Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Ψυλλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Ψυλλάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Σταύρος Ψυλλάκης: «Γεμάτοι ήττες είμαστε κι αυτές μάς κάνουν να δημιουργούμε»

 


Βαθιά τρυφερός, στοχαστικός και συγκινητικός φόρος τιμής στον αγαπημένο του φίλο Αλέκο Ζούκα, η Οφειλή είναι η πιο πρόσφατη δουλειά του σπουδαίου ντοκιμαντερίστα Σταύρου Ψυλλάκη.

Συναντώντας τον σκηνοθέτη λίγες μέρες πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Ο τίτλος του καινούριου σου ντοκιμαντέρ, το οποίο παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρεμιέρα στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, είναι Οφειλή. Έναντι ποιού;

O τίτλος δεν είναι δικός μου, είναι του Πάνου Κυπαρίσση, του αφηγητή των ημερολογίων του Αλέκου, εξίσου φίλου μαζί του, ο οποίος μας γνώρισε σε ανύποπτο χρόνο.

Όταν είχε δει μια πρωτογενή εκδοχή του ντοκιμαντέρ, με ρώτησε σχετικά με τον τίτλο: «Επιμένεις;» «Τι να σου πω, δεν ξέρω», του απάντησα. «Οφειλή θα έπρεπε είναι», γύρισε και μου είπε.

Δεν εξοικειώθηκα αμέσως με τον τίτλο, αλλά καθώς τον «χώνευα» ένιωσα ότι ήταν ο σωστός.

Εμπεριείχε την οποιαδήποτε προσωπική σχέση με τον Αλέκο, αλλά και κάτι παραπάνω: Δεν είναι μόνο οφειλή απέναντι σ’ εκείνον καθαυτόν.

Μερικές φορές στη ζωή που συμβαίνουν πράγματα πολύ δυνατά ή προνομιούχα, μ’ έναν τρόπο μεθυστικό μερικές φορές.

Επειδή, λοιπόν, μ’ αυτόν τον άνθρωπο είχαμε συχνά βιώσει αυτή την εμπειρία, η οφειλή γίνεται αντιληπτή υπό αυτή τη γενικότερη έννοια, του μοιράσματος.

Γνωριστήκατε τυχαία, έτσι δεν είναι;

Με τον Αλέκο γνωριστήκαμε τελείως τυχαία όταν έκανα γυρίσματα για ένα εταιρικό ντοκιμαντέρ. Από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα πως δεν επρόκειτο για έναν επιχειρηματία.

Τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία, και μόλις τέλειωσε το γύρισμα μού πρότεινε να πάμε για τσίπουρα. Τα επόμενα χρόνια δεν «ξεκολλήσαμε».

Συχνά ανέβαινα στη Θεσσαλία, που δεν ήξερα καθόλου. Μαζί μ’ αυτόν ένιωσα όλη τη μαγεία του κάμπου με τη λαύρα του. Με οδηγό τον Αλέκο υπήρξε ένα ταξίδι στη «γεωγραφία της ψυχής».

Θέλαμε να ταξιδεύουμε μαζί και να γευόμαστε την ενέργεια που έβγαζε ο ένας στον άλλο.

Αν και είναι δύσκολο να εντοπίσεις κάτι τέτοιο στις ανθρώπινες σχέσεις, τι ήταν αυτό που αισθάνθηκες να σε συνδέει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενστικτωδώς πιο πολύ;

Δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Είναι το ίδιο ερώτημα που τίθεται σχετικά με τον...

Έρωτα.

Ακριβώς.

Μ’ αυτόν τον άνθρωπο, τα χρόνια που συνυπήρξαμε δεν τσακωθήκαμε ποτέ. Η λέξη «ιδιοτέλεια» δεν παρεισέφρησε, εξάλλου, ποτέ στη σχέση μας. Αυτό είναι μαγεία.

Και κάτι απελευθερωτικό.

Οπωσδήποτε.

Μια ισότιμη σχέση, «χωρίς αποσκευές», όπως αποκαλείς τη φιλία.

Ο Αλέκος είχε μια έντονη κοινωνικότητα όντας και απίστευτος τερατολόγος.

Και ταυτόχρονα στοχαστικός, τρυφερός, χιουμορίστας και αθυρόστομος.

Ο Αλέκος χαρακτηριζόταν κυρίως από τις παρέες του. Για πολύ κόσμο έχει μείνει, λοιπόν, μ’ αυτή την εικόνα.

Ξεκινώντας με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του, εστιάζω όλο και περισσότερο στο ποιος είναι ο Αλέκος.

Και στο πώς μετασχηματίζονται ή διευρύνονται αυτά τα χαρακτηριστικά μέσα από τη σοβαρή «περιπέτειά» του με τον καρκίνο.

Όταν ήρθε ο καρκίνος, επειδή ο Αλέκος κατέβηκε στην Αθήνα, αυτό μας ένωσε πολύ περισσότερο. «Απογειωθήκαμε». Και μέσα στις σιωπές. Κι έτσι λέγαμε όλα. Τέτοιες στιγμές νιώθεις ότι έχεις δίπλα σου τον κατ’ επιλογή αδερφό.

Ήταν μια γλύκα ο Αλέκος, συνέχεια πειραζόμασταν.

Θα ακουστεί αγοραίο, ενώ δεν είναι. Είχες συγκεντρώσει πολύ «υλικό» ανά τα χρόνια από τη φιλία σας χωρίς την πρόθεση να το μετασχηματίσεις σε ταινία. Ένιωθες, ωστόσο, την ανάγκη να καταπιαστείς μ’ αυτό και να το κάνεις κάτι;

Μετά το ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο έμεναν πάντα σε εκκρεμότητα αυτά που μου είχε πει. Είχα επίσης το το υλικό από τα ταξίδια μας στην Πυρσόγιαννη. Πάνω από όλα, είχα αδιαλείπτως μέσα μου τον Αλέκο.

Κάθε φορά λέμε την αλήθεια που μπορούμε να πούμε, όμως. Κι αυτό δεν αφορά μόνο στην αποκάλυψη κάποιων μυστικών, αλλά πολύ περισσότερο στη δικιά μου ωριμότητα, πόσα είμαι ώριμος να πω και κινηματογραφικά και ως άνθρωπος.

Το πιο σημαντικό είναι σε ανθρώπινο επίπεδο. Επειδή μεγαλώνουμε, «σκουπίζουμε», και αφήνουμε τα πιο βαριά, τα πιο σημαντικά μέσα στη ζωή.

Έρχονται, λοιπόν, στιγμές που πια ασφυκτιούν. Από τη στιγμή που τράβηξα ένα συγκεκριμένο πλάνο στο αυτοκίνητο, το 2005, με είχε «στοιχειώσει». Θεωρούσα ότι ήταν εξαιρετικό. Εκείνη τη στιγμή τα είχε δώσει όλα.

Φτάνει η στιγμή που κάνεις τη «σούμα» της ζωής. Δε με νοιάζει να παρουσιάσω κάτι επίκαιρο, είναι σαν να τακτοποιώ τις εκκρεμότητές μου, να δίνω στα πράγματα το μέγεθος που είχαν στη ζωή μου. Αυτό κάνω.

Με ωρίμασε πολύ η ταινία με τον Μανιάτη. Το κοινό στοιχείο των δύο αντρών είναι ότι δε μιλάει ένα τρίτο πρόσωπο, μόνο οι ίδιοι. Ως χαρακτήρες δεν έχουν ομοιότητες. Δεν τα μαθαίνεις όλα γι’ αυτούς.

Αλέκος Ζούκας


Και δε θα τα μάθεις και ποτέ.

Αυτό είναι ένα άλλο πιστεύω μου. Ας μην έχουμε αυταπάτες: κανέναν δεν ξέρουμε. Ούτε καν τον εαυτό μας. «Γεύομαι» αυτά που η στιγμή και η δικιά μας η επικοινωνία θα μας δώσει την ευκαιρία να μοιραστούμε.

Πόσον καιρό δούλευες αυτό το υλικό;

Τυπικά το υλικό το δούλεψα για κάποιους μήνες, αλλά ουσιαστικά το δούλευα όλα αυτά τα χρόνια. Χτίζεται, όπως χτίζεις και τον εαυτό σου.

Τη φράση περί της αλήθειας που κάθε φορά μπορούμε να πούμε μού την είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Κοκοβλής, όταν γυρίζαμε το Άλλος δρόμος δεν υπήρχε.

Υπήρχε μια σκοτεινή περίοδος στα πρώτα χρόνια του Εμφυλίου κατά την οποία οι καταδιώξεις ήταν πολύ άγριες. Τότε χάθηκαν κάποιοι από τους συντρόφους του κι υπήρχε η υπόνοια ότι επειδή ήταν πιο «αιρετικοί», το ίδιο το κόμμα τούς «καθάρισε».

Την τελευταία φορά που τον ρώτησα για έναν από αυτούς τους ανθρώπους, μού είπε αυτή τη φράση. Η αλήθεια, επομένως, υπερβαίνει κατά πολύ την αποκάλυψη του συγκεκριμένου περιστατικού.

Χαρακτηριστική είναι άλλη μια φράση από τον Άνθρωπο που ενόχλησε το σύμπαν, όπου ρωτάω τον Μιχάλη: «Τι κάνεις;» «Εγώ σκαλίζω και θα μου δείξει αυτό τι μορφή θα του δώσω», απαντά. Εντυπωσιακό. Το είχε πει κι ο Μιχαήλ Άγγελος.

Βέβαια ο Μιχάλης δεν το είχε ακούσει αυτό, γιατί δεν είχε βγάλει ούτε το Δημοτικό. Είναι μια μεγάλη αλήθεια. Τη μεγάλη της αλήθεια, όμως, την ανακάλυψα πολύ αργότερα, κάνοντας το μοντάζ των δικών μου ταινιών.

Ποια ήταν αυτή;

Νιώθω πως το ίδιο το υλικό μού δείχνει τι πρέπει να κάνω. Είναι σαν να πρέπει να χτίσεις ένα σπίτι. Υπάρχουν τέσσερις-πέντε κολόνες, που είναι η βάση. Για να αποφασίσεις πού θα βάλεις το καθετί, ωστόσο, πρέπει να αρχίσεις να ζεις το σπίτι.

Ο θεατής είναι ένας επισκέπτης που τον καλείς σε ξενάγηση σ’ αυτό. Ένα σπίτι χτίζεις με μια ταινία. Από τα τελευταία πράγματα που θα κάνεις θα είναι να βάλεις μια γλαστρούλα. Αυτά είναι τα «τριμαρίσματα». Αντίστοιχα και σε μια ταινία.

Πόσο μάλλον όταν μια ταινία εστιάζει σε ανθρώπους και ανθρώπινες σχέσεις.

Ακριβώς. Αυτό είναι ένα παιχνίδι που μου αρέσει πάρα πολύ.

Σε ευχαριστεί η αίσθηση του αιφνιδιασμού;

Όσο προγραμματισμένος είμαι στη ζωή μου, μόλις βρεθώ μπροστά σε ένα περιστατικό που θα με αιφνιδιάσει πάνε στον διάολο όλα τα υπόλοιπα! Κι όχι μόνο στον έρωτα. Δε θα κοιτάξω το ρολόι.

Ούτε κι ο Αλέκος το κοίταζε.

Έπρεπε να διαχειριστώ το θέμα του χρόνου του Αλέκου, του χάους, και του δικού μου, που είναι η απόλυτη τακτοποίηση.

Καταλάβαινε τη δική μου νεύρωση, κι «έπαιρνε το αίμα του πίσω» όταν τέλειωνε το επαγγελματικό κομμάτι.

Μιας και μιλάμε για αλήθειες που λέμε και δε λέμε, αντέχει το κοινό να ακούει, έστω και μέσω του κινηματογράφου, αλήθειες όπως αυτές που αποτυπώνονται και στη δικιά σου δουλειά; Ή προτιμά κάτι πιο ανάλαφρο, να ξεφεύγει;

Αυτές οι ταινίες δε θα γίνουν best seller. Δε θα τις αποκαλούσα και περιθωριακές, όμως. Θα ήμουν άδικος και με τον εαυτό μου, αν έλεγα πω πως δε νιώθω μια αγκαλιά.

Ακόμα κι αυτοί που προτιμούν κάτι πιο ανάλαφρο, δε θα σχολιάσουν: «Τι μας είπε αυτός ο μαλάκας ο κουλτουριάρης;»

Μπορεί να τους στενοχώρησα, να τους έκανα να κλάψουν, αλλά ήταν εκεί. Σεβάστηκαν αυτό που έβλεπαν. Ε, είναι ένας φίλος τους «λοξός». Μετά από μια-δυο ώρες θα είναι αλλού, γιατί έτσι μπορούν να επιβιώσουν.

Είναι ταινίες που σε έχουν προβληματίσει για ένα θέμα. Είναι, όμως, και κάποιες άλλες που, βγαίνοντας από αυτές, θες να «βυθιστείς» στη σιωπή και να συνομιλήσεις με τον εαυτό σου. Όλες υπάρχουν, και τις έχουμε ανάγκη.

Όταν διαβάζω εφημερίδα, δεν ξεκινάω από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά από τα αθλητικά.

Επίτρεψέ μου να ανοίξω μια σημαντική «παρένθεση».

Την περίοδο που έκανα τα γυρίσματα του ΜΕΤΑΞΑ συνέβη να αρρωστήσει ο Αλέκος. Όταν ολοκλήρωσε την πρώτη θεραπεία, κατέβηκε στην Αθήνα. Δεν είχε σχέση με τους γιατρούς, ήταν ο κολλητός μου φίλος.

Καθήσαμε μια μέρα να κουβεντιάσουμε - εγώ, αυτός, και ο φωτογράφος Κώστας Πάλμας. Άρχισε ένας «χείμαρρος» υπαρξιακών εξομολογήσεων.

Καθώς προχωρούσε, ένιωθα πως μου έλεγε τι ταινία πρέπει να κάνω για το ΜΕΤΑΞΑ, μου τα πρόσφερε γενναιόδωρα. Αυτό είναι η φιλία.

Ένα δώρο είναι για σένα η φιλία, επομένως.

Πολύ μεγάλο δώρο.

Το έχεις χαρεί, το χαίρεσαι, σου λείπει κάποιες φορές;

Το έχω χαρεί, όπως έχω νιώσει και την πίκρα τού να γερνάει ή να χάνεται μια φιλία.

Ευτυχώς, πάντως, συναντώ συχνά ανθρώπους με τους οποίους δημιουργούμε πολύ φιλική σχέση. Βέβαια, δεν έχει την ποιότητα μιας σχέσης τριάντα, σαράντα ή πενήντα χρόνων.

Η ανοιχτότητα, όμως, που μπορείς να ζεις με κάποιους ανθρώπους αμβλύνει και τις απώλειες. Υπάρχουν απώλειες για τις οποίες έχω πενθήσει, και πενθώ ακόμα. Για τις μεταφορικές μιλάω περισσότερο.

Πώς καταφέρνεις να διατηρείς τη σχεδόν αγαπητική σχέση και με τη δουλειά σου εν μέσω της συνθήκης που βιώνουμε εδώ και ενάμιση και πλέον χρόνο;

Είναι ουσιώδες ερώτημα, γιατί ακόμα κι αν ελεγχθεί, τα σημάδια της δε θα είναι λίγα.

Ούτε κι ο κόσμος θα είναι ο ίδιος. Μερικές φορές αρχίζω να αισθάνομαι ενοχές. «Αναίσθητος είσαι;» διερωτώμαι. Δε ζω τη μεγάλη τραγωδία. Δε με έχει πιάσει ο φόβος.

Βγαίνω, κυκλοφορώ, περπατάω, ξεκλέβω χρόνο να βρίσκομαι με ανθρώπους που αγαπάω, διαβάζω αρκετά.

Δεν κάνω μαλακίες σε μεγάλο συνωστισμό, αν και πέρσι το καλοκαίρι βρέθηκα σε πάρτι σε χωράφια!

Μένω πολλές ώρες μόνος μου, δουλεύω πολλές ώρες, ετοιμάζω και καινούρια ταινία.

Δεν αμφέβαλλα!

Γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε. Κάποια στιγμή πεθαίνουμε.

Αυτή η περίοδος της μεγαλύτερης αυτοσυγκέντρωσης είναι μια αφορμή να αναστοχαστείς τη ζωή σου.

Έχοντας συμφιλιωθεί με και αγαπήσει και τις ήττες -γιατί γεμάτοι ήττες είμαστε κι αυτές μάς κάνουν να δημιουργούμε-, νιώθω να «κάθονται» καλά όσα μου συμβαίνουν. Όχι με τα «γρέζια» της κακίας και του μίσους. Κι αυτό με έχει καταλαγιάσει εσωτερικά.

Ίσως έχω πάρει «διαζύγιο» από τον φόβο.

Το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη Οφειλή προβάλλεται σε παγκόσμια πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού Ντοκιμαντέρ-Stranger than Fiction του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας.

Οι προβολές θα πραγματοποιηθούν την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου (Ριβιέρα, 19:45) και την Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου (Ταινιοθήκη της Ελλάδος, 20:00).



Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σταύρος Ψυλλάκης: «Το να φτιάξεις μια ταινία ντοκιμαντέρ είναι μια υιοθεσία»


Άνθρωπος σπάνιας ευγένειας και σεμνότητας και, συνάμα, από τους πιο αξιόλογους εκπροσώπους του ανθρωποκεντρικού ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ο Σταύρος Ψυλλάκης είναι, επιπλέον, ένας χειμαρρώδης, αν και χαμηλών τόνων, συνομιλητής, με βλέμμα διαπεραστικό και σπινθηροβόλο. Συναντηθήκαμε πρόσφατα στα Εξάρχεια, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ του Ολυμπία, το οποίο έχει ως κεντρικό «ήρωα» την 33χρονη καρκινοπαθή έγκυο Ολυμπία. Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται στα πλαίσια του 21ου Διεθνoύς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας- Νύχτες Πρεμιέρας (Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου, Ταινιοθήκη της Ελλάδος, 19:00).

Γιατί οι άνθρωποι κατέχουν τόσο κεντρικό ρόλο σε όλες σας τις δουλειές;

Στις ταινίες μου συνήθως δεν κάνω τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ό,τι κάνω στη ζωή μου. Τι αναζητώ και ποιον συναναστρέφομαι. Δεν είμαι ένας άνθρωπος που βιώνει το γίγνεσθαι στην ιστορική του διάσταση. Ναι μεν διαβάζω και ενημερώνομαι, αλλά πολύ περισσότερο με ενδιαφέρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι κι οι ανθρώπινες ιστορίες και στα πλαίσια του συγχρωτισμού με τους ανθρώπους μπορεί να μου βγουν τα καλύτερα και τα χειρότερα συναισθήματα. Δεν είναι πως ξεκινάω από μια μεγάλη πίστη κι εκτίμηση για το ανθρώπινο γένος- περισσότερο το αντίθετο ισχύει, θα έλεγα. Προσπαθώ να βρω «ψήγματα» ανθρώπων και να τσιγκλίσω κάποιες καταστάσεις, κατά τις οποίες οι άνθρωποι δικαιώνουν με την παρουσία τους αυτό το ίδιο το γεγονός της ζωής. Ούτε ως δούλοι ήρθαμε, ούτε για να γίνουμε κομμάτια ενός μεγάλου οικονομικού και παραγωγικού συστήματος. Αν μέσα στη ζωή μας δεν μπουν το όνειρο, η μαγεία, το παράλογο, όλα τα υπόλοιπα φαίνονται λίγα. Σε σχέση με τον προσωπικό τρόπο που βιώνω τη ζωή, με ενδιαφέρουν, λοιπόν, οι άνθρωποι πάρα πολύ. Προσπαθώ, έτσι, να ανακαλύψω γιατί μπαίνουν στις περιπέτειες που μπαίνουν και γιατί ορισμένοι από αυτούς, από επιλογή ή από συγκυρία, συμβαίνει συχνά να περπατάνε στα όρια κάποιων καταστάσεων. Δεν κατηγορώ κανέναν, ούτε είμαι εισαγγελέας ή κάποιος που ξέρει ποιο είναι το καλό και τι πρέπει να γίνει στον κόσμο. Δεν ξέρω τίποτε, κι όσο περνούν τα χρόνια δεν έχω σχεδόν καμία βεβαιότητα

Όταν έκανα την ταινία Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν...

...Την οποία παρακολούθησα χτες το βράδυ, για να τη «φρεσκάρω» στη μνήμη μου.

...συμμετείχαν ωραίοι άνθρωποι, μπορώ να το λέω κι εγώ, τώρα που έχουν περάσει 17-18 χρόνια- είναι σαν να την έχει κάνει κάποιος άλλος. Σε αυτή την ταινία δεν ξεκινάω από φιλανθρωπική διάθεση, ούτε ακτιβιστική. Aυτά είναι παρεπόμενα. Ξεκινάω από την αγωνία ως άνθρωπος να ανακαλύψω τι είναι η τρέλα. Τυχαία αυτοί είναι μέσα και τυχαία οι περισσότεροι από μας έξω- δεν επέλεξε κανείς τα κάγκελα του ψυχιατρείου. Tαυτόχρονα, αυτή η οριακή κατάσταση επιτρέπει στον άνθρωπο να βιώσει αφιλτράριστες πολλές εμπειρίες. Η τρέλα είναι κάτι που κλονίζει τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Οι τρόφιμοι του ψυχιατρείου έβγαλαν κάτι πολύ πλούσιο, που αποτελεί τεράστιο μάθημα.

 
Από αυτή την εσωτερική ανάγκη, της γνωριμίας με ανθρώπους που «περπατάνε στα όρια κάποιων καταστάσεων», προέκυψαν κι οι συναντήσεις με τους υπόλοιπους «χαρακτήρες» σας;

Κυρίως ξεκινούν από κει. Αλλά εδώ πρέπει να σου εξομολογηθώ μια άλλη μεγάλη αλήθεια, που σιγά σιγά νιώθω, ότι ο κάθε άνθρωπος έχει την ιστορία του και το ενδιαφέρον του. Το να φτιάξεις μια ταινία ντοκιμαντέρ- γιατί αυτό ξέρω να κάνω- είναι μια υιοθεσία. Όλοι οι άνθρωποι και τα περιστατικά που μπορεί να περιλαμβάνονται σε μια ταινία υπήρχαν, υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Κάποια στιγμή οι συγκυρίες της ζωής σε κάνουν να «κουτουλήσεις» πάνω τους. Είναι σαν να σου άφησαν ένα μωρό έξω από την πόρτα σου και να εναπόκειται σε σένα τι θα το κάνεις: θα το αφήσεις να πεθάνει, ή θα το υιοθετήσεις; Μια τέτοια «υιοθεσία» συμβαίνει και με τους ανθρώπους που εμφανίζονται στις ταινίες μου κι έπειτα αρχίζει η περιπέτεια. Κυρίως με ενδιαφέρει να φέρω τον συνομιλητή μου σε βολική θέση για τον ίδιο: από το πού θα κάτσει, μέχρι την κουβέντα που θα κάνουμε, σαν δυο φίλοι. Nα μου πει τον πόνο, το όνειρό του, τη χαρά του.

 
Στο ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο υπάρχει, θυμάμαι, ένας άνθρωπος, ο Βασίλης ο Τριφύλλης, με ένα κίτρινο μπλουζάκι, ο οποίος προς το τέλος της ταινίας αρχίζει να μιλάει για τις μάσκες που φοράει ο καθένας στη ζωή του. Αυτός ο άνθρωπος ζήτημα είναι αν είχε τελειώσει το Δημοτικό. Ήταν αποθηκάριος στην Ελαΐδα και ζούσε κάπου στη Νίκαια σε ένα φτωχικό, λαϊκό σπίτι, σε ένα περιβάλλον όπου το θρησκευτικό στοιχείο ήταν έντονο, με μια γυναίκα, η οποία τον πρόσεχε, αλλά ήταν και νευρωτικά προστατευτική. Κάποια στιγμή τον ρωτάω «τι σου αρέσει, τι σε ευχαριστεί;». Και τότε αρχίζει να ξεδιπλώνεται ένας άλλος άνθρωπος, να βγάζει μια τέτοια ευαισθησία, τόσο πυκνό και στέρεο λόγο, που αναρωτιέσαι από πού προέκυψε. Τεράστια έκπληξη. Του είμαι ευγνώμων.

Όλη η ιστορία του ντοκιμαντέρ ξεκίνησε από έναν γιατρό, τον Νίκο τον Καρβούνη, ο οποίος είχε αρρωστήσει και παίζει στην ταινία, κι αυτός μου πρότεινε να γίνει. Τα περισσότερα πρόσωπα μου τα πρότεινε, επίσης, ο ίδιος και το ένα έφερε το άλλο.

Την Ολυμπία πώς θα την περιγράφατε ως άνθρωπο;

Η Ολυμπία είναι ίσως ότι πιο δύσκολο έχω γυρίσει. Η ιστορία της συνδέεται με το ΜΕΤΑΞΑ, γιατί στη δεύτερη προβολή του στη Θεσσαλονίκη (σημ.: στο 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2012) παρευρισκόταν ένας γιατρός, πνευμονολόγος. Είδε την ταινία και 2 χρόνια μετά έτυχε να έχει αυτό το περιστατικό, ήταν ο γιατρός της. Με πήρε τηλέφωνο και προθυμοποιήθηκε να μου κάνει τα έξοδα. Ανέβηκα, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη, αφού είχε πρώτα μιλήσει με την οικογένεια, και τους επισκεφτήκαμε. Μια γλυκύτατη οικογένεια, πολύ φιλόξενη και ζεστή, μια Ολυμπία περίπου στην κατάσταση που εμφανίζεται στο ντοκιμαντέρ, ένα γλυκύτατο κορίτσι. Τα πράγματα, όμως, είναι δύσκολα και βαριά. Φεύγοντας από κει, λέω στο γιατρό «έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν έχω αντοχές, δεν μπορώ άλλο» και τότε γυρνά και μου λέει: «Μα για αυτό φώναξα εσένα». Με «τούμπαρε».

 
Μετά από καμιά δεκαριά μέρες επιστρέφω με την Θέκλα την Μαλάμου, έναν πολύ ικανό κι ευχάριστο άνθρωπο, για να κάνει τη φωτογραφία. Χωρίς άλλο συνεργείο, καθόμαστε 4 μέρες. Εισπράξαμε όσα εισπράξαμε. Είναι μια λαϊκή οικογένεια: τα παιδιά του σογιού μπαινοβγαίνουν, ο παππούς είναι μουσικός που παίζει σε πανηγύρια, η μάνα παιδί μεταναστών που έχει γεμίσει το σπίτι εικονίσματα, χωρίς όμως να θυμίζει νευρωτική θεούσα. Πίστευε με τον τρόπο που πίστευε ο πατέρας ή η μάνα μου. Με τον ίδιο τρόπο που, παρά τα προσωπικά μου πιστεύω, μπορεί να με δεις στον Επιτάφιο ή να μπω σε ένα εκκλησάκι να πω ένα «γεια». Υπήρχε κι η Ολυμπία. Δεν ξέρω πού εβρισκε τη δύναμη. Η κατάστασή της ήταν πολύ κρίσιμη, ήξερα ότι δε θα κρατούσε πολύ. Η ίδια είχε πάρει τεράστια δύναμη από τη γέννηση του παιδιού. Έχω ένα σκηνικό, όπου συνυπάρχουν η ζωή κι ο θάνατος σφιχταγκαλιασμένοι. Ο θάνατος κάθεται έξω από την πόρτα με το μαύρο παλτό και παρακολουθεί λέγοντάς σου «εγώ είμαι ο άρχοντας» και ξαφνικά, ενώ εκείνος περιμένει τη λεία του, έχεις έναν άνθρωπο που λέει «θέλω να ζήσω, αγαπώ τον Παναγιώτη», ο οποίος έχει γεννηθεί υγιέστατος- κι όλα αυτά μέσα σε μια μεγάλη αγκαλιά. Δεν ξέρω μέσα της τι πίστευε, όπως κι άλλοι στα πρόθυρα του θανάτου, ούτε και μπορούσα να την ρωτήσω.

Αν και φαινομενικά αντιφατικό, ντοκιμαντέρ όπως το ΜΕΤΑΞΑ ή η Ολυμπία αποτελούν μαθήματα ζωής, ανθρωπιάς κι αξιοπρέπειας, παρότι αναφέρονται στη φθορά και το θάνατο.

Αυτή είναι η ζωή. Αυτός, όμως, είναι κι ο δικός σου φόβος του θανάτου, που ενεργοποιείται όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τη φθορά και το θάνατο. Δεν μπορώ να μιλήσω για το πώς διαχειρίζομαι το δικό μου φόβο. Δεν ξέρω πώς τον διαχειρίζομαι, αλλά αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά τον κάθε πολιτισμό. Μέσα μου πιστεύω ότι όλο το ανθρώπινο κατασκεύασμα υπάρχει, για να ξορκίσει το φόβο του θανάτου.

Ξορκίζεται, τελικά;

Παιχνίδια κάνουμε, για να τον ξορκίσουμε. Είναι ωραία, όμως, τα παιχνίδια. Ξαφνικά βλέπεις να βγαίνουν αριστουργήματα, για να ξεχάσει ο άλλος τη θνητότητά του. Τι είναι η ζωή, όμως; Όλα αυτά που περνάμε, αυτό είναι η ζωή. Όρισέ μου την κάπως αλλιώς. Δεν μπορείς, όμως, να αντιμετωπίζεις το θάνατο μοιρολατρικά, να μη σε αφήνει να κάνεις τίποτα. Ακόμη κι αν κάποιος αποφασίσει να αυτοκτονήσει, επειδή δε βλέπει νόημα σε όλα αυτά, δέχομαι την απόφασή του. Παρότι έχω γευτεί γενναιόδωρα τη ζωή, δεν πρέπει να είμαι αχάριστος, απέναντι σε κάποιον που φιλοσοφικά υποστηρίζει  αυτή τη θέση δεν έχω σοβαρότατα επιχειρήματα, για να του πω «μην το κάνεις».

Από την επικοινωνία σας με τους καρκινοπαθείς και τις όποιες αντιδράσεις του κοινού, θεωρείτε ότι ως κοινωνία έχουμε μάθει, με τα χρόνια, λίγο περισσότερο να τα συζητάμε αυτά τα θέματα, εν προκειμένω του καρκίνου, ή παραμένουν ζητήματα ταμπού κρυμμένα πίσω από λέξεις όπως η «επάρατος» κ.λπ;

Κοίταξε, Γιάννη, σίγουρα έχουν αλλάξει κάποια πράγματα, γιατί τα κρούσματα του καρκίνου είναι πολύ σύνηθες φαινόμενο πλέον. Δεν μπορείς να το κρύβεις συνέχεια, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας εξακολουθεί να είναι πίσω σε αυτό το πράγμα. Φοβάται, δεν το λέει, το θεωρεί σαν στίγμα. Ας πούμε, όταν οι προβολές του ΜΕΤΑΞΑ γίνονται σε κάποιο σύλλογο που έχει σχέση με καρκινοπαθείς, η προσέλευση μπορεί να είναι αθρόα. Στην Ταινιοθήκη δε συνέβη κάτι τέτοιο. Αλλά και πολλοί φίλοι, που ξέρουν τη δουλειά μου, δεν ήρθαν επειδή άκουσαν το θέμα.

Περιγράψτε μου τη δικιά σας σχέση ζωής με το ντοκιμαντέρ.

Το ντοκιμαντέρ έχει μια άγρια ομορφιά. Όταν τέλειωνα τη Σχολή Χατζίκου, οι περισσότεροι είχαμε την εντύπωση ότι ντοκιμαντέρ είναι κάτι που αφορά αρχαιολογικά, ιστορικά, φυσιολατρικά θέματα. Ευτυχώς που βρέθηκα στη Γαλλία με μια υποτροφία κι ήρθα σε επαφή με το μεταπολεμικό ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ, οπότε ξαφνικά ανακάλυψα μια διάσταση που δεν είχα στο νου μου κι ήταν πολύ κοντά στο χαρακτήρα μου και στις σχέσεις που αναπτύσσω με τους ανθρώπους και δεν είχα πια ανάγκη ούτε από σενάρια, ούτε από ηθοποιούς. Η ίδια η ζωή με τροφοδοτούσε συνέχεια με ένα σωρό πράγματα. Η πρώτη μου γλυκιά αίσθηση από το ντοκιμαντέρ είναι η γνωριμία με τον άλλο, τον διαφορετικό. Όλα τα μίση, οι εθνικισμοί είναι απόρροια φόβου: δεν ξέρουμε τίποτε για τον άλλο κι απλά το στερημένο κομμάτι της δικιάς μας ζωής έρχεται να προστεθεί και να επενδυθεί πάνω στη φιγούρα του, εισπράττοντάς τον ως τη μόνιμη απειλή. Δεν είναι έτσι ο άλλος. Όπως πονάς, υποφέρεις, έχεις αγωνίες κι έγνοια πώς θα φέρεις βόλτα τη ζωή, έτσι είναι κι αυτός. Στο ντοκιμαντέρ, λοιπόν, ερχόμενος σε επαφή με το πρόσωπο της διπλανής πόρτας, το γνωρίζεις και στο τέλος βγαίνει το πέπλο της απειλής και του φόβου. Αυτή η δυνατότητα γνωριμίας και μοιράσματος με τον άλλο είναι η γοητεία του ανθρωποκεντρικού ντοκιμαντέρ. Όλες οι ιστορίες είναι μπροστά μας, έχουν ειπωθεί. Αυτό που έχει σημασία είναι η αισθητική και το στιλ, με τα οποία αφηγεισαι την ιστορία, τι σου βγάζει ο άνθρωπος, τι «κέντημα» μπορεί να κάνει κι έπειτα, μπαίνοντας στη διαδικασία του μοντάζ, πώς θα μεταφέρεις αυτό που σου έχει μείνει ως αίσθηση.

Αν ήθελα να δώσω ένα ιδανικό τίτλο στις δουλειές μου, αυτός είναι πως όλες αυτές είναι ιστορίες εμπιστοσύνης ανάμεσα σε ανθρώπους. Είναι μια δύσκολη διαδικασία. Κι ευτυχώς με τους περισσότερους παραμένουμε πολύ φίλοι και μετά την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ. Πρέπει να την «ποτίζεις» αυτή τη φιλία. Και συνέχεια ζητάει. Δεν έχεις το ηθικό δικαίωμα να αφήσεις σύξυλο τον άλλο, αφότου σου έχει ανοίξει την καρδιά του. Δεν είναι μόνο για την πάρτη μας τα πράγματα.

 
Το ντοκιμαντέρ Ολυμπία του Σταύρου Ψυλλάκη, μετά τη πανελλήνια πρεμιέρα του στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το βραβείο κοινού, προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου, 19:00, στα πλαίσια του 21ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας- Νύχτες Πρεμιέρας, ενώ σύντομα θα προβληθεί και σε εμπορική διανομή.

Στο μεταξύ, ο Σταύρος Ψυλλάκης ολοκλήρωσε την καινούρια του δουλειά Το μέσα φως, που έκανε το φεστιβαλικό της ντεμπούτο τον Αύγουστο, στα πλαίσια του 2ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Ιεράπετρας, ενώ έχει επιλεγεί και στο 3ο  Φεστιβάλ AegeanDocs (28 Σεπτεμβρίου- 4 Οκτωβρίου).

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

"ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο": ένα μάθημα ζωής, σε σκηνοθεσία Σταύρου Ψυλλάκη





"Πότε θα καταλάβουμε ότι χρωστάμε περισσότερα στην ποίηση, παρά στην εφορία; " (ένας από τους πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ)


Όταν στις 16 Μαρτίου του 2012 διάβαινα την είσοδο του "Παύλου Ζάννα", για να παρακολουθήσω την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο στα πλαίσια του 14ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ήμουν ελάχιστα προετοιμασμένος για ό,τι επρόκειτο να βιώσω, αν και το θέμα του ντοκιμαντέρ από μόνο του ήταν ικανό να με προϊδεάσει...


Στο ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο, ο Σταύρος Ψυλλάκης εστιάζει στις αφηγήσεις καρκινοπαθών γιατρών και προσωπικού, που εργάζονται στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά "Μεταξά".  Με σκηνοθετική προσέγγιση λιτή, περιεκτική και ρεαλιστική, χωρίς ωραιοποιήσεις ή εύκολους συναισθηματισμούς, αφήνει χώρο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές να ξεδιπλώσουν τις προσωπικές τους ιστορίες μπροστά από το φακό. Άνθρωποι αξιοπρεπείς, μαχητικοί, σεμνοί, με ήθος, λεπτό αυτοσαρκασμό και, συχνά, πολύ χιούμορ αφηγούνται πώς συμβιώνουν με τον καρκίνο, πώς αναμετρώνται με αυτόν, πώς, τελικά, πετυχαίνουν μικρές, καθημερινές νίκες, παρατείνοντας τη ζωή τους. Κάποιος από τους γιατρούς αισθάνεται ενοχή, γιατί η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί θα μπορούσε να συντηρεί μια οικογένεια σε ετήσια βάση, ενώ στον ίδιο προσφέρει μονάχα μια παράταση ζωής, ενώ ένας άλλος, πολιτικά στρατευμένος, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία των συντροφικών σχέσεων, ευχαριστώντας τους συντρόφους του για ό,τι του έχουν προσφέρει.


Με κάθε λεπτό που περνούσε, η παρακολούθηση γινόταν ολοένα και πιο βασανιστική. Το βούρκωμα πιο έντονο. Και ο σεβασμός απέναντι σε αυτούς τους γενναίους και δυνατούς ανθρώπους που παρέδωσαν ένα μάθημα ζωής πιο ανυπόκριτος και βαθύς. Κάποτε η προβολή ολοκληρώθηκε. Τα φώτα άναψαν. Στο θολωμένο οπτικό μου πεδίο κανείς δεν είχε μείνει ασυγκίνητος. Κι όταν οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ και κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του εμφανίστηκαν μπροστά από το κοινό, οι θεατές ξέσπασαν σε ένα θερμό, ψυχωμένο χειροκρότημα.


Το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο θα προβάλλεται από την Παρασκευή, 12 Απριλίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεγάνδρου 134-36)