προσδιορίσω επακριβώς ποια ήταν τα κριτήρια, αλλά, με το που βρισκόμουν στο σωστό μέρος, μπορούσα να το πω. Αληθεύει ότι υπάρχει μια γενικότερη υποχθόνια δόνηση στην ταινία, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, αυτή φιλτράρεται μέσα από τα μάτια μου ως παιδιού, όταν περνούσα μεγάλο μέρος των διακοπών μου στην εξοχή, όπου γινόμουν μάρτυρας ορισμένων επεισοδίων άγριας βίας ανάμεσα στους ντόπιους. Το ήθελα, λοιπόν, αυτό, αλλά ήθελα, επίσης, και μια συνολικότερη αίσθηση νοσταλγίας- που είναι επίσης δική μου-, μιας και εκείνος ο κόσμος, τον οποίο ήξερα, σταδιακά εξαφανίζεται.

Ορισμένες από τις πιο συγκρουσιακές σκηνές της ταινίας σου συμβαίνουν εκτός κάδρου. Γιατί επέλεξες αυτή την ελλειπτική προσέγγιση;

Αν είναι σωστά στημένες, νομίζω πως οι ελλείψεις μπορούν να είναι ακόμα πιο τρομακτικές. Επίσης, υπάρχει και το ζήτημα της δοσολογίας- δε θα μπορούσα να έχω 2 τελικές συγκρουσιακές σκηνές. Αυτό θα ήταν περιττό και πιστεύω ότι οι σκηνές θα είχαν αδυνατίσει η μία την άλλη.



Μια προσεκτικά επιλεγμένη ομάδα έμπειρων και εξαιρετικά ταλαντούχων ηθοποιών συμπληρώνει το σκηνοθετικό σου όραμα. Σε ποιο βαθμό η επιλογή αυτή συνέβαλε στο χτίσιμο του «σκελετού» της ταινίας;

Αυτό ήταν από τα πλέον σημαντικά στοιχεία. Έψαχνα ηθοποιούς με μια ορισμένη σωματικότητα- το είδος των ανθρώπων που εντοπίζεις αμέσως σε ένα γεμάτο δωμάτιο. Ήξερα ότι, όταν κάνεις μια ταινία σαν τη δικιά μου, με πολύ λίγους χαρακτήρες, καθένας από αυτούς πρέπει να περιέχει ένα μικρόκοσμο, πρέπει να καταλαμβάνει το χώρο του στην οθόνη. Μερικοί ηθοποιοί παίζουν έτσι, άλλοι είναι έτσι.



Στη συνέντευξη τύπου μετά την προβολή της ταινίας στο φετινό Φεστιβάλ του Σαράγεβο ανέφερες γελώντας πως θα ήθελες να παρακολουθήσεις ένα ρουμανικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας ή πορνό στο μέλλον. Θεωρείς ότι το λεγόμενο Ρουμανικό Νέο Κύμα ολοκλήρωσε τον κύκλο του, «φιμώνοντας» μεμονωμένες φωνές στο ρουμανικό κινηματογράφο, ή, σε κάποιο βαθμό, ταυτίζεσαι μ’ αυτό;

Όταν ξεκινά η συζήτηση για το Ρουμανικό Νέο Κύμα, πάντα πηγαίνω σε μια θέση στο βάθος και την ακούω από απόσταση. Δεν εννοώ πως δεν ταυτίζομαι μ’ αυτό, ότι είμαι εναντίον του κ.λπ.- είναι απλώς που είμαι υπερβολικά νέος στο χώρο και προτιμώ να κάνω ταινίες από το να τις κατηγοριοποιώ.

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησής μου, πόσο κοντά ή πόσο μακριά από το ντεμπούτο σου θα είναι η επόμενη «έφοδος» στη μυθοπλασία;

Αυτή τη στιγμή ασχολούμαι με τη δεύτερη περίοδο μιας γκανγκστερικής σειράς, την οποία γράφω και σκηνοθετώ για λογαριασμό του ευρωπαϊκού HBO. Αρχίζω, λοιπόν, να νιώθω όλο και πιο κοντά σ’ αυτό τον κόσμο- αλλά αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά πως η επόμενη ταινία μου θα καταπιάνεται με το ίδιο θέμα. Θα δούμε.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη, ο οποίος, εν μέσω εξαντλητικών γυρισμάτων, βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Η ταινία του Bogdan Mirică Όταν ξέσπασε η βία προβάλλεται από τις 15 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της AMA Films.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Fred Kelemen: “Every film should be an invitation to a journey”


One of the most idiosyncratic and visionary auteurs of European cinema, Fred Kelemen presented his most recent film Sarajevo Songs of Woe as a world premiere at the 32nd Warsaw Film Festival in October (Free Spirit section). Conceived as a triptych, the film tells, though barely scripted, fragmented tales of hope, despair, love and death revolving around Sarajevo, but, gradually, opening up to something wider and more universal. We sat down with Fred Kelemen in the café of the Warsaw Cinémathèque one day after the world premiere of his film. 

How much do you care about audience, in general?

I care about people, so I try to make films which are not hermetic, and I think a lot about what I transport and how. I’m therefore very aware of the communicative aspect of the whole process. However, I’m not having a certain audience in mind, but the fact that human beings are watching every film, with whom I have to communicate. I know that individuals are very different: some will relate to it, some will not, some will be more open and ready to accept unusual forms, some will encounter problems with those forms. That’s normal. Not just in art, but in life, as well. It’s a matter of different perception.

It’s always important when an artist makes a suggestion to the audience. Then the audience can decide whether to follow or not. Cinema doesn’t have to stick by the rules, every film should be an invitation to a journey to an unknown, but somehow familiar, planet.

Where does the “woe” reference in the film’s title derive from?

When I was editing the film, I had the feeling that the 3 parts of it were 3 different songs. They have a musical structure with a certain rhythm and repetition. It therefore possesses a certain musicality. Film is closer to music than to literature, in general. So, for me these 3 filmic songs, which are related to Sarajevo, but, beyond that, to us and are not comedies, but are songs of woe. Another word for woe would be “elegy”. I also like the sound of 2 “s”. “Woe” is, as well, a word appearing in the quotation at the beginning of the film.

What’s the source of this quotation?

The Tanakh of Hebrew Bible. It can be found in Kohelet, or in the Christian, so called Old Testament it has the title Ecclesiastes. It precedes the Book of Jeremiah, as well called the Book of Lamentations, which inspired the title of the film. There, Jeremiah describes the situation after the Fall of Jerusalem. There is an analogy with what took place in Sarajevo.



In what sense?

In the sense that Jerusalem was occupied by the “barbaric” people and the once proud city was completely destroyed and violated. Jeremiah wrote these songs, this particular book, lamenting about the Fall. A similar situation happened in Sarajevo. Before the war, it was a multicultural city, where people of different ethnicities and religions lived together, it was very alive. The 90s wars destroyed this diversity. I was there very often, because I was teaching at the Film Factory, so I was very much in touch with the town and its people. I could see and feel the woe of the war. For me there is a very clear relation, that’s why I chose this particular title.

Sarajevo is a very special city for you, then, I assume.

Yes and no! It serves as an example for our life, because this kind of destruction of cultural diversity can be seen everywhere nowadays. The whole world moves towards a more conservative, even reactionary, intolerant, nation-centered, anti-humanistic, even fascistic, way of thinking and acting. So, what happened in Sarajevo some decades ago, is now happening almost all over the world. What we can learn from Sarajevo is exactly how to deal with a situation like this, how necessary it is to go back to what has been destroyed during the war: not just places, but also attitudes and human relationships. My film talks about this very much, of course, and of the fragility of all what is tender and beautiful.



Although it does so in a very minimalistic way. It’s barely scripted. Music and sound, on the other hand, play an important role, as if they’re characters themselves in your films. Why is that so?

In all of my films I create these soundscapes. I make very precise collages of sounds by also recording sounds myself. I use the original sounds, as well as the additional sounds, which I record. In Sarajevo Songs of Woe there is only music in the middle part, a pure score. The music was composed by a friend of mine, the Israeli composer and musician Zoe Polanski. A good score adds something to a film and the images, it doesn’t just illustrate them.

Was your latest work shot exclusively in Sarajevo?

Yes, in 2014 and 2015.



Did you encounter any difficulties?

Not so much. The 3rd part was organized from Berlin. I asked a friend of mine living in Sarajevo to visit some locations, for example the Serb Orthodox Church, and enquire whom one should talk to, in order to get a permission for shooting. She went there, talked with the priest and he gave us permission to do the shooting. That was the most difficult. The initial idea of the film was the man standing in a corner observing the kids in the playground discovered by a slow camera movement backwards. Then I thought “who is this man?” Is he really dangerous for the kids, as the shot would suggest, what does he want there? From this filmic moment and thoughts I developed the film. I shot the 1st part in 3 days, the last in 3 and the middle one in 6 nights. The post-production took much more time, because it was done without funding and with the help of friends. I’m happy I could finish the film.

You’re also a friend and associate of Béla Tarr. Would you say that this encounter has contributed to the formation of your own cinematic approach?

Absolutely. Everybody has a path in his life. On this path you meet people, maybe in person, maybe through their work. Some of these are closer to you. The closer ones of course constitute an influence to you. They stabilize your way. Béla was one of the people, who somehow stabilized my way. When I met him, I had already done some short films and I was in a period of quest, in an effort to create on the level of film the flow that you experience in music, in my case especially in the music of Bartók. I was listening to it when I was very young, and it influenced my idea of time in film. When I watched Béla Tarr’s first film, I felt very close to his vision. Later on we became friends, although we’re different people - not twin brothers- and associates. We definitely share a certain vision of cinema.



Is there still space for this sort of visionary cinema?

I would definitely say yes. Maybe it’s a space that is difficult to find, but, in my view, it has to be created. It’s getting smaller and smaller, but the people who work in this field of film art have to defend it and make it grow again. It’s not given freely, you have to fight for it day by day. But it’s the same situation with other things. The democratic idea is shrinking, as well, you have to fight for it, too. If you fight only when you’re sure that you will win, this is no reason why you should fight. You do so, because you believe in something, you cannot give up, and, of course, face the risk of losing.

Was this project a risk?

In Sarajevo Songs of Woe, the warm heart of anarchy is beating. That’s why I like it very much. Even if the film is not shown anywhere anymore, it’s not a risk. If one lived in a world, where the head of an artist would be cut off from him because he wouldn’t create conformist or “successful” art, that would be a risk. But we’re not living in such a world yet. So there is no risk. There is just the cowardly fear of the visionless pragmatics and conformists

Fred Kelemen may be reached through his personal website at http://fredkelemen.com/

I would like to warmly thank him for our thought-provoking conversation, both on and off the record, and for the stills of the film accompanying this post.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Χάρι Μπερ: «Στην εποχή μας χρειαζόμαστε έναν καινούριο Φάσμπιντερ»


Από τους πιο στενούς συνεργάτες και φίλους του Ράινερ Βέρνερ Φάσμπιντερ, και συνάμα ηθοποιός σε πληθώρα ταινιών του, ο Χάρι Μπερ βρέθηκε στην Αθήνα στο πλαίσιο του πλούσιου αφιερώματος στον εμβληματικό Γερμανό σκηνοθέτη, προκειμένου να συζητήσει με το κοινό και να παρουσιάσει 2 από τα πιο χαρακτηριστικά φιλμ, όπου είχε συμμετάσχει: τον Έλληνα γείτονα και τους Θεούς της πανούκλας. Άνθρωπος γλυκύτατος, ευθύς και εξαιρετικά ευγενικός, μοιράστηκε μαζί μας αναμνήσεις, εμπειρίες και σκέψεις για το τότε και το σήμερα. Το αφιέρωμα στον Φάσμπιντερ συνεχίζεται μέχρι και τις 16 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και από τις 17 μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου στο Ινστιτούτο Goethe Αθήνας.

Ήταν εκρηκτικός και παθιασμένος, όπως και οι ταινίες του; Πώς θα τον περιγράφατε ως άνθρωπο, καλλιτέχνη, συνεργάτη;

Το μισώ όταν μιλάνε πολύ διανοουμενίστικα σχετικά με τον Φάσμπιντερ, αν και βεβαίως είναι αναγκαίο. Θα τον περιέγραφα ως έναν άγγελο, μια μηχανή τρένου, ένα καθίκι, μερικές φορές δικτάτορα και ένα από τα πλέον φιλικά άτομα προς τους ηθοποιούς. Δεν είχα ξαναδεί κάτι αντίστοιχο προηγουμένως. Μόνο μία ηθοποιό, την Ιρμ Χέρμαν, την ισοπέδωνε κάθε φορά. Σε όλους τους υπόλοιπους απευθυνόταν με τόσο φιλικές εκφράσεις, που καταντούσε δύσκολο να το πιστέψεις. Αν μιλήσεις με ηθοποιούς, άντρες και γυναίκες, που συνεργάστηκαν μαζί του, όλοι θα πουν «ήταν τόσο όμορφα, τόσο υπέροχα»- και υπό αυτή την έννοια ήταν ένας άγγελος. Αλλά ήταν και μια ανθρώπινη ύπαρξη, και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη κρύβει μέσα της έναν ντόκτορ Τζέκιλ και έναν κύριο Χάιντ! Και μόνο προς το τέλος της ζωής του συνειδητοποίησα πως εργαζόμουν πλάι σε μια ιδιοφυία. Δεν περίμενα ότι θα έλεγα κάτι τέτοιο τώρα. Εκείνο τον καιρό ένιωθα ένα είδος ασφάλειας συνεργαζόμενος με μια ατμομηχανή όπως εκείνος, αλλά ποτέ δεν τον είχα αντιληφθεί ως μια ιδιοφυία.

Σας βοήθησε στη σταδιοδρομία σας ως ηθοποιός, δεδομένου ότι ξεκινήσατε σχεδόν παράλληλα;

Στην αρχή ναι. Ήθελα να γίνω δάσκαλος, όχι ηθοποιός ή κάτι άλλο σχετικό με το σινεμά. Ποτέ. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό, γιατί το 1968 όλα τα πανεπιστήμια ήταν κατειλημμένα κι έτσι έπρεπε να βρω κάτι άλλο. Στη συνέχεια, ένας φίλος μου αναζητούσε ντράμερ για ένα θεατρικό και με ρώτησε «δε θα ήθελες να συμμετάσχεις;» Του απάντησα «ας το κάνουμε». Το έκανα, με πήραν κι έτσι ξέχασα την επιδίωξή μου να γίνω δάσκαλος. Με αυτό τον τρόπο ξεκίνησε το ταξίδι μου στο χώρο του σινεμά.

Τι άλλαξε και ο Φάσμπιντερ έγινε τόσο διάσημος και δημοφιλής τόσο στη Γερμανία, όσο και στο εξωτερικό;

Δεν ήταν ο πιο συμπαθητικός άνθρωπος για το κοινό. Το παρουσιαστικό του ήταν άσχημο, και τον περιτριγύριζαν τόσα σκάνδαλα, ώστε, όταν έφυγε από τη ζωή, οι πιο πολλοί είπαν «επιτέλους, αυτός ο ομοφυλόφιλος μαλάκας πέθανε». Ήταν μια εποχή, κατά την οποία οι ταινίες του δεν ήταν ευρύτερα γνωστές- ίσως κάποιοι γνώριζαν κάποιες από αυτές. Κανείς, όμως, δεν ήξερε ότι είχε γυρίσει τόσο πολλές. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που το Ίδρυμα Ράινερ Βέρνερ Φάσμπιντερ τα πήγε τόσο καλά προβαίνοντας στην αποκατάσταση κάθε ταινίας του, γεγονός το οποίο κόστισε. Εδώ και 15 χρόνια, όμως, θεωρείται ο πιο σημαντικός Γερμανός σκηνοθέτης μεταπολεμικά.

Οι συμπατριώτες του χρειάστηκαν πολύ καιρό, ωστόσο, προκειμένου να τον εκτιμήσουν.

Γερμανοί... Δεν τους αρέσουν οι ίδιοι τους οι ήρωες. Η Μαρλένε Ντίτριχ, για παράδειγμα. Για το γερμανικό κοινό αποτελούσε μια προδοτική φυσιογνωμία, επειδή είχε πολεμήσει τον Χίτλερ με τα δικά της όπλα. Τώρα θεωρείται είδωλο, κι έτσι απολαμβάνει πλέον την ησυχία της. Για μένα ήταν μια από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς, οι οποίες υπήρξαν ποτέ, αλλά ρώτα κάποιον στο δρόμο «ποιος είναι σπουδαίος ως Γερμανός;», και δε θα σου αναφέρει κάποιον καλλιτέχνη.

Ίσως πολιτικό;

Ναι, μάλλον. Τον Αντενάουερ, τον Κολ- την Μέρκελ δεν την συμπαθούν, λόγω των υπερβολικά πολλών προσφύγων.

Πώς κατάφερε η δουλειά του Φάσμπιντερ να παραμείνει τόσο επίκαιρη;

Δεν είναι όλες του οι ταινίες ισάξιες. Ανάμεσα στις 45 δουλειές του, μόνο 7-8, κατά τη γνώμη μου, ανήκουν στην ιστορία του σινεμά, οι υπόλοιπες όχι. Κι έτσι, πάντως, είναι αρκετές, και αξίζουν όσο όλες οι άλλες. Ίσως οι ταινίες του να άλλαξαν λιγάκι τη νοοτροπία των ανθρώπων. Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος.

Υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες σας λείπει ως άνθρωπος, ως φίλος, ως συνεργάτης;

Η περίοδος της συνεργασίας μας είναι η μία και μοναδική που θα θυμάμαι για πάντα. Έχει, όμως, περάσει τόσος καιρός. Είναι σαν ένα όνειρο του προηγούμενου αιώνα- για την ακρίβεια, της προηγούμενης χιλιετηρίδας.



Οι “katzelmacher” (σημ.: αναφορά στο γερμανικό τίτλο της ταινίας του Φάσμπιντερ Ο Έλληνας γείτονας, ο οποίος έχει μειωτικό χαρακτήρα) του χθες είναι οι, ως επί το πλείστον, Μουσουλμάνοι μετανάστες του σήμερα; Κι όχι τόσο στο φιλμικό πεδίο, όσο στην πραγματική ζωή.

Δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους όλων των ευρωπαϊκών χωρών, μόνο για τη Γερμανία. Ζω στο Βερολίνο. Στις μέρες μας, 1.000.000 Σύροι, Αφγανοί, Ιρακινοί βρίσκονται στη Γερμανία. Έχω δει 2 ή 3 από αυτούς, δεν ξέρω πού είναι οι υπόλοιποι. Τους βλέπω στο λεωφορείο ή στο τρένο. Είναι δύσκολη η κατάσταση, αλλά πιστεύω πως η Γερμανία θα καταφέρει να τη διαχειριστεί. Ακόμα κι αν συμβαίνουν ορισμένα τραγικά πράγματα, όπως ο βιασμός και ο φόνος μιας νεαρής Γερμανίδας από έναν Αφγανό και οι δεξιοί λένε ότι όλοι οι πρόσφυγες είναι δολοφόνοι, αυτό είναι παράλογο, γιατί και μέσα σε 1.000.000 Γερμανούς υπάρχει τουλάχιστον ένας δολοφόνος. Κατά τα άλλα, ασφαλώς και με ανησυχεί η ξενοφοβία, η οποία εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο- είναι ο Τραμπ, το Brexit, η κατάσταση στη Γαλλία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία. Θεέ μου, όχι, σε παρακαλώ. Να μην ξαναπέσουμε στο γαμημένο τον εθνικισμό! Κάτι τέτοιο δεν είναι καλό.

Κι η ηθοποιία; Είστε ακόμα ενεργός στο θέατρο, το σινεμά;

Στο θέατρο απολύτως όχι. Στο σινεμά, μερικές φορές, αλλά, όταν γερνάς, δε σε θέλουν πια.

Αυτό είναι ενοχλητικό, όσο και εξοργιστικό.

Έτσι είναι η δουλειά... Γι’ αυτό και στην εποχή μας χρειαζόμαστε έναν καινούριο Φάσμπιντερ, που θα μας διαλέξει και θα πει «μπορεί να το κάνει αυτό». Ας ελπίσουμε, λοιπόν, πως θα εμφανιστεί.



Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Μαρία Ναθαναήλ από το Γραφείο Τύπου του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνάντησης με τον Χάρι Μπερ και τον ίδιο για το χρόνο που μου διέθεσε.

Η κεντρική φωτογραφία του Χάρι Μπερ, η οποία συνοδεύει την ανάρτηση, είναι του Daniel Sonnentag, ενώ η δεύτερη, που προέρχεται από τα εγκαίνια του αφιερώματος στο Ινστιτούτο Goethe την Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου, του Βαγγέλη Πατσιαλού.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Αλεξέι Κρασόφσκι: «Στη Ρωσία αγαπάμε να ανακαλύπτουμε εχθρούς από οπουδήποτε»


Άλλη μια επιβεβαίωση της ζωτικότητας του σύγχρονου ρωσικού σινεμά- και δη του ανεξάρτητου-, το Collector του Αλεξέι Κρασόφσκι, ένα νευρώδες ψυχολογικό θρίλερ με έντονες πολιτικές, ηθικές και υπαρξιακές διαστάσεις, προβλήθηκε στο 29ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, όπου και απέσπασε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Γυρισμένο μέσα σε 8 μέρες, ως επί το πλείστον σε ένα χώρο, με έναν πρωταγωνιστή, αφηγείται μερικές ώρες από τη ζωή ενός αδίστακτου εισπράκτορα χρεών και την προσπάθειά του να ανασκευάσει μια κατηγορία που μπορεί να του στοιχίσει τη δουλειά- και τη ζωή του. Συναντήσαμε τον Αλεξέι Κρασόφσκι στην Αθήνα, την οποία επισκέφτηκε για πρώτη φορά, προκειμένου να παρουσιάσει την ταινία του.

Αν δεν κάνω λάθος, το Collector υπήρξε ανεξάρτητη παραγωγή.

Εδώ και 15-20 χρόνια ήθελα να γυρίσω ταινία μυθοπλασίας, αλλά δεν είχα τη δυνατότητα, γιατί στη Ρωσία δουλεύουμε ως υπηρέτες της κυβέρνησης. Δε μου αρέσει αυτό. Δεν έχουμε τα ίδια δικαιώματα με άλλους σκηνοθέτες και σεναριογράφους. Αυτή η ταινία ήταν η ευκαιρία να κάνω τα πράγματα με τον τρόπο μου. Αν δεν τα κατάφερνα αλλιώς, θα την υλοποιούσα μόνος μου, με τον εαυτό μου ως πρωταγωνιστή. Αυτό ήταν το σχέδιο β’ και γ’! Ήθελα να την κάνω οπωσδήποτε.

Ήταν, επομένως, κυρίως προϊόν αποφασιστικότητας;

Πιθανότατα. Ήταν ο μόνος τρόπος να πραγματοποιηθεί όπως την ήθελα. Έχω τόσες ιδέες, τόσα θέματα, με τα οποία θέλω να καταπιαστώ και να τα εξερευνήσω. Ίσως πρόκειται για παράξενη κατάσταση, αλλά είναι κάτι συνηθισμένο στη Ρωσία.

Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ με έντονες πολιτικές, ηθικές και υπαρξιακές διαστάσεις. Τι υπήρχε πίσω από την επιλογή του χαρακτήρα του εισπράκτορα χρεών; Είναι κάτι συνηθισμένο ή ένα αντικείμενο αντιπαράθεσης στη σύγχρονη Ρωσία;

Στις μέρες μας είναι μια πολύ δημοφιλής απασχόληση, γιατί στη Ρωσία αγαπάμε να ανακαλύπτουμε εχθρούς από οπουδήποτε. Δεν πιστεύουμε πως ο εχθρός μπορεί να προέρχεται από τους ίδιους μας τους εαυτούς. Έχουμε κάποια ηθικά διλήμματα σε ό,τι αφορά το καλό και το κακό, αλλά δε θέλουμε να λύσουμε, απλώς να βρούμε έναν εχθρό και να τον κατηγορήσουμε για τα πάντα. Πέρυσι ήταν η Ουκρανία, άλλοτε η Τουρκία ή οι Η.Π.Α., τώρα είναι οι εισπράκτορες χρεών. Όταν, ωστόσο, βρισκόμουν στη διαδικασία δημιουργίας του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας μου, κανένας δε μιλούσε γι’ αυτό το θέμα, δεν αποτελούσε ο εισπράκτορας εχθρό ακόμα. Πήγα σε τουλάχιστον 50 παραγωγούς - έχω χάσει το λογαριασμό-, οι οποίοι δεν πίστευαν στο σενάριο. Κάποιοι έλεγαν ότι είναι καλό, αλλά «πώς θα το πουλήσουμε; Δεν είναι για το σινεμά, μόνο για το διαδίκτυο και για DVD». Μόνο ένας πίστεψε σ’ αυτό και βρήκε κάποιον επενδυτή για τη διαδικασία των γυρισμάτων, όχι της post production.



Η επιλογή της εστίασης σε έναν χαρακτήρα απορρέει από τις αντικειμενικές συνθήκες, την έλλειψη πόρων, ή αποτελεί και αφηγηματική πρόκληση;

Το πιο σημαντικό είναι η ιστορία που έχω ανάγκη να αφηγηθώ. Ως σεναριογράφος, χρειάζομαι έναν χαρακτήρα με έντονα εσωτερικά προβλήματα, ηθικά διλήμματα. Στη Ρωσία είναι πιο δύσκολο να εξασφαλίσεις πόρους για το γύρισμα των φιλμ, παρά να δημιουργήσεις χαρακτήρες.

Αντιπαθείς τους μονοδιάστατους χαρακτήρες, αντιλαμβάνομαι. Είναι έτσι;

Είναι υπερβολικά εύκολο να ερωτευτείς τον «καλό». Αγαπώ τους σύνθετους χαρακτήρες με τις διαταραγμένες ηθικές αρχές. Επιλέγοντας το χαρακτήρα του εισπράκτορα χρεών, από την πρώτη στιγμή έχεις σύγκρουση. Σε κάθε σενάριο χρειάζεται να υπάρχει σύγκρουση το γρηγορότερο δυνατόν. Για μένα, αυτός ο ήρωας ήταν σαν θησαυρός. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στα ηθικά διλήμματα της κοινωνίας, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι άνθρωποι δε θέλουν να βρουν τις απαντήσεις μέσα τους ή στην πατρίδα τους, αλλά οπουδήποτε αλλού, όπως προανέφερα. Για μένα αυτό είναι εξαιρετικά λυπηρό. Γιατί, λοιπόν, αυτοί οι ταλαντούχοι άνθρωποι κάνουν μια τόσο ατάλαντη δουλειά; Γιατί αναγκάζονται.

«Παίζεις» εξάλλου, με το πλαστό και το αληθινό, το φαίνεσθαι και το είναι κατά τη χιτσκοκική παράδοση. Ποτέ, για παράδειγμα, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν ένας από τους χαρακτήρες που αναφέρονται στην πλοκή όντως οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, εξαιτίας της ψυχολογικής πίεσης από την πλευρά του εισπράκτορα, ή απλώς εξαφανίστηκε αλλάζοντας όνομα και κατοικία.

Αγαπώ σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ, αλλά προτιμώ να κάνω τις ταινίες με τον τρόπο μου. Όταν προετοιμάζομαι για ένα γύρισμα, δεν μπορώ να παρακολουθήσω καμία άλλη ταινία. Είναι ίσως ένα πρόβλημά μου. Τώρα, σε ό,τι αφορά το πλαστό και το πραγματικό, σκεφτόμουν ποιος ήταν, τελικά, η μαριονέτα. Η χήρα ήταν μαριονέτα στα χέρια του άντρα της, αλλά κι εκείνος ήταν μια μαριονέτα στα χέρια του εισπράκτορα χρεών, ο οποίος με τη σειρά του έγινε έρμαιο ενός βίντεο, που τον εμφάνιζε ως παιδεραστή. Υπάρχουν τόσοι χαρακτήρες, κι όμως κανένας δε διαθέτει ελευθερία θέλησης. Ίσως μόνο ένας, η εργαζόμενη στην κτηνιατρική κλινική.



Φαίνεται πως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ποικιλία ταινιών και σκηνοθετών στο σύγχρονο ρωσικό σινεμά. Ταυτίζεσαι με κάποιον από αυτούς τους σκηνοθέτες ή νομίζεις ότι διαμορφώνεται μια τάση στον ρωσικό κινηματογράφο του σήμερα;

Η πιο σημαντική τάση είναι η δημιουργία ταινιών για τη σύγχρονη εποχή. Πέρυσι είδα 9-10 ανεξάρτητες ταινίες για τον καιρό μας, για τους ανθρώπους της εποχής μας, για τα προβλήματά μας. Αυτό είναι κάτι θετικό, πρόκειται για το μέλλον μας. Δεν ξέρω αν θα είναι κάτι δημοφιλές. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μιλάνε γι’ αυτές τις ταινίες, στη Ρωσία έχουμε μόνο 300 σινεμά. Έχουμε τόσο υπέροχους, τόσο γενναίους χαρακτήρες στην πραγματική ζωή. Χρειάζεται να τους δείξουμε και να συζητήσουμε γι’ αυτούς, και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει μέσα από την τηλεόραση.

Πιστεύω σε μια κοινότητα σκηνοθέτων που μπορεί να «σπάσει» τους κανόνες και να επιλέξει τους όρους, με τους οποίους θέλει να λειτουργεί. Αλλά αυτό δεν έχει επιτευχθεί ακόμα, μόνο συζητήσεις μέσω Facebook διεξάγονται.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνομιλίας με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Αλεξέι Κρασόφσκι Collector παρουσιάστηκε σε πανελλαδική πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του 29ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου (17-27 Νοεμβρίου), όπου και σπέσπασε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.)

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Λουίς Πουένσο: «Στις μέρες μας, την Ιστορία τη γράφουν τα Μ.Μ.Ε.»


30 και πλέον χρόνια μετά την πρεμιέρα της, η Επίσημη Ιστορία, η εμβληματική και πολυβραβευμένη ταινία του σπουδαίου Αργεντίνου σκηνοθέτη Λουίς Πουένσο, βρίσκει το δρόμο της και για τις ελληνικές αίθουσες, σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το φιλμ αποτελεί μια καταβύθιση στην επώδυνη και ταραχώδη ιστορία της Αργεντινής των χρόνων της Δικτατορίας. Πρωταγωνιστές του, ένα ζευγάρι της ανώτερης μεσοαστικής τάξης, το οποίο ζει στο Μπουένος Άιρες με την παράνομα υιοθετημένη του κόρη. Στη διάρκεια της ταινίας, η μητέρα της αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το παιδί τους ενδέχεται να είναι γόνος οικογένειας «εξαφανισμένων», γεγονός που πυροδοτεί μια σειρά από δραματικές εξελίξεις. Η Επίσημη Ιστορία προβάλλεται στους κινηματογράφους από την 1η Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave. Με αυτή την αφορμή, ο Λουίς Πουένσο απάντησε στις ερωτήσεις μας.

«H Ιστορία είναι η μνήμη των λαών», λέει η πρωταγωνίστρια της ταινίας σας σε μια από πρώτες σκηνές του φιλμ το Μάρτιο του 1983 ξεκινώντας το μάθημά της. Θα θέλατε να αναλύσετε τη σημασία της μνήμης τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο;

«H Ιστορία είναι η μνήμη των λαών», λέει η καθηγήτρια το Μάρτιο του 1983 ξεκινώντας το μάθημά της στην αρχή της ταινίας. Εκείνη τη χρονιά γράφαμε το σενάριο μέσα σε ένα πολύ αυστηρό και απαιτητικό Παρόν, μιας και βρισκόμασταν υπό την εξουσία της Δικτατορίας.

Έτσι, οι δύο βασικοί άξονες του σεναρίου μας ήταν η Ιστορία με τη διπλή της έννοια στα καστιλιάνικα - του κοινωνικού και του προσωπικού- και η Μνήμη ως τη θεμέλιο λίθο των συνθηκών.

Δώσατε στην ταινία τον τίτλο Επίσημη Ιστορία. Ποιος γράφει την ιστορία, τελικά, και με ποιο τρόπο είναι δυνατό αυτή να διδαχθεί πιο αποτελεσματικά;

Ένας μαθητής στην ταινία απαντά στην καθηγήτρια ότι «την Ιστορία τη γράφουν οι δολοφόνοι» και αυτή τη φράση, φυσικά, τη γράψαμε εμείς για να τονίσουμε την αντίφαση ανάμεσα στο επίσημα αναγνωρισμένο και στο πραγματικό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Και στις μέρες μας, τα Μ.Μ.Ε.



Η Επίσημη Ιστορία προβλήθηκε δυο χρόνια μετά την πτώση της Δικτατορίας στην Αργεντινή. Ποιες είναι οι πιο ζωντανές μνήμες σας από εκείνες τις πρώτες προβολές και την αρχική υποδοχή της ταινίας;

Δεν έγινε ακριβώς έτσι. Γράψαμε το σενάριο και προσπαθήσαμε να τη γυρίσουμε, ουσιαστικά όλη η παραγωγή έλαβε χώρα στη διάρκεια της Δικτατορίας, η οποία τελείωσε - υπό μια έννοια- το Δεκέμβριο του 1983. Την προβάλαμε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1985.

Στην πραγματικότητα, όταν γυρίζαμε την ταινία, η μητέρα της τετράχρονης πρωταγωνίστριάς μας απειλήθηκε επανειλημμένα για να βγάλει την κόρη της από τα γυρίσματα. Γι’ αυτό το λόγο αναφέρω πως «υπό μία έννοια». Η Δημοκρατία αποτέλεσε μια διαδικασία πολύ σταδιακή και εύθραυστη.



Ποια είναι η γνώμη σας για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Αργεντινή και τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεδομένης της επανόδου συντηρητικών δυνάμεων και πολιτικών;

Αυτή ακριβώς είναι η ευθραυστότητα, στην οποία αναφέρθηκα. Στη Λατινική Αμερική, όπως και στην Ευρώπη, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, οι μεγάλες εταιρίες έχουν κατακτήσει πλήρως τον έλεγχο. Οφείλουμε να έχουμε κατά νου ότι οι περίοδοι της Ιστορίας είναι πάντοτε μεγάλης διάρκειας και ασταθείς.

Το λατινοαμερικάνικο σινεμά, με όλη την ποικιλομορφία των αποχρώσεων και των εκδοχών του, φαίνεται να βρίσκεται σε άνθιση. Πώς το αξιολογείτε;

Έχουμε ένα προστατευτικό νόμο που καταφέραμε μέσα από διεκδικήσεις να θεσπίσουμε στη δεκαετία του ‘90, μια εποχή ιδιαίτερα φιλελεύθερη στην Αργεντινή. Μια πλήρης αντίφαση, όπως τόσες άλλες από αυτές που συγκροτούν την «πολιτική». Αυτός ο νόμος εξακολουθεί να ισχύει και επέτρεψε σε μια νέα γενιά σκηνοθετών να μπορεί να γυρίσει ταινίες. Ανάμεσά τους τα παιδιά μου και άλλοι νέοι, στων οποίων τις ταινίες έχω κάνει την παραγωγή.

Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Τεμπονέρα από το Γραφείο Τύπου της Weird Wave για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Λουίς Πουένσο Επίσημη Ιστορία προβάλλεται στον κινηματογράφο Άστορ και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από την 1η Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.