Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 59ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 59ο ΦΚΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Μάριος Πιπερίδης: «Με την κωμωδία μπορείς να σπρώξεις κάποια όρια δραματοποίησης»


Η παραβίαση των συνοριακών κανονισμών της Πράσινης Γραμμής από τον σκύλο Τζίμυ «πυροδοτεί» μια απρόσμενη φιλία ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο κι έναν Τουρκοκύπριο στην απολαυστική και πολιτικά αιχμηρή κωμωδία με δραματικά στοιχεία Αναζητώντας τον Χέντριξ του Κύπριου σκηνοθέτη Μάριου Πιπερίδη.

Συζητώντας μαζί του, με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στους κινηματογράφους από τις 30 Μαΐου.

Ένας Ελληνοκύπριος, ο Γιάννης, κι ένας Τουρκοκύπριος, ο Χασάν, παρίες του κυπριακού ονείρου που ασφυκτιούν ονειρευόμενοι τη φυγή στην Ευρώπη, είναι, μαζί με τον Τζίμυ, οι πρωταγωνιστές της ταινίες σου. Γιατί θέλησες να αφηγηθείς την ιστορία δύο «μικρών» καθημερινών ανθρώπων;

Την περίοδο που ξεκίνησα να γράφω το σενάριο είχα πολλούς γνωστούς από το χώρο μας οι οποίοι ήταν σε φάση «να φύγουμε από την Κύπρο το γρηγορότερο».

Πολλοί πήγαν Ολλανδία, άλλοι Γερμανία ή Αγγλία. Δεν είχε δουλειές. Κάπως έτσι προέκυψε ο χαρακτήρας του αποτυχημένου μουσικού Γιάννη, που του φταίνε όλα κι όλοι εκτός από τον εαυτό του.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, φταίμε τους άλλους για ό,τι παθαίνουμε, και ως Έλληνες και ως Κύπριοι. Όλοι φταίνε εκτός από μας.

Ο άλλος κεντρικός χαρακτήρας, του Χασάν;

Ο Χασάν είναι ένας χαρακτήρας που πρώτη φορά βλέπουμε σε μίντια ή ταινίες. Συνήθως ο έποικος είναι ένας χαρακτήρας ταμπού, για τον οποίο δε μιλούνε πολλοί.

Κι αυτό είναι ένα τόλμημα του δικού σου φιλμ.

Υπάρχει ένας μεγάλο σύνολο ατόμων όπως ο Χασάν που είναι μόνο αριθμοί. Είναι 50.000, 70.000, 100.000, 150.000; Πάντα είναι αριθμοί.



Ποτέ δεν αποκτούν πραγματική ανθρώπινη υπόσταση είτε μιντιακά είτε κινηματογραφικά.

Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Χρησιμοποιούνται μονάχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πολλοί Ελληνοκύπριοι λένε: «Nα φύγουν όλοι». Πώς χειρίζεσαι αυτούς τους ανθρώπους, τι τους λες, όταν ήδη βρισκόμαστε στην τρίτη γενιά;

Σε κάποιον που μεγάλωσε στην Κύπρο λες: «Nα πας πίσω στη χώρα σου». Αλλά έχει μεγαλώσει εδώ. Οπότε πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ανθρωπιστικό θέμα.

Για σένα πόσο δύσκολο ήταν να μπεις ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και άνθρωπος -κυρίως- στη θέση του «άλλου»;

Δεν ήταν εύκολο να γράψω το σενάριο και να αμφισβητήσω πολλά πράγματα με τα οποία μεγάλωσα και στο σχολείο και στο στρατό και μετά. Το «Δεν ξεχνώ» το έβλεπα στο τετράδιό μου κάθε μέρα, από πέντε μέχρι δεκαοκτώ χρονών.

Έπρεπε, λοιπόν, κι εγώ να δω την κατάσταση υπό ένα άλλο πρίσμα. Να παραδεχτώ ότι φταίμε σε κάποια πράγματα, πως έχουμε κάνει λάθη. Πού σταματάει το έγκλημα πολέμου και πού ξεκινάει η ανθρωπιά;

Θεωρώ πως κατάφερες να αποδώσεις και το συγκεκριμένο χαρακτήρα ισορροπημένα και με σεβασμό, όχι ως καρικατούρα ή σύμβολο.

Ακριβώς. Έπρεπε να υπερασπιστώ το χαρακτήρα του από την πλευρά του χαρακτήρα του.

Είναι, άλλωστε, εξίσου θύμα με τον οποιονδήποτε άλλο που βιώνει με το δικό του τρόπο ένα εγκλωβισμό άλλου τύπου.

Φυσικά. Κι εκείνος να έφταιγε όταν ήρθε το 1975, τι λες στα παιδιά ή τα εγγόνια του; Να πάνε πίσω; Όσο, μάλιστα, περνά ο καιρός, τόσο πιο δύσκολο γίνεται το πρόβλημα.

Με τον τρόπο της κωμωδίας θίγεις ισορροπημένα πλειάδα ευαίσθητων ζητημάτων όπως τα τραύματα της Ιστορίας, την πρόσληψη και τη βίωση της μνήμης και την προοπτική της συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων. Τι σε ελκύει στην -πολιτικοπoιημένη- κωμωδία;

Πόσο καιρό μπορείς να συζητάς το ίδιο πρόβλημα; Πόσο καιρό να συζητάς τις ίδιες διαπραγματεύσεις, να έχεις τις ίδιες ελπίδες και να μη γίνεται τίποτα; Ήταν ένας συνδυασμός απογοήτευσης και του «φτάνει πλέον».

Με την κωμωδία μπορείς να σπρώξεις κάποια όρια δραματοποίησης, γιατί υπάρχει μια δόση υπερβολής. Οπότε, χρησιμοποιώντας αυτή την υπερβολή μπορείς να πεις κάποια πράγματα για την κατάσταση του Κυπριακού στην παρούσα φάση.

Με την κωμωδία, εξάλλου, έχεις μεγαλύτερη ελευθερία να δημιουργήσεις καταστάσεις που μπορεί να μην είναι τόσο αληθοφανείς, αλλά μέσω αυτών να περάσεις ορισμένα μηνύματα.

Με λιγότερο βαρύ ή βαρύγδουπο τρόπο.

Με ψυχαγωγικό. Να δει κάποιος την ταινία που δεν ξέρει τίποτα για το Κυπριακό.

Είχες πολλές «μπανανόφλουδες» που έπρεπε να αποφύγεις, και δε γλίστρησες σε καμία, εκτιμώ.

Έπρεπε να προσεγγίσω την Ιστορία και τις σχέσεις των κοινοτήτων χωρίς να γίνω διδακτικός, χωρίς να γίνεται η ταινία ντοκιμαντέρ. Να πω όλη αυτή την ιστορία μέσα από το εύρημα της απώλειας του σκύλου κάποιου. 



Επιστρέφοντας, λοιπόν, στον σκύλο, ήταν ο καταλύτης ή το κοινό «νήμα» που συνέδεε τους χαρακτήρες και τις επιμέρους ιστορίες;

Ήταν αυτός που δημιουργεί όλο αυτό το πρόβλημα χωρίς να φταίει. «Δένει» τους χαρακτήρες μαζί. Δεν τον ενδιαφέρει αν υπάρχουν σύνορα, τι θρησκεία έχεις, τι γλώσσα μιλάς, είναι ανέμελος και ελεύθερος. Είναι κάπως αμοράλ χαρακτήρας.

Ίσως όχι και τόσο. Μάλλον έχει ξεπεράσει με μη συνειδητό τρόπο κάποιους φραγμούς που θέτουν οι άνθρωποι στους εαυτούς τους. Τον ζηλεύεις καμιά φορά έναν τέτοιο χαρακτήρα;

Καμιά φορά είναι ωραίο να μην καταλαβαίνεις τα προβλήματα που δημιουργείς, να ζεις στον κόσμο σου, βασικά. (Γέλιο)

Οι ηθοποιοί με τους οποίους επέλεξες να συνεργαστείς στην ταινία συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην υλοποίηση του εγχειρήματος;

Πολύ. Είχαμε συζητήσεις. Με τον Αδάμ Μπουσδούκο, ειδικά, είχα και περισσότερο χρόνο. Δουλέψαμε μαζί. Και με την Βίκυ Παπαδοπούλου. Αλλά και με τον Όζγκιουρ Καραντενίζ και τον Φάτιχ Αλ, που υποδύεται τον Χασάν. Δώσανε πάρα πολλά.

Φαντάζομαι κι από δικά τους βιώματα.

Είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία και πολλή ελευθερία στα γυρίσματα, αν και ο χρόνος ήταν πιεσμένος. Δεν κάναμε σχεδόν καμία πρόβα όλοι μαζί. 



Η Λευκωσία ως πόλη λειτουργεί, επίσης, ως χαρακτήρας. Εκεί έχεις γεννηθεί;

Ναι, κατάγομαι από τη Λευκωσία. Την περπάτησα πολύ, ειδικά τώρα, πριν την ταινία. Η παλιά πόλη αλλάζει συνέχεια. Είναι η μοναδική στον κόσμο που είναι χωρισμένη στα δύο. Δεν ξέρω πού αλλού θα μπορούσε να γυριστεί η ίδια ταινία.

Υπήρξαν προβλήματα γραφειοκρατικού τύπου λόγω των γυρισμάτων;

Χρειαζόμασταν άδειες από την Αστυνομία, το Δημαρχείο, από το Στρατό, τα Ηνωμένα Έθνη, αλλά γενικά είχαμε καλή ανταπόκριση. Μας βοήθησαν, απλώς ήταν πολύ περιορισμένος ο χρόνος για τα γυρίσματα.

Για μένα, το Αναζητώντας τον Χέντριξ αποτελεί, κατά μία έννοια, την καλύτερη ταινία που δεν έχει γυρίσει ο Φατίχ Ακίν τα τελευταία αρκετά χρόνια. Σε ποιο βαθμό σε έχει επηρεάσει η γραφή του;

Είναι μεγάλη τιμή μου να με συγκρίνουν είτε είναι καλός είτε κακός. Τώρα, υποσυνείδητα πώς επηρεάστηκα; Παρακολουθώ τις δουλειές του από παλιά, αλλά σίγουρα επηρεάζεσαι από πολλές καταστάσεις και δημιουργούς.

Ο κυπριακός κινηματογράφος δε μας έχει συνηθίσει σε τόσο άρτιες δουλειές όπως η δικιά σου ή της Τώνιας Μισιαλή. Ποιες δυσκολίες και προκλήσεις αντιμετωπίζεις ως κυπριακής καταγωγής σκηνοθέτης τόσο εγχωρίως όσο και διεθνώς;

Το υπόβαθρό μου είναι η παραγωγή. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζεις παντού είναι παρόμοιες. Και οι Γερμανοί και οι Γάλλοι σκηνοθέτες έχουν πρόβλημα με τα λεφτά.

Εμείς κάνουμε μία με τρεις ταινίες το χρόνο, συνεπώς η εμπειρία μας είναι περιορισμένη. Ελπίζω τα επόμενα χρόνια να γίνονται τέσσερις με πέντε. Αν γυρνάς, όπως προηγούμενοι, μια ταινία κάθε δέκα χρόνια, είναι δύσκολο να μαθαίνεις και να καλυτερεύεσαι.

Η πιο πολλή δουλειά πρέπει, ωστόσο, να γίνει στο σενάριο. Να έχεις μια καλή ιδέα που να μπορείς να αναπτύσσεις στο πλαίσιο ενός σωστού σεναρίου. 



Που βραβεύτηκε, άλλωστε, από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Τώρα βλέπω κι εγώ τα προβλήματα της ταινίας και σεναριακά και σκηνοθετικά. Ελπίζω να βελτιώνομαι κάθε φορά. Το πρόβλημα της Κύπρου είναι ότι δε δουλεύονται τα σενάρια όσο πρέπει. Αν υπήρχε μια φόρμουλα, όλοι θα κάναμε επιτυχίες.

Η ταινία σου έχει ταξιδέψει σε Ευρώπη και Η.Π.Α. Τη χαίρονται ως ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση, καλογραμμένο σενάριο και ενδιαφέροντες χαρακτήρες ή τη συνδέουν με το Κυπριακό και ρωτάνε σχετικά;

Σε ένα πρώτο επίπεδο, την απολαμβάνουν ως μια ψυχαγωγική, “feelgood” ταινία.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπαίνουν λίγο πιο βαθιά στην πολυπλοκότητα του Κυπριακού. Πολλοί μου είπαν ότι θα διαβάσουν περισσότερα. Γενικά, όμως, ήταν θετικοί.

Κατανοούν, επίσης, πόσο τους αφορά μια ταινία που πραγματεύεται το θέμα των συνόρων, των ξένων στον τόπο που ζουν οι ίδιοι. Είναι παγκόσμιο θέμα το πώς κλείνουμε τα σύνορα, τους εαυτούς μας μέσα στις χώρες μας.

Επειδή δεν πρόκειται για εθνοκεντρική ή «εθνοπρεπή» ταινία που δικαιώνει την κυρίαρχη ελληνοκυπριακή αφήγηση, έχει ενοχλήσει στην Κύπρο;

Από την αρχή δεν ήθελα να πάρω την οποιαδήποτε θέση. Ήθελα να πω την ιστορία από μια “bird’s eye view”. Αντιδράσεις υπήρξαν και στα social media όταν βγήκε το τρέιλερ. Πολλοί είπαν ότι επρόκειτο για προπαγάνδα ή γιατί χρηματοδοτείται.

Πολλοί την είδαν μετά, κι είπαν πως πράγματι είναι καλή, παραδεχόμενοι το λάθος τους.

Σε κάθε περίπτωση, εύχομαι να μαθευτεί και να συζητηθεί, ακόμα κι αν ενοχλήσει. Αυτό είναι προτιμότερο από τα να «θαφτεί», για μένα.

Και για μένα!

Photo credit (Μάριος Πιπερίδης): Mustafa Önder.

Η ταινία του Μάριου Πιπερίδη Αναζητώντας τον Χέντριξ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 30 Μαΐου σε διανομή της Seven Films.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Συνομιλώντας με τους Νίκο Labôt και Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου για την ταινία «Η δουλειά της»


Ένα βαθύ ανθρωποκεντρικό δράμα εγγεγραμμένο στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της Ελλάδας του σήμερα, η ταινία Η δουλειά της, μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Νίκου Labôt, δομείται γύρω από την ιστορία της σαραντάρας Παναγιώτας (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου), που πιάνει για πρώτη φορά στη ζωή της δουλειά, και μάλιστα ως καθαρίστρια, εξελισσόμενη από ένα άβουλο ον σε μια χειραφετημένη γυναίκα.

Κουβεντιάζοντας με τους Νίκο Labôt και Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου ενόψει της κυκλοφορίας της ταινίας στις αίθουσες από τις 28 Φεβρουαρίου.

Νίκος Labôt: «Θεωρώ την ταινία μια ζωντανή διαδικασία»

Μιας και η ταινία σου εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα και βασίζεται σε ένα από τα πλέον συνεκτικά σενάρια ελληνικών φιλμ των τελευταίων χρόνων, θα ήθελα να μου μιλήσεις γι’ αυτά.

Αυτό που αρχικά με κινητοποίησε ήταν η ιστορία μιας γυναίκας, η οποία ζει κάπου στην επαρχία με την οικογένειά της και τα δυο παιδιά τους. Δεν έχει δουλέψει στη ζωή της και το γεγονός ότι βρήκε δουλειά την έκανε να αλλάξει τη ματιά της στον εαυτό της και τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Τέτοιους ανθρώπους τους παρατηρούμε καθημερινά γύρω μας.

Αυτά, εξάλλου, που συμβαίνουν στον εργασιακό χώρο συντελέστηκαν και στην πραγματική ιστορία. Μιλώντας, επίσης, με καθαρίστριες από το σωματείο της ΠΕΚΟΠ μου τα επιβεβαίωσαν, όπως και πολλά άλλα. Και χειρότερα.



Πόσα χρόνια «πάλευες» με το σενάριο;

Το πάλευα μαζί με τη χρηματοδότηση. Όσο αναβάλλονταν οι εγκρίσεις από το Ε.Κ.Κ., τόσο κι εγώ το δούλευα. Έπρεπε να εξελιχθεί κι αυτό, όπως εξελισσόμουν κι εγώ. Μέχρι και το μοντάζ άλλαζα πράγματα. Θεωρώ την ταινία μια ζωντανή διαδικασία.

Πόσο δύσκολο ήταν να μπεις στο μυαλό, τον ψυχισμό, την καθημερινότητα ενός γυναικείου χαρακτήρα; Ή δεν ήταν, τελικά;

Ήταν δύσκολο, αλλά λιγότερο από όσο περίμενα, με την έννοια ότι κι εγώ έχω βαθιά μέσα μου μια θηλυπρεπή φύση, οπότε έπρεπε να αναζητήσω και να βρω τις ευαίσθητες «χορδές» αυτής της γυναίκας.

Άντλησα, λοιπόν, πολλά από το οικογενειακό μου περιβάλλον και την μητέρα μου, η οποία γειτνιάζει σε κάποιες ιδέες και συμπεριφορές με την Παναγιώτα. Είναι άνθρωπος «παλαιάς κοπής», πιο συντηρητική, θρησκευόμενη, με ηθικές αναστολές. Επίσης, από ανθρώπους που συνάντησα στην πορεία, όπως οι καθαρίστριες του σωματείου.

Όλα αυτά τα στοιχεία εισήχθησαν, επομένως, στη συνέχεια στη διαδικασία διαμόρφωσης του χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας.

Ακόμα κι αν δεν είναι εύκολο να τον περιγράψεις, ήξερα μέσα μου τι άνθρωπος είναι αυτός, οπότε «πυροβολούσα» την Μαρίσσα με ό,τι υλικό είχα και κάναμε ένα προσωπικό «σκανάρισμα» της ίδιας. Εξετάσαμε τα κοινά των δύο γυναικών και μετά δουλέψαμε με την Μαρίσσα, για να δούμε τι κρατάμε και τι όχι.

Αυτά, κατά την προετοιμασία. Στο γύρισμα όλα λειτούργησαν πιο αυτοσχεδιαστικά, γιατί έπρεπε να έχουμε την αίσθηση του τώρα.

Όλοι έχουν το χώρο και το χρόνο τους στην ταινία. Ήταν, άρα, κι η δικιά σου επιθυμία και επιλογή να λειτουργήσει έτσι.

Έπρεπε να υπάρχουν στιγμές αληθινές όπου να νομίζουμε ως θεατές πως είμαστε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους, κι αυτό έγινε και στην προετοιμασία και στις πρόβες.

Πόσο απαιτητικό ήταν να διευθύνεις τόσες και τόσους ηθοποιούς, και μάλιστα τόσο πετυχημένα;

Με φόβιζε. Το στοίχημα ήταν να νομίζουν όλοι ότι ζουν τη στιγμή. Οι ατάκες άλλαζαν όπως βόλευαν τις ίδιες και τους ίδιους και όπως μου ακούγονταν πιο φυσικές. Όταν καταλάβαιναν αυτή τη διαδικασία όλοι οι ηθοποιοί, παρά το αρχικό άγχος τους, τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα. Με πολλή συζήτηση και πολλές πρόβες έγιναν όλα.

Πώς κατάφερες να συνταιριάξεις αυτά τα φαινομενικά διαφορετικά, αλλά όχι αλληλοαποκλειόμενα επίπεδα, την ύπαρξη χαρακτήρων με σάρκα και οστά και την «εγγραφή» τους σε συγκεκριμένα κοινωνικο-πολιτικά συμφραζόμενα;

Σεβόμενος τον θεατή. Όταν ως θεατή μου κάνουν κάτι «νιανιά», χάνει την αλήθεια του. Προσωπικά δε θεωρώ τον θεατή χαζό. Θεωρούσα πως δε θα του δώσω τα πάντα «στο πιάτο». Ήθελα να είναι σαφής η ιστορία, ο άξονας, ο χαρακτήρας της γυναίκας.

Τα υπόλοιπα επίπεδα, όμως, θα μπορούσε να τα καταλάβει χωρίς να του πούμε το οτιδήποτε. Όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Δε λέμε τα πάντα, τα αισθανόμαστε. Αυτή την ενσυναίσθηση ήθελα να βιώσει ο θεατής.

Το φιλμ σου μου θύμισε λίγο την Γκλόρια του Σεμπαστιάν Λέλιο.

Χαίρομαι πάρα πολύ. Προσωπικά είδα την Γκλόρια πολύ μετά, μόλις το 2018, έχοντας ολοκληρώσει και το μοντάζ.

Μιας και η Δουλειά της έχει ήδη προβληθεί αρκετά διεθνώς -όπως επίσης και βραβευτεί-, τι φαίνεται να συγκινεί περισσότερο τα διαφορετικά κοινά;

Πιο πολύ τα συγκινεί η ύπαρξη αυτής της γυναίκας, η δύσκολη στιγμή που ζει. Ειδικά οι γυναίκες ταυτίζονται, ακόμα και σε χώρες ανεπτυγμένες, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, όπως το Βέλγιο. Μια καθαρίστρια στη Λιέγη είπε σε αμφιθέατρο ότι αυτό που είδε στην ταινία το ζει, κι ας μην έχει τα ίδια προβλήματα. Και στο Les Arcs ήταν συγκινητική η υποδοχή και ωραία η κουβέντα.

Είναι το σινεμά που κάνεις και το σινεμά που σ’ αρέσει να βλέπεις περισσότερο;

Μου αρέσουν πολλά διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Για την επόμενη ταινία μου, ας πούμε, έχω δύο ιδέες, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Οι ταινίες που αγαπάω τα τελευταία χρόνια είναι αυτές που έχουν ένα κοινωνικό αντίκτυπο, που σου περνάνε κάτι αληθινό, που μπορείς να διαλεχθείς μαζί τους, στα όρια του ντοκιμαντέρ καμιά φορά. Όπως του Φαραντί.

Από κει και πέρα, θαυμάζω σινεμά, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που κάνω, όπως του Ταρκόφσκι ή η Επιστροφή του Ζβιάγκιντσεφ.

Κινηματογραφική σχολή σίγουρα δεν υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε τα πάω καλά με ετικέτες- “weird” ή αλλες. Σε συνδέει, ωστόσο, κάτι με άλλους σκηνοθέτες και άλλες σκηνοθέτριες της ίδιας ηλικιακής κλάσης;

Τα τελευταία δέκα, κυρίως, χρόνια, η δικιά μου γενιά έχει κάνει ένα «μπραφ». Βλέπουμε καλές ταινίες, καλούς σκηνοθέτες. Δεν υπάρχει κάποιο ρεύμα, αλλά υπάρχει μια αίσθηση αλληλεγγύης. Από τη δικιά μου «φουρνιά» στη Σταυράκου έχουμε βγει γύρω στους δεκαπέντε σκηνοθέτες που έχουν κάνει μεγάλου μήκους, κι ο ένας βοηθάει ή στηρίζει τον άλλο με όποιο τρόπο μπορεί. Κι αυτό είναι σημαντικό.

Ελπίζω, λοιπόν, το κοινό να αγκαλιάσει τη δουλειά σου και να δει σ’ αυτή κάτι από τον εαυτό του.

Σ’ ευχαριστώ, μακάρι! 



Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «Θέλει πολλή δύναμη για να ξεπεράσεις τον εαυτό σου»

Από πού «αρδεύσατε» για να ενσαρκώσετε το ρόλο της Παναγιώτας με τόση αλήθεια και πειστικότητα;

Δεν ήταν πολύ εύκολο να αντλήσεις από κάπου, καθότι δε συνηθίζουμε να δίνουμε σημασία σε τέτοιους ανθρώπους. Με τον Νίκο κάναμε πάρα πολλές πρόβες και συζητήσεις για να μπορέσουμε να βρούμε τον κόσμο της.

Έπειτα έκανα πολλή προσωπική παρατήρηση ανθρώπων -γυναικών και αντρών-, σωμάτων, βλεμμάτων, κινήσεων, συμπεριφορών, και πολλή πρόβα μόνη μου, αλλά και με την οικογένεια και τους φίλους της ηρωίδας.

Πόσο ζόρικη, επίπονη, χρονοβόρα υπήρξε αυτή η διαδικασία;

Επίπονη δεν ήταν, ούτε ζόρικη. Απαιτητική και προκλητική υπήρξε. Αυτοί οι δύο παράγοντες μας έδιναν ακόμα μεγαλύτερη ορμή, για να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου αυτός ο χαρακτήρας να μην είναι σχήμα, να είναι άνθρωπος. Αυτή, για μένα τουλάχιστον, ήταν η μεγαλύτερη αγωνία. Θα ήταν πολύ εύκολο να ήταν η Παναγιώτα ένα σχήμα. Συνήθως αυτούς τους ανθρώπους τους βλέπουμε στερεοτυπικά.

Πόσο κυρίαρχες είναι οι «Παναγιώτες» ως τρόπος αντίληψης και συμπεριφοράς στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και δη σε περίοδο κρίσης;

Σε πρώτο επίπεδο ο αριθμός μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλος. Σε δεύτερο, όμως, το οποίο δεν αγγίζει μόνο το γυναικείο φύλο, αλλά τον άνθρωπο που προσπαθεί σε περίοδο κρίσης και προσωπικών και κοινωνικών δυσχερειών να βρει τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει τον κόσμο από την αρχή, θεωρώ ότι σχεδόν όλοι μας ανήκουμε σ’ αυτή την κατηγορία.

Μεταμορφωθήκατε -και όχι μόνο σωματικά- μέσα από το ρόλο που υποδυθήκατε. Νιώθετε να σας έχει αλλάξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο;

Με έχει «ανοίξει» περισσότερο ως άνθρωπο απέναντι στους συνανθρώπους μου. Σ’ αυτή τη δουλειά, όταν έρχεσαι σε επαφή με κείμενα προσπαθώντας πάντα να βρεις έναν άνθρωπο μέσα στον άνθρωπο που εσύ είσαι, πέρα από την αξία αυτών των κειμένων υπάρχουν και στοιχεία που κρατάς ως άνθρωπος από τους ανθρώπους που συναντάς μέσα στους ρόλους. Σίγουρα.

Από τη μέχρι τώρα επαφή με τα διαφορετικά κοινά σε φεστιβάλ του εξωτερικού και στη Θεσσαλονίκη πέρσι τι έχετε «εισπράξει»;

Πολύ θετικές αντιδράσεις, πολύ συγκινητικές, και κουβέντες πολύ εποικοδομητικές.

Τι τα ενέπνευσε, τι τα συγκίνησε περισσότερο;

Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως με προσέγγισε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι αντρών, οι οποίοι συνέπασχαν με την ηρωίδα. Πέρα, λοιπόν, από την ταύτιση με το φύλο ή τα δικαιώματα της γυναίκας, υπήρχαν άνθρωποι που συγκινήθηκαν από τη διαδρομή της.

Από το γεγονός, δηλαδή, ότι ξεκινά ως ένας άνθρωπος παραιτημένος, συγκρατημένος, φοβισμένος...

Θέλει πολλή δύναμη για να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, γενικότερα, και να βγεις από το «κλουβί» που εσύ ο ίδιος έχεις πιστέψει πως σου αναλογεί. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να αγγίξει όλους τους ανθρώπους, νομίζω.

Αναδύεται, τελικά, ως μια νικήτρια της ζωής στο τέλος της ταινίας, μετά από μια επίπονη διαδρομή συνειδητοποίησης και χειραφέτησης;

Μόνο στο τέλος της ταινίας βλέπουμε τη δυνατότητα συνειδητοποίησης που έχει αυτός ο άνθρωπος. Στη διαδρομή του φιλμ δε συνειδητοποιεί. Απλά δέχεται τα ερεθίσματα και την αλλάζουν εκ των πραγμάτων, χωρίς όμως αυτή να τα διαχειρίζεται συνειδητά.

Κι αυτό σίγουρα αποπνέει μια αληθινή αισιοδοξία, γιατί δεν είναι κάτι επιτηδευμένο.

Ούτε διδακτικό.

Εύχομαι η ταινία να έχει την αρμόζουσα επιτυχία στις αίθουσες!

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Ευχαριστώ θερμά την Νατάσσα Πανδή, υπεύθυνη επικοινωνίας της ταινίας, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση των συνεντεύξεων.

Η ταινία του Νίκου Labôt Η δουλειά της με πρωταγωνίστρια την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 28 Φεβρουαρίου σε διανομή της Weird Wave.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Αντίνα Πιντιλίε: «Τείνω να πιστεύω πως η κανονικότητα είναι ένα είδος μυθοπλασίας»


Ισορροπώντας ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, το Μη με αγγίζεις, μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Ρουμάνας σκηνοθέτριας Αντίνα Πιντιλίε, αποτελεί μια κινηματογραφικά τολμηρή εξερεύνηση της επιθυμίας, της οικειότητας, της σεξουαλικότητας και της σωματικότητας. Το φιλμ χάρισε στην σκηνοθέτρια την Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε. Συναντηθήκαμε με την Αντίνα Πιντιλίε στο πλαίσιο του 59ου ΦΚΘ. Η ταινία της προβάλλεται στις αίθουσες από τις 8 Νοεμβρίου.

Θεωρώ το Μη με αγγίζεις τολμηρό φιλμ σε πολλά επίπεδα, και σίγουρα δεν απευθύνεται στους λιπόψυχους, ούτε βέβαια και σε όλα τα κοινά και τους κριτικούς.

Διχαστικό.

Έχω διαβάσει μερικές πολύ επιθετικές κριτικές.

«Όλα τα συναισθήματα είναι ευπρόσδεκτα», όπως λέει κι ο Σάνι Λαβ στο φιλμ.

Πώς ερμηνεύεις, λοιπόν, αυτή τη διχασμένη υποδοχή της ταινίας σου;

Από τις απαρχές του αυτό το φιλμ συνελήφθη ως ένας διάλογος με τον θεατή. Από τη μία, αφορούσε σε μας, τους ανθρώπους που εμπλέκονταν στην ερευνητική διαδικασία, και στην αμφισβήτηση των δικών μας προϋπαρχουσών ιδεών σχετικά με την οικειότητα, τη σεξουαλικότητα, τη σωματικότητα, την ομορφιά.

Από την άλλη, υπήρχε αυτή η διάσταση του διαλόγου, στον οποίο προσκαλούμε τον θεατή. Ήταν, επομένως, μια πρόσκληση και στον θεατή να αμφισβητήσει τις δικές του ιδέες ή τα συναισθήματα για όλα αυτά τα θέματα.

Και τους περιορισμούς του.

Ακριβώς. Επειδή, λοιπόν, η ταινία σε προσκαλεί να γίνεις μέρος της διαδικασίας ως θεατής, εξελίσσεται και σε καθρέφτη, όπου μπορεί να αντικρίσεις πτυχές του εαυτού σου με τις οποίες ενδέχεται να μη νιώθεις άνετα ή να μην τις περιμένεις. Γι’ αυτό, επομένως, το φιλμ «πυροδοτεί» τόσο διαφορετικές αντιδράσεις. Αυτό που προτείνει είναι ένας κατ’ ιδίαν διάλογος.



Εξίσου προσωπικό με τη σχέση των συντελεστών της ταινίας με αυτή.

Η σχέση με τον θεατή είναι πολύ προσωπική, γι’ αυτό και διαφορετική. Κάθε άτομο έχει διαφορετική «αποσκευή» και διαφορετική συναισθηματική αντίδραση στις πτυχές που το φιλμ εξερευνά.

Όπως θα παρατήρησες, μετά την Μπερλινάλε υπήρχε αυτή η διχασμένη αντίδραση, κυρίως στον Τύπο. Η εμπειρία μας με το κανονικό κοινό, με τους ανθρώπους που θέλουν να βιώσουν το σινεμά, δεν ήταν τόσο διχασμένη. Οι άνθρωποι πραγματικά καλωσορίζουν αυτή την πρόταση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πάντα αισθάνονται άνετα.

Πότε πότε σκέφτομαι, επειδή υπήρξε αντίσταση και κατά το στάδιο της χρηματοδότησης, ότι η λεγόμενη «κινηματογραφική βιομηχανία» είναι μερικές φορές υπερβολικά φοβισμένη και υποτιμά τη συναισθηματική νοημοσύνη των ανθρώπων που πηγαίνουν στο σινεμά.

Μπορώ να επιβεβαιώσω ως θεατής το φόβο της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Πρέπει ίσως να ανοιχτούμε σε εμπειρίες που το σινεμά προτείνει, οι οποίες είναι διαφορετικές. Ίσως το Μη με αγγίζεις να προτείνει τέτοιες εμπειρίες, γιατί δε θέτει σε αμφισβήτηση μόνο τις προϋπάρχουσες ιδέες σου για την οικειότητα, αλλά και τις προσδοκίες σου για τον κινηματογράφο ως γλώσσα. Υπάρχει, λοιπόν, κι αυτή η πτυχή, η αναζήτηση της σωστής κινηματογραφικής γλώσσας, μέσω της οποίας θα μπορούσαμε να μοιραστούμε τη συγκεκριμένη εμπειρία και να εμπλέξουμε τον θεατή ως συμμέτοχο σ’ αυτή.



Πρόκειται για μια εν εξελίξει διαδικασία για σένα η εξερεύνηση της δυναμικής της κινηματογραφικής γλώσσας;

Είναι κι αυτό, να αμφισβητείς προκαθορισμένες ιδέες για το σινεμά. Πράγματι νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε πιο θαρραλέοι και να εμπιστευόμαστε περισσότερο τη συναισθηματική νοημοσύνη των θεατών, οι οποίοι μπορούν να κατανοήσουν τέτοια ζητήματα και να εμπλακούν σ’ αυτά. Νιώθω, εξάλλου, πως αυτός ο διάλογος έρχεται σε μια στιγμή που είναι αναγκαίος.

Το φιλμ ξεκινά από αυτή την ιδέα: νόμιζα ότι ήξερα πώς λειτουργούν τα πράγματα σε σχέση με την οικειότητα, την ομορφιά, την επιθυμία. Όταν ήμουν 20, είχα βεβαιότητες. 20 χρόνια αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω πολλά. Η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη, διαφορετική από τις ιδέες με τις οποίες μεγαλώνουμε μέσα στην οικογένειά μας ή το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ανατρεφόμαστε με ορισμένες ιδέες και προσδοκίες για το σώμα και τη σεξουαλικότητα, αλλά η πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει με πολλούς άλλους τρόπους πέραν αυτής της νόρμας. Η κανονιστική αντίληψη της πραγματικότητας είναι συχνά πολύ περιορισμένη. Υπάρχουν τόσα άλλα σώματα που είναι διαφορετικά από την αρχαιοελληνική ιδέα της ομορφιάς.

Κι αυτά τα ανακαλύπτεις σταδιακά, με το χρόνο.

Πολλές από τις ιδέες μας για την οικειότητα και το σώμα άλλαξαν στη διάρκεια της διαδικασίας. Κι αυτό που είναι ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις όταν όντως δουλεύεις με την πραγματικότητα είναι ότι είναι πολύ διαφορετική από την κανονιστική μυθοπλασία, όπως την αποκαλώ. Τείνω να πιστεύω πως η κανονικότητα είναι ένα είδος μυθοπλασίας και συνιστά μια περιορισμένη οπτική στην πραγματικότητα.



Προσεγγίζεις τους χαρακτήρες σου με ιδιαίτερη ενσυναίσθηση, τους «αγκαλιάζεις» με την κάμερά σου, κι αυτό αποπνέει πραγματική ζεστασιά.

Προσπαθώ να καταλάβω πώς προέκυψε όλη αυτή η διαδικασία. Όταν ξεκινάς τη ζωή σου με συγκεκριμένες ιδέες και προσδοκίες για τα πράγματα κι αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται, συνειδητοποιείς ότι λειτουργείς πολύ διαφορετικά από τα ιδεώδη με τα οποία μεγάλωσες. Μπορεί, λοιπόν, να νιώσεις την ανάγκη να κρίνεις τον εαυτό σου, να αισθανθείς ότι κάτι πάει στραβά με σένα, και πως πρέπει να διορθωθείς, ώστε να ανταποκρίνεσαι σ’ αυτές τις ιδέες για την ομορφιά και το πώς σχετιζόμαστε με τους άλλους.

Μέσω της διαδικασίας, ανακαλύπτεις ότι δε χρειάζεται να υιοθετείς κάποια συνταγή. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σχετιστείς, κι είναι εξίσου όμορφοι και έγκυροι σε ανθρώπινο επίπεδο με τους «κανονικούς». Κατ’ αυτό τον τρόπο αποδέχεσαι τον άλλο, συχνά πολύ διαφορετικό από σένα, βιώνοντας, ίσως, ένα αίσθημα παιδιάστικου θαυμασμού και χαράς ανακαλύπτοντας πόσο όμορφοι μπορούν να είναι οι άνθρωποι.

Το φιλμ κι εγώ λειτουργούμε περισσότερο ως αγωγοί, μέσω των οποίων το θαύμα της ανθρωπότητας μεταφέρεται στον θεατή. Γι’ αυτό κι όταν έκανα το casting έψαχνα ανθρώπους που να έχουν το ίδιο συναισθηματικό κίνητρο να περάσουν από αυτή τη διαδικασία και μια αντίληψη του κόσμου που θέλουν να μοιραστούν με τον θεατή. Αυτό, λοιπόν, που βιώνεις ως ζεστασιά προέρχεται κι από τις δύο πλευρές.



Μια τελευταία ερώτηση. Έχοντας εμπλακεί τόσο βαθιά στη διαδικασία δημιουργίας του Μη με αγγίζεις, βγήκες από αυτή λιγότερο φοβισμένη να σε κοιτάζουν και να σε κρίνουν; Σε ποιο βαθμό αποτέλεσε η εν λόγω διαδικασία μεταμορφωτική εμπειρία για σένα;

Είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ αυτό το ταξίδι με συναρπαστικές ανθρώπινες υπάρξεις, οι οποίες με έκαναν, πρώτα απ’ όλα, να αμφισβητήσω τις δικές μου προϋπάρχουσες ιδέες.

Σε ένα ορισμένο επίπεδο, η διαδικασία λειτούργησε όπως θα λειτουργούσε η ψυχοθεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι στην αλληλεπίδραση με τον Άλλο «ξαναμαθαίνεις» να σχετίζεσαι, αναπροσαρμόζεις την οπτική σου στην πραγματικότητα, αποκτάς επίγνωση δυσλειτουργικών τρόπων σκέψης και μοτίβων συμπεριφοράς, ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα για τον εαυτό σου και τους άλλους, σχετικά με τρόπους να συνδέεσαι, για τα προσωπικά όρια που διαπραγματευόμαστε καθημερινά.

Κι αν φτάσεις σε ένα τέτοιο επίπεδο αυτεπίγνωσης, θα αποκτήσεις ανοσία στην έλξη εξτρεμιστικών κινημάτων, του εθνικισμού κι όλων των μορφών που μπορεί να προσλάβει αυτή η αυξανόμενη επιθετικότητα γύρω μας.

Ευχαριστώ θερμά τις Δήμητρα Νικολοπούλου και Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την πολύτιμη συνδρομή τους στη διοργάνωση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

Η ταινία της Αντίνα Πιντιλίε Μη με αγγίζεις προβάλλεται από τις 8 Νοεμβρίου στις αίθουσες σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Ράντου Ζούντε: «Προτιμώ να κάνω ταινίες που δεν οδηγούν στο μίσος, αλλά στον αναστοχασμό»


Γκονταρικών επιρροών, το Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι, η πολυεπίπεδη τελευταία ταινία του Ράντου Ζούντε, ενός εκ των κορυφαίων σύγχρονων Ρουμάνων σκηνοθετών, καταπιάνεται με την εθνοκάθαρση των Εβραίων από το ρουμανικό κράτος στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941.

Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται για την παρουσίαση του φιλμ του στο πλαίσιο του 59ου ΦΚΘ, ενώ ταυτόχρονα είναι και μέλος της Κριτικής Επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ.

Το Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι φαντάζει σαν μια συνέχεια, σε επίπεδο μυθοπλασίας, της προηγούμενης δουλειάς σου, του ντοκιμαντέρ Το νεκρό έθνος. Όντως τη συνέλαβες κατ’ αυτό τον τρόπο;

Είχα κατά νου αυτό το πρότζεκτ πρώτο, τους Βαρβάρους. Έπειτα, όμως, ενώ διεξήγαγα έρευνα, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να γυρίσω το ντοκιμαντέρ πρώτα, ως ένα εύκολο και γρήγορο προϊόν αυτής ακριβώς της έρευνας.

Η ταινία αποτελεί, ωστόσο, και προϊόν του ενδιαφέροντός σου για το ζήτημα του αντισημιτισμού στη Ρουμανία.

Το ενδιαφέρον μου δεν αφορά μόνο στο παρελθόν, αλλά και στο ότι και σήμερα οι άνθρωποι στη Ρουμανία αρνούνται τα όσα συνέβησαν. Ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στην Ελλάδα. Η Ιστορία της ήταν ταραχώδης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία, κατόπιν. Η Θεσσαλονίκη, εξάλλου, υπήρξε μια πόλη από την οποία εκδιώχθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός.

Και η επόμενη ταινία μου θα αφορά, μάλιστα, στο ίδιο ζήτημα. Ο ιστορικός σύμβουλος με τον οποίο συνεργάζομαι βρήκε αρχειακό υλικό από μια ακόμα σφαγή το 1941. Μιας και δεν είναι σκηνοθέτης, μου είπε: «Σε χρειάζομαι, ας την κάνουμε μαζί». Αρχικά απάντησα αρνητικά. Όταν, όμως, είδα το αρχειακό υλικό, αποφάσισα πως δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ την πρότασή του.

Θα έλεγες ότι το ζήτημα των αντιεβραϊκών διωγμών αποτελεί ταμπού, ένα «τυφλό σημείο» της ρουμανικής κοινωνίας;

Δεν αποτελεί απαραιτήτως ταμπού. Επισήμως, προκειμένου η Ρουμανία να ενταχθεί στην Ε.Ε., έπρεπε να αναγνωρίσει το Ολοκαύτωμα. Στο επίπεδο των ανθρώπων ή του εκπαιδευτικού συστήματος, ωστόσο, επικρατεί απόλυτη σιωπή. Το ίδιο ισχύει και στο ρουμανικό κινηματογράφο. Ίσως υπάρχουν ένα ή δύο τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ για το θέμα.

Πώς ερμηνεύεις αυτό το γεγονός;

Σε ό,τι αφορά την κομμουνιστική περίοδο, η εξήγηση είναι πολύ απλή. Ήταν απαγορευμένο να ισχυρίζεσαι πως η Ρουμανία υπήρξε σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Η δε δικτατορία του Τσαουσέσκου ήταν πολύ εθνικιστική. Πατριωτική, κατά κάποιο τρόπο.

Στη συνέχεια, μετά την Επανάσταση, το ζήτημα ήταν ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονταν να πολεμήσουν τα εγκλήματα της κομμουνιστικής περιόδου κι είχαν ανάγκη μια «χρυσή εποχή» πριν το 1949. Ισχυρίζονταν, λοιπόν, πως οτιδήποτε προγενέστερο συνιστούσε μια τέτοια εποχή. Προφανώς αυτό είναι αναληθές. Πρόκειται για κλισέ.

Αντιλαμβάνεσαι, επομένως, το ρόλο σου ως αποδομητή μύθων και ψευδαισθήσεων εθνικής, εθνικιστικής ή οποιασδήποτε άλλης προέλευσης;

Έτσι νομίζω ότι είναι, κατά μία έννοια. Από την άλλη, ίσως ακούγεται υπερβολικά ηρωικό να λέω πως αυτός είναι ο ρόλος μου. Προσωπικά δε θεωρώ ότι κάνω κάτι ηρωικό. Ίσως έτσι μπορέσω να προκαλέσω κάποια συζήτηση, να προκαλέσω τους ανθρώπους να σκεφτούν, κι ίσως να μην είναι τόσο αλαζόνες. Η εθνικιστική αλαζονεία στη Ρουμανία είναι αηδιαστική. Πιθανώς, άρα, αυτός να είναι ένας από τους ρόλους του φιλμ. Δεν ξέρω!

Θα μπορούσε η Μαριάνα, η πρωταγωνίστρια της ταινίας σου, να θεωρηθεί το φιλμικό alter ego σου;

Μου το ρωτάνε πολύ συχνά αυτό. (Γέλια). Ασφαλώς δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτή τη “Madame Bovary c’ est moi” κατάσταση. Παρόλα αυτά, δεν την συνέλαβα έτσι, αν και πολλές σκέψεις και πράξεις της με χαρακτηρίζουν. Οπότε λέω όχι!

Το ίδιο ισχύει και για τον Μοβίλα, τον άλλο ωραίο χαρακτήρα της ταινίας;

Κάποιες από τις ιδέες του είναι δικές μου.

Αποτελεί το εκλεπτυσμένο πρόσωπο του λογοκριτή της εποχής μας;

Εκλεπτυσμένο και πιο καλλιεργημένο. (Γέλια). Συνήθως οι λογοκριτές είναι πιο βάναυσοι. Δε λέει, εξάλλου, ανοησίες όλη την ώρα. Όταν κοιτάζεις το παρελθόν, πάντοτε υπάρχει κάτι προβληματικό, κάτι αμφισβητήσιμο. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν κάποιος παράγει ένα φιλμ ή κάποιο άλλο καλλιτεχνικό έργο.

Αμφισβήτηση για τα κίνητρά του;

Ναι. Κάποτε πήγα σε μια συνάντηση σε σχέση με σπουδές για το Ολοκαύτωμα και συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν άτομα που βγάζουν λεφτά από αυτό. Ασφαλώς είναι σημαντικό αυτό που κάνουν, αλλά, ταυτόχρονα, είναι και σαν επένδυση. Όπως, βέβαια, το να γυρίσεις μια ταινία ή να πας σε φεστιβάλ. Κάποιοι, μάλιστα, με κατηγορούν ότι χρησιμοποίησα μια τραγωδία για να κάνω καριέρα. Ότι πληρώθηκα από τη Μοσάντ ή τον Σόρος.

Θα σε ρωτάνε, βέβαια, γιατί δεν κάνεις ένα φιλμ για τα εγκλήματα του κομμουνισμού.

Αυτή είναι η πιο συχνή ερώτηση. «Γιατί όχι για τα εγκλήματα του κομμουνισμού, γιατί όχι για περιόδους της Ιστορίας κατά τις οποίες οι Ρουμάνοι ήταν τα θύματα;» Οι άνθρωποι προτιμούν να παρουσιάζονται ως θύματα. Το να διατηρείς την ανάμνηση του εαυτού ως θύματος, ωστόσο, μπορεί να σε οδηγήσει στην καλλιέργεια μίσους απέναντι σε άλλους. Όπως συμβαίνει με τους ισλαμιστές στις μέρες μας. Προτιμώ να κάνω ταινίες που δεν οδηγούν στο μίσος, αλλά μόνο στον αναστοχασμό. Όχι που να στοχοποιούν μια μειονότητα.

Το Αδιαφορώ… αποτελεί την πρόταση της Ρουμανίας για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας του 2019. Ποιος το αποφάσισε;

Υπάρχει μια επιτροπή κριτικών. Ήταν πραγματικά παράξενο που διάλεξαν τη δουλειά μου. Μάλλον γιατί η πλειονότητα των μελών της επιτροπής είναι άτομα νεαρής ηλικίας. Ήταν καθαρή τύχη, λοιπόν. Μέχρι σήμερα, το σινεμά στη Ρουμανία ήταν κάπως ανεξάρτητο, ενώ το Ρουμανικό Κέντρο Κινηματογράφου δεν υφίστατο υπερβολική πολιτική πίεση. Αλλά τους τελευταίους μήνες τα πράγματα ήδη άλλαξαν και θα υπάρξει, νομίζω, πολύ μεγαλύτερος πολιτικός έλεγχος.

Τα διάφορα κοινά στη Ρουμανία πώς την αντιμετώπισαν; Ευνοϊκά, επιθετικά, αδιάφορα;

Γι’ αυτού του είδους τις ταινίες τα κοινά δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, πολύ μεγάλα. Οι περισσότεροι από τους σινεφίλ κι όσους ενδιαφέρονται για την Ιστορία υπήρξαν πολύ θετικοί. Οι υπόλοιποι υπήρξαν πολύ επιθετικοί, για δύο λόγους. Κάποιοι από αυτούς, επειδή αρνούνται τα όσα συνέβησαν. Άλλοι, και μάλιστα κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων, γιατί τη θεώρησαν πολύ κακή. «Ποιος στην πραγματικότητα διαβάζει από ένα βιβλίο επί πέντε λεπτά;», αναρωτιόντουσαν σχετικά με το φιλμ.

Πάντα με εντυπωσιάζει η στιλιστική ποικιλομορφία της δουλειάς σου. Νιώθεις μια εσωτερική ανάγκη να πειραματίζεσαι με καινούρια στιλ και φόρμες;

Επειδή δεν είμαι ικανός να βρω ένα στιλ, νομίζω! Υποφέρω όλη μου τη ζωή γιατί δεν έχω ένα. Με κάθε φιλμ ξεκινάω από την αρχή.

Το Αδιαφορώ… χαρακτηρίζεται από ένα ιστορικό υπόβαθρο. Από την άλλη, είναι πολύ σύγχρονο στις ανησυχίες του και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την Ιστορία. Τι σε ανησυχεί περισσότερο στη σημερινή Ευρώπη;

Η Ακροδεξιά κατακτά ισχύ παντού. Η Ρουμανία είναι πάντα λίγο καθυστερημένη, αλλά πλησιάζει τους υπόλοιπους με ταχείς ρυθμούς. Είναι εκπληκτικό που η κατάσταση άλλαξε τόσο πολύ μέσα στα τέσσερα χρόνια από την αρχική σύλληψη της ταινίας.

Ευχαριστώ θερμά την Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

Η ταινία του Ράντου Ζούντε Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι προβάλλεται, σε επανάληψη, την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου (20:30, Αίθουσα Σταύρος Τορνές), στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.