Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινιμαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μινιμαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Sarah Davachi: «Υπάρχει κάτι το ευλαβικό στην ενασχόληση με την τέχνη»

 


Μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης μινιμαλιστικής μουσικής, η Καναδή Sarah Davachi εμφανίζεται σε ένα μοναδικό double bill με την επίσης Καναδή Kara-Lis Coverdale στις 7 Οκτωβρίου στο Gazarte.

Μια σε βάθος συνέντευξη μαζί της.

Είσαι μια εξαιρετικά ταλαντούχα ηλεκτροακουστική συνθέτρια/ερμηνεύτρια της οποίας το έργο «ασχολείται με τις περιπλοκές του ηχοχρώματος και του χρονικού χώρου», με «έμφαση στις διακυμάνσεις στην υφή, την πολυπλοκότητα των αρμονικών τόνων, τα ψυχοακουστικά φαινόμενα, το κούρδισμα και τον τονισμό».

Θα ήθελες να μου αναλύσεις τις δημιουργικές/μουσικές σου ανησυχίες; Έχουν αναπτυχθεί σταδιακά μέσω της έκθεσης σε καλλιτεχνικά ερεθίσματα από την παιδική σου ηλικία και εξής, και μετά μέσω της επίσημης εκπαίδευσης;

Σ’ ευχαριστώ!

Νομίζω ότι οι μουσικές μου ανησυχίες δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από την αρχή:

Πάντα με ενδιέφερε έμφυτα η χροιά, η υφή και η αρμονία, και με έλκυε ο περίπλοκα διατηρημένος ήχος από τότε που είχα οποιαδήποτε θεωρητική κατανόηση του τι συνέβαινε, για οποιονδήποτε λόγο.

Από πολλές άλλες απόψεις, οι ανησυχίες μου έχουν εδραιωθεί και μετατοπιστεί με μερικούς πολύ σημαντικούς τρόπους επίσης.

Τα τελευταία χρόνια τα ενδιαφέροντά μου έχουν μετακινηθεί από την εστίαση στα ηλεκτρονικά όργανα στην εργασία με ακουστικά όργανα.

Αυτό έχει διαμορφώσει το είδος της δουλειάς που κάνω και την κατεύθυνση προς την οποία φαίνεται να κινείται με φυσικό τρόπο.

Επίσης, έχω σίγουρα μια πιο τυποποιημένη άποψη για το είδος των μουσικών δομών και εμπειριών πάνω στις οποίες εργάζομαι, ως αποτέλεσμα των εξερευνήσεών μου.

Νομίζω, λοιπόν, πως τα πράγματα ξεκίνησαν με έναν πιο γενικό τρόπο και σιγά σιγά πλησιάζω περισσότερο σε αυτό που νιώθω ότι πάντα ήθελα να κάνω μουσικά.

Δε νομίζω πως είναι σημαντικό να φτάσω εκεί απαραίτητα, αλλά απολαμβάνω πολύ τη διαδικασία του να το καταλαβαίνω και να προσπαθώ ξανά και να το επαναλαμβάνω.

Θεωρώ τον εαυτό μου συνθέτρια-ερμηνεύτρια μινιμαλιστικής μουσικής, και συγκεκριμένα μουσικής με επίκεντρο τα drone.

Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, με ελκύει η πιο ήσυχη πλευρά αυτού του είδους μουσικής, αναζητώντας πάντα κάποιο είδος οικειότητας στον ήχο.

Για να την πετύχω, δουλεύω με διάφορες πτυχές της διάρκειας, του αρνητικού χώρου, της ψυχοακουστικής, του κουρδίσματος, της αρμονίας, της επανάληψης και της ακρόασης.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους οι ποικίλες αναφορές στις οποίες έχεις εκτεθεί έχουν (ανα)διαμορφώσει το καλλιτεχνικό σου όραμα;

Νομίζω ότι με έχουν βοηθήσει κυρίως να πλησιάσω περισσότερο σε αυτό το οποίο θέλω μουσικά και να αποκτήσω μια καλύτερη αίσθηση του πώς να επικοινωνώ αυτά που έχω στο μυαλό μου.

Όλα τα πράγματα τα οποία συναντώ έχουν κάποιο είδος διαλογικής σχέσης με το έργο μου.

Αυτό σημαίνει ότι έχουν τόσο μεγάλο αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται το έργο μου όσο το έργο αναζητά συγκεκριμένα πράγματα που θα του μιλήσουν.

Ειδικά με τα μουσικά όργανα συμβαίνει αυτή η διαδικασία: υπάρχει μια εναλλαγή μεταξύ αυτού το οποίο μπορώ να αντλήσω από το όργανο και αυτού που μου ανταποδίδει το όργανο για να εμπνεύσει νέες κατευθύνσεις στη δουλειά μου.

Περιλαμβάνοντας σόλο πρότζεκτ, μουσικά σύνολα δωματίου και ακουσματική μουσική και ενσωματώνοντας ένα ευρύ φάσμα ακουστικής και ηλεκτρονικής ενορχήστρωσης, τα άλμπουμ σου χαρακτηρίζονται, ωστόσο, από μια μινιμαλιστική προσέγγιση.

Πώς αντιλαμβάνεσαι και βιώνεις τον μινιμαλισμό, τόσο από αισθητικής όσο και από φιλοσοφικής άποψης;

Εννοιολογικά, ο μινιμαλισμός αφορά την οικειότητα με ένα συγκεκριμένο είδος εμπειρίας, όποια κι αν είναι αυτή η εμπειρία.

Στη μινιμαλιστική μουσική, αυτό συνήθως καταλήγει να είναι εμπειρίες που παραβλέπονται σε κανονιστικές μουσικές μορφές, όπως η υφή και η κάθετη αρμονία και η εσωτερική δομή του ήχου.

Αισθητικά, οι κύριες δομές που προκύπτουν είναι είτε ο παρατεταμένος ήχος με τη μορφή βόμβου είτε ως επανάληψη του ήχου.

Νομίζω ότι ο σκοπός της μινιμαλιστικής τέχνης είναι να μετατοπίσει την εστίαση στις μικρολεπτομέρειες και να τις αναδιατυπώσει ως τις μνημειώδεις ηχητικές εμπειρίες που στην πραγματικότητα έχουν την ικανότητα να είναι.

Όσο περισσότερο βυθίζομαι στην πλούσια μουσική σου παραγωγή, τόσο περισσότερο με εκπλήσσει το βάθος και η ποικιλομορφία της.

Πώς καταφέρνεις να παραμένεις, ταυτόχρονα, σε εγρήγορση, ανοιχτή σε νέες προκλήσεις και εστιασμένη;

Η προσωπικότητά μου είναι ιδανική για να της συμβαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.

Μου αρέσει να έχω χώρο από ένα πράγμα, ώστε να μπορώ να το σκέφτομαι και να το αφήνω να «κάτσει» και να αναπτυχθεί περισσότερο στο μυαλό μου πριν το ξαναδουλέψω.

Έτσι, όσο συμβαίνει αυτό, μπορώ να εστιάσω την προσοχή μου σε κάτι άλλο με το οποίο δουλεύω και να διαγράψω έναν κύκλο μέσα από πράγματα.

Διαπιστώνω επίσης ότι πολλά από τα πράγματα πάνω στα οποία δουλεύω αγγίζουν το ένα το άλλο με ενδιαφέροντες τρόπους, οπότε όλα αλληλοσυνδέονται ούτως ή άλλως και καταλήγουν να επηρεάζουν την κατεύθυνση του καθενός.

Πιστεύω ακράδαντα στην επανάληψη και νομίζω ότι η στρωματοποιημένη φύση μου και η ικανότητά μου να εργάζομαι σε πολλά έργα ταυτόχρονα είναι μια επέκταση αυτής της πεποίθησης.

Συχνά, υπάρχει και μια τελετουργική χροιά στο έργο σου. Είναι η μουσική -και η τέχνη γενικότερα- αλληλένδετη/συνυφασμένη, κατά τη γνώμη σου; Και αν ναι, γιατί;

Ναι, σίγουρα το πιστεύω.

Υπάρχει κάτι το ευλαβικό στην ενασχόληση με την τέχνη γενικότερα, ένα είδος ψυχικής μεταμόρφωσης που συμβαίνει και επηρεάζει τη ζωή στην οποία επιστρέφεις μετά την εμπειρία και τον τρόπο που βιώνεις την καθημερινή σου ζωή.

Αυτό είναι πραγματικά σημαντικό.. 

Υπό αυτή την έννοια, νομίζω ότι υπάρχει και μια σαφής ηθική ή δεοντολογική διάσταση στην τέχνη.

Προσπαθώ, λοιπόν, να σέβομαι την τελετουργική διαδικασία όταν δουλεύω και ειδικά όταν εμφανίζομαι ζωντανά, κάτι που μπορεί να είναι πιο δύσκολο επειδή υπάρχουν περισσότεροι περισπασμοί στο να ακούς σε μια συναυλιακή διαδικασία.

Αν μπορώ να μπω σ’ αυτόν τον τόπο νοερά, τούτο συμβάλλει στο να γίνει η αντίληψη  του συγκεκριμένου τρόπου εμπειρίας λίγο καλύτερα κατανοητή από τον ακροατή.

Υποθέτω πως το έργο σου δεν απευθύνεται -αν και μπορεί να απευθύνεται- σε ένα μαζικό κοινό, χωρίς απαραίτητα να αποτελεί μια ελιτίστικη ενασχόληση.

Ποια είναι η σχέση σου με το (δυνητικό) κοινό σου;

Η δουλειά μου απευθύνεται σε όποιον βρίσκει κάτι ουσιαστικό σε αυτήν και φυσικά θέλω οι άνθρωποι να μπορούν να εκτιμούν τα ίδια πράγματα τα οποία εκτιμώ εγώ όταν δημιουργώ μουσική.

Ωστόσο, προφανώς αντιλαμβάνομαι ότι αυτό το είδος ενασχόλησης με τη μουσική είναι λιγότερο συνηθισμένο, ειδικά στο τρέχον μουσικό κλίμα του streaming, της βραχυπρόθεσμης κατανάλωσης και της προβολής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Προσωπικά, δε βλέπω κάτι ελιτίστικο σε αυτό το είδος μουσικής, αν και θα μπορούσα να καταλάβω πώς θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό με αυτόν τον τρόπο όταν η εστίαση τείνει να γίνεται πιο θεωρητική, όπως σε σχέση με το κούρδισμα.

Κάτι στο οποίο πιστεύω ότι η μινιμαλιστική μουσική είναι τόσο καλή είναι ότι η θεωρητική πλευρά της είναι εκεί για να την προσεγγίσει ο καθένας αν θέλει.

Δεν είναι, όμως, ένα απαραίτητο ή απαιτούμενο βήμα το οποίο πρέπει να κάποιος να κάνει για να εμπλακεί σε βάθος με τη μουσική και την ηχητική εμπειρία.

Σε σχέση με τη μουσική μου συγκεκριμένα, διαπιστώνω κυρίως ότι όσοι δε συνδέονται με τέτοιου είδους μουσικές εμπειρίες τείνουν απλώς να μην έχουν την υπομονή να δουν νόημα στο έργο.

Ίσως δεν έχουν συνηθίσει να ακούν ή να ακούνε με αυτόν τον τρόπο, και ίσως τους κάνει να νιώθουν άβολα να το δοκιμάσουν.

Είναι σαν την κριτική για τη μουσική με drone που πραγματικά μισώ, η οποία υποδηλώνει πως αυτό το είδος μουσικής είναι «μόνο μια νότα» χωρίς να συμβαίνει τίποτα άλλο.

Σίγουρα, επιφανειακά ίσως να μην υπάρχει πολλή εμφανής κίνηση ή δεξιοτεχνία σ’ αυτήν, αλλά αν απλώς ακούσεις, αν ανοίξεις τα αυτιά και το μυαλό σου στην εμπειρία, τότε υπάρχουν τόσα πολλά να ακούσεις και να εξερευνήσεις.

Απλώς πρέπει να είσαι πρόθυμος να πας εκεί, δε χρειάζεται να καταλάβεις τι συμβαίνει ή να μπορείς να το εξηγήσεις. Δεν είναι όλοι ανοιχτοί σε κάτι τέτοιο, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό, κάτι που είναι εντάξει.

Η δουλειά μου ως συνθέτρια ή/και μουσικός είναι να δημιουργώ ένα είδος αρχιτεκτονικού νοητικού χώρου για τον ακροατή, το σκηνικό και το περιβάλλον για μια συγκεκριμένη κατηγορία εμπειρίας.

Και μετά είναι στο χέρι του ακροατή να μπει μέσα και να κοιτάξει τριγύρω.

Τα The Untuning of the Sky και All My Circles Run είναι τα αγαπημένα μου άλμπουμ από τη δισκογραφία σου. Υπάρχουν έργα σου που αγαπάς περισσότερο για οποιονδήποτε λόγο;

Είναι όλα κοντά μου για διαφορετικούς λόγους, κάποιους μουσικούς και κάποιους προσωπικούς, όπως αν η δουλειά πάνω σε ένα άλμπουμ με βοήθησε να δω κάτι συγκεκριμένο στη ζωή μου.

Μουσικά, τα Let Night Come On Bells End The Day, Pale Bloom, Antiphonals, Two Sisters και Long Gradus είναι ίσως τα άλμπουμ που μου φαίνονται πιο οικεία, επειδή σ’ αυτά έχω πλησιάσει πιο πολύ στο να δημιουργήσω το είδος των μουσικών εμπειριών τις οποίες νιώθω ότι πάντα επιδιώκω.

Όχι πως τα άλλα άλμπουμ δεν αντιπροσωπεύουν αυτήν την αίσθηση, αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις άλλες μουσικές ή προσωπικές συνθήκες έχουν επηρεάσει τη δημιουργία τους που τα έχουν στρέψει προς μια λίγο διαφορετική κατεύθυνση.

Αλλά πραγματικά είναι όλα ξεχωριστά για μένα με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο, και όλα έχουν επηρεάσει το ένα το άλλο - το ένα δε θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το άλλο.

Πού προτιμάς περισσότερο να συνθέτεις, να ηχογραφείς και να ερμηνεύεις τη μουσική σου - και γιατί;

Όσον αφορά στη σύνθεση και την ηχογράφηση, είμαι πιο ευτυχισμένη όταν δουλεύω στο στούντιό μου στο σπίτι.

Μου αρέσει να έχω τον χρόνο και τον χώρο που έχω εκεί για να δουλεύω πάνω σε κάτι στην ιδιωτικότητα του στούντιό μου.

Να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα, να τα αφήνω να «κάθονται», να τα ακούω χωρίς να μπαίνει κανείς άλλος στο μυαλό μου και να φτιάχνω πράγματα ακριβώς όπως θέλω να τα ακούσω.

Αυτή η διαδικασία συνήθως περιλαμβάνει μια αρχική περίοδο συνεργασίας με διαφορετικούς μουσικούς για να συγκεντρώσω τις ηχογραφήσεις με τις οποίες θα δουλέψω μόλις βρεθώ στο στούντιό μου.

Μόλις, όμως, το κάνω αυτό, τότε τείνει να είναι πιο μοναχική δουλειά μέχρι τα πράγματα να βρίσκονται στο τελικό στάδιο και να είναι έτοιμα για mastering κ.λπ. Αυτή η διαδικασία μου δίνει τη μεγαλύτερη ελευθερία.

Μου αρέσει, επίσης, να δουλεύω σε στούντιο, και μπορεί να λειτουργήσει πολύ καλά και να είναι αρκετά εμπνευστικό να φέρω ένα ολοκληρωμένο κομμάτι σε ένα στούντιο και να επικεντρωθώ στην ίδια τη διαδικασία ηχογράφησης, ξεχωριστά από τη σύνθεση.

Αισθάνομαι, όμως, ότι τα δύο είναι αλληλένδετα στο μυαλό μου και νιώθω πιο δημιουργική όταν είμαι μόνη μου δουλεύοντας στο στούντιό μου.

Όσον αφορά τις συναυλίες, οι προτιμήσεις μου φυσικά ποικίλλουν επειδή υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη χώρων και όλοι έχουν τα δικά τους πλεονεκτήματα.

Γενικά, μου αρέσει να εμφανίζομαι σε χώρους που είναι ήσυχοι και οικείοι, και σε χώρους οι οποίοι έχουν ήδη ενσωματωμένη αυτή την αίσθηση σεβασμού για τη μουσική εμπειρία.

Οι εκκλησίες και οι αίθουσες συναυλιών προφανώς ταιριάζουν πολύ καλά σε αυτή τη δομή.

Αλλά εξαρτάται πραγματικά, επειδή κάθε χώρος είναι μοναδικός και είναι δύσκολο να μετρήσεις πώς θα λειτουργήσει μέχρι να βρεθείς πραγματικά μέσα σε αυτόν και να ξεκινήσει η περφόρμανς.

Υπάρχουν ορισμένοι χώροι οι οποίοι νομίζεις ότι θα είναι υπέροχοι αλλά που τελικά αποδεικνύονται όχι και τόσο σπουδαίοι, και το αντίστροφο.

Και πάλι, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις, αλλά γενικά δε μου αρέσει να εμφανίζομαι σε μπαρ και κλαμπ.

Απλώς δεν είναι οι κατάλληλοι χώροι για τη μουσική που μου αρέσει να δημιουργώ, και ποτέ δε μου επιτρέπουν να είμαι πλήρως παρούσα όταν εμφανίζομαι, κάτι το οποίο προφανώς επηρεάζει και τη μουσική.

Η Λένα Πλάτωνος, πρωτοπόρος της σύγχρονης ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής, επιβεβαιώνει σε συνέντευξή της Ιούλιο του 2008 την πεποίθησή της πως «Η μουσική του μέλλοντος είναι η ηλεκτρονική».

Συμμερίζεσαι τη βεβαιότητά της;

Όχι, δεν μπορώ να πω ότι νιώθω έτσι, αλλά όχι επειδή πιστεύω πως το μέλλον της μουσικής «δεν» είναι ηλεκτρονικό ή είναι κάποιο άλλο συγκεκριμένο δυαδικό σχήμα.

Μου φαίνεται λίγο περίεργο στην πραγματικότητα το γεγονός ότι υπάρχει τόσος διαχωρισμός μεταξύ της ακουστικής και της ηλεκτρονικής μουσικής και των αντίστοιχων οργάνων.

Για μένα, καθεμιά κάνει διαφορετικά πράγματα και καθεμιά έχει τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας, καθώς και τους δικούς της περιορισμούς, τόσο τους καλούς όσο και τους κακούς,

Οπότε νομίζω πως το ζήτημα απλώς αφορά στην εύρεση της σωστής μορφής άρθρωσης για το μήνυμα που μεταφέρεται.

Άλλες φορές αυτή η φόμα θα είναι η ηλεκτρονική μουσική, άλλες φορές όχι, τις περισσότερες φορές θα είναι κάποιο μίγμα και των δύο, και όλες οι περιπτώσεις έχουν νόημα.

Η συνθετική μου διαδικασία είναι ηλεκτρονική, με την έννοια ότι εργάζομαι από μια ηλεκτροακουστική/προσανατολισμένη στο στούντιο οπτική γωνία πολλές φορές, ακόμα κι όταν δουλεύω εξ ολοκλήρου με ακουστικά όργανα.

Για να είμαι ειλικρινής, όμως, τα τελευταία δέκα χρόνια έχω βρει πολύ περισσότερη έμπνευση δουλεύοντας με ακουστικά όργανα παρά με ηλεκτρονικά.

Οι μόνες εξαιρέσεις είναι ίσως το Mellotron και το όργανο Hammond B3: βρίσκω και τα δύο απείρως συναρπαστικά.

Αυτό δεν έχει και τόση σημασία όμως, και είμαι σίγουρη πως θα αλλάξει σε διαφορετικά σημεία της ζωής μου,

Το θέμα, ωστόσο, παραμένει ότι μου φαίνεται περίεργο που έχουμε την τάση να προβαίνουμε σε τόσο έντονες διακρίσεις και κρίσεις σχετικά με τη δημιουργία ακουστικής έναντι της ηλεκτρονικής μουσικής.

Δεν τις βλέπω ως τόσο ξεχωριστές και αντιθετικές.

Σε κάθε περίπτωση, ποιο είναι το όραμά σου για την ηλεκτρονική μουσική του -εγγύς- μέλλοντος και την τέχνη γενικότερα, ειδικά με την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Δε σκέφτομαι με όρους ηλεκτρονικής ή ακουστικής μουσικής, παρά μόνο ίσως με έναν δομικό ή ιδιωματικό τρόπο, όπως στη διαφορά μεταξύ της «ηλεκτρονικής» και της «ακουστικής» εργασίας, οι οποίες είναι ενδιαφέρουσες παραλλαγές.

Δε σκέφτομαι τόσο πολύ το μέλλον της «ηλεκτρονικής» μουσικής όσο απλώς το μέλλον της μουσικής και της τέχνης, οι οποίες μοιάζουν συνδεδεμένες και με τις δύο χωρίς να χρειάζεται να κάνω μια επίσημη διάκριση.

Οπότε ναι, δε βλέπω κάποια διάκριση, αλλά μάλλον και οι δύο υπάρχουν σε ένα ευρύτερο φάσμα ηχητικής εμπειρίας και αλληλεπιδρούν συνεχώς.

Προσωπικά, δε βλέπω καμία αξία στην τέχνη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ίσως αυτή να είναι μια ισχυρή και ίσως αφελής άποψη, αλλά το εννοώ.

Η τέχνη και οι καλλιτέχνες είναι ήδη τόσο υποτιμημένοι στην κοινωνία μας και απλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ενθουσιαστώ ποτέ με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις στην ανθρώπινη εμπειρία, και ακόμη και τα πιο ακατάστατα κομμάτια είναι πολύτιμα.

Πώς βλέπεις τον εαυτό σου ως δημιουργικό άτομο στο πλαίσιο της μουσικής του μέλλοντος; Νιώθεις μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας μουσικών;

Μου αρέσει να το πιστεύω, σίγουρα.

Υπάρχουν ασφαλώς πολλές διαφορές απόψεων και προσεγγίσεων, αλλά μου αρέσει να πιστεύω ότι όλοι θέλουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλον και πως έχουμε μια συνολική αίσθηση ευημερίας για αυτό το οποίο κάνουμε στο μυαλό μας.

Βλέπω τον εαυτό μου να εργάζομαι σε ένα συγκεκριμένο είδος γενεαλογίας. Η πορεία του αμερικανικού μινιμαλισμού μου φαίνεται ουσιαστική και αυτό πάντα με βολεύει τόσο φιλοσοφικά όσο και δημιουργικά.

Αλλά μου αρέσει επίσης να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως μέλος μιας μεγαλύτερης κοινότητας πειραματικών μουσικών που όλοι ασχολούνται με τα ίδια ζητήματα, τόσο μουσικά όσο και οικονομικά, όλοι παρακινημένοι από την επιθυμία και τον σεβασμό για τα ίδια είδη ουσιαστικών εμπειριών.

Και, τέλος, ποιες πτυχές της δουλειάς σου σκοπεύεις να αναδείξεις στο πολυαναμενόμενo double bill σου με την Kara-Lis Coverdale στην Αθήνα την Τρίτη 7 Οκτωβρίου;

Για τη συναυλία του Οκτωβρίου, θα παίξω σε ένα όργανο Hammond B3.

Όλες οι πτυχές της δουλειάς μου επηρεάζονται από οτιδήποτε κάνω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επομένως δε θα έλεγα πως αυτή η συναυλία θα είναι εννοιολογικά διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη.

Αλλά το όργανο είναι πολύ ιδιαίτερο και έχει μια υπέροχη ακουστική παρουσία λόγω των περιστρεφόμενων κόρνων του ηχείου Leslie το οποίο το συνοδεύει.

Το ηχείο αλλάζει τον ήχο με έναν μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε να επηρεάζεται ο συνολικός ήχος του οργάνου, και αυτό μπορείς να το αντιληφθείς στις ηχογραφήσεις.

Όταν, όμως, το ηχείο λειτουργεί σε έναν ακουστικό χώρο, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, οπότε είμαι ενθουσιασμένη που το ακούω αυτό η ίδια και το φέρνω στο κοινό.

Η Sarah Davachi και η Kara-Lis Coverdale εμφανίζονται την Τρίτη 7 Οκτωβρίου στο Gazarte - Main Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) στις 21:30 σε ένα μοναδικό double bill. Τη συναυλία ανοίγουν οι Bethnal Greener. Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.



Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Lubomyr Melnyk: «Η μουσική πρέπει να φέρνει την ομορφιά στον κόσμο»

 


Ο γρηγορότερος πιανίστας στον κόσμο και επινοητής της «συνεχούς μουσικής», ο ουκρανικής καταγωγής 73χρονος Lubomyr Melnyk έρχεται στην Αθήνα την Τρίτη 24 Αυγούστου για μια μοναδική συναυλία.

Βαθιά πικραμένος από την έλλειψη ευρύτερης αναγνωρισιμότητάς του, αλλά συχνά και εξαιρετικά αλαζονικός, είναι αναμφίβολα ένας ειλικρινέστατος συνομιλητής.

Αφετηρία της κουβέντας μας είναι η γοητεία που σας ασκεί το πιάνο ως όργανο, πηγή έμπνευσης και βίωμα. Πώς ξεκίνησαν όλα;

Ξεκίνησαν όταν ήμουν μικρό παιδί, τριών ή τεσσάρων χρονών.

Παρά το γεγονός ότι η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή -ήταν μια οικογένεια μεταναστών-, είχαμε ένα κανονικό, παλιό πιάνο.

Δεν ξέρω πώς είχαμε καταφέρει να το διαθέτουμε. Το έπαιζα, ωστόσο. Η μητέρα μου άρχισε να μου παραδίδει μαθήματα.

Θυμάμαι που, ως μικρό αγόρι, απολάμβανα να το παίζω, ενώ ανέκαθεν αγαπούσα τη μουσική.

Αργότερα, στα δώδεκα με δεκατέσσερα, ξεκίνησα να ανακαλύπτω την ομορφιά της κλασικής μουσικής, ιδίως τα έργα του Μπετόβεν, και εξασκούμουν αρκετά.

Έπειτα, πέρασα στο πανεπιστήμιο και το πιάνο κάπως εξαφανίστηκε.

Τι σπουδάσατε;

Σπούδασα τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση, φιλοσοφία και λατινικά για εφτά χρόνια.

Η ποίηση και η ιδέα της τέχνης ήταν πάντα για μένα -εκτός από όσα δημιούργησε ο Θεός- το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή από τα ανθρώπινα πράγματα, η ομορφιά της. Τίποτα άλλο δεν είναι σημαντικό.

Οι τέχνες δίνουν μια ξεχωριστή διάσταση στον κόσμο. Το 11 ή το 500μ.Χ. δεν ήταν κάτι τόσο σημαντικό, γιατί δεν είχαμε σπουδαία έργα τέχνης.

Με τη ζωγραφική, και κατόπιν με τη μουσική, εξελίχτηκαν σε κάτι τέτοιο. Μέχρι τον 16ο αιώνα, οι τέχνες ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Ήταν ό,τι πιο μαγικό.

Μετά το πανεπιστήμιο, το πιάνο επέστρεψε, λοιπόν. Ποτέ δεν το είχα εγκαταλείψει, βέβαια. Έπαιζα, και γινόμουν ολοένα και καλύτερος.

Όταν έφτασα στο Παρίσι, γεννήθηκε η συνεχής μουσική. Απλώς συνέβη.

Γεννήθηκε ως ανταπόκριση σε μια εσωτερική ανάγκη ή από απογοήτευση έναντι της τότε σύγχρονης κλασικής μουσικής και του τρόπου με τον οποίο εκτελείτο; Ή και για τους δύο λόγους;

Ήταν ταυτόχρονα η σωστή στιγμή για μένα ν’ ανακαλύψω την αλλαγή, κάτι καινούριο, ήμουν όμως και πολύ δυστυχής με την κλασική μουσική του σύγχρονου κόσμου. Είχε χαθεί, βρισκόταν σε μια καταστροφική κατάσταση και τον παραπλανούσε.

Νιώθω ότι η μουσική πρέπει να φέρνει την ομορφιά στον κόσμο, στην ανθρωπότητα.

Η κλασική μουσική των δεκαετιών του ’60 και του ’70 δεν το έκανε. Στην πραγματικότητα έκανε το αντίθετο.

Εκείνη την εποχή, μεταξύ του 1970 και του 1974, υπήρχε μια ολόκληρη «παρέλαση» από εξαιρετικά φημισμένους και εκπληκτικά αξιοσέβαστους συνθέτες, με σπουδαίο κύρος και θέση.

Είναι σοκαριστικό να σκεφτείς ότι, ακόμα και μέχρι το 2000 -και σίγουρα σήμερα- κανένας δεν ξέρει ποιοι ήταν. (Γέλιο)

Ο δικός μου στόχος ήταν να ανταγωνιστώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους, να φέρω κάτι όμορφο, να γίνω γνωστός και αποδεκτός, όπως κι η μουσική μου. Αυτό δε συνέβη ποτέ.

Γιατί, όμως;

Ακούγοντας τη μουσική σας, αισθάνομαι πως οι περισσότεροι ακροατές θα μπορούσαν να συνδεθούν μ’ αυτή. Δεν απαιτεί κάποιο είδος εκπαίδευσης, αλλά μονάχα να αφεθείς, και να μεταφερθείς σε μια άλλη διάσταση.

Αυτό που λες ισχύει.

Δεν μπορώ, όμως, να αγνοήσω το γεγονός πως αν ρωτήσεις ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α. ποιος είμαι, ίσως δύο ή τρεις θα πουν: «Α ναι, παίζει πιάνο».

Η κατάσταση είναι, πάντως, πολύ καλύτερη τώρα. Είκοσι χρόνια πριν ήταν αδύνατο για μένα να δώσω συναυλίες. Δεν έρχονταν πάνω από δεκαπέντε άτομα, ίσως είκοσι.

Δεν μπορούσα να βιοποριστώ από τη μουσική.

Ήταν πολύ δύσκολο να το διαχειριστώ για δύο λόγους.

Κατά πρώτον, επειδή νομίζω ότι η μουσική είναι εξαιρετικά όμορφη. Κάποιοι θα συμφωνούσαν, πιστεύω. Κάποιοι άλλοι ίσως δεν ξέρουν κάτι άλλο πέραν του Parasol ή του Pockets of light.

Αν ανακάλυπταν το The Voice of Trees ή το Windmills, ίσως έλεγαν: «Ω ναι, βρίσκω κάτι όμορφο».

Αν έπαιζα τη μουσική μου μπροστά σε ένα κοινό κλασικής μουσικής που του αρέσει ο Μπαχ ή ο Μπετόβεν, σε ένα μεγάλο ποσοστό δε θα άρεσε. Τραγωδία!

Ο δεύτερος λόγος;

Κατά δεύτερον είμαι ένας εξαιρετικός πιανίστας. Το να παίζει κάποιος συνεχή μουσική είναι το υψηλότερο επίτευγμα της ανθρώπινης πιανιστικής πρακτικής.

Κανένας συναυλιακός πιανίστας στην Ιστορία του κόσμου, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν, δεν πορεί να παίξει τις υψηλότερες νότες της συνεχούς μουσικής.

Τεχνικά, βρίσκονται σε ένα άλλο σύμπαν, πέραν όσων οι πιο σπουδαίοι κλασικοί πιανίστες μπορούν να πετύχουν. Κι όμως, αν παίξω κάτι τέτοιο ενώπιον ενός κοινού κλασικής μουσικής, δε θα το δουν καθόλου.

Μόνο σε μια χώρα στον κόσμο εκτιμώμαι ως πιανίστας, στην Ουκρανία. Είναι οι μόνοι που μετά από μια συναυλία με ρωτάνε: «Lubomyr, είσαι άνθρωπος;» Το βλέπουν ότι είμαι ένας πιανίστας extraordinaire. Οι υπόλοιποι απλώς νομίζουν ότι παίζω πιάνο.

Aσφαλώς, δε γεννήθηκα ξεχωριστός πιανίστας. Τη σπουδάζεις τη συνεχή μουσική. Αν το κάνεις, οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει εξαιρετικός πιανίστας. Δεν μπορείς όμως να την παίξεις αν δεν είσαι εξαιρετικός πιανίστας.

Αυτό που με αναστατώνει τόσο είναι ότι οι πιανίστες ούτε καν θέλουν να προσπαθήσουν, να μάθουν.

Θα μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλοι “Μelnyk”, όμως.

Μπορούν. Αν η μουσική μου εκτιμάτο και λατρευόταν όσο εκείνη του Μπετόβεν ή του Μπαχ, ίσως οι πιανίστες να ήθελαν να τη μάθουν. Είναι, όμως, πια αργά για μένα.

Αισθάνομαι ότι χρειάζομαι άλλα διακόσια χρόνια για να φέρω αυτή τη μουσική στον κόσμο, να ζήσω άλλα διακόσια χρόνια. Το εννοώ. Δεν έχω αρκετά χρόνια για να το κάνω να συμβεί.

Η ηχογράφηση δεν μπορεί να αποκαλύψει τον πραγματικό ήχο του πιάνου όπως όταν αυτό παίζεται. Είναι η πραγματική φωνή του πιάνου, μια πρωτοφανής φωνή. Σαν χιλιάδες όργανα. Δεν μπορείς να την ηχογραφήσεις.

Ποιος θα παίζει το The voice of trees όταν θα έχω πεθάνει;

Ακόμα δημιουργείτε, συνθέτετε και δίνετε συναυλίες, ωστόσο, ενώ η τελευταία σας δουλειά κυκλοφόρησε το 2018.

Δεν έχετε εγκαταλείψει, επομένως, την προσπάθειά σας να κάνετε αυτή τη μουσική περισσότερο γνωστή στον κόσμο.

Συνθέτω όλη την ώρα. Στ’ αλήθεια δεν έχω τον χρόνο να ζήσω. (Γέλιο) Η σημειογραφία της συνεχούς μουσικής διαρκεί δεκαπέντε φορές περισσότερο.

Μια σελίδα κανονικής πιανιστικής μουσικής μπορεί να χρειαστεί είκοσι λεπτά μάξιμουμ. Η συνεχής μουσική απατεί δεκαπέντε ώρες. Ανά σελίδα.

Δουλεύω πολύ για τη δημιουργία νέων κομματιών.

Ο Terry Riley, όπως κι ο Steve Reich, υπήρξαν από τις πιο καθοριστικές επιρροές σας. Μιλήστε μου για τον Terry Riley.

Γύρω στα 1970 η ηχογράφηση του Terry Riley έφτασε στο κοινό και άλλαξε τον κόσμο.

Η όλη δομή της ανθρωπότητας και ο τρόπος που ακούει μουσική δεν επιτρέπει κάποια σημαντική, μνημειώδη αλλαγή. Αυτό είναι το τρομερή έγκλημα του Spotify, του YouΤube κι όλης της έννοιας του διαδικτύου.

Οι άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση του τι συνέβη, επιτρέπουν στους εαυτούς τους να γλιστρούν σε έναν μουσικό ερημότοπο, μια άγονη γη του τίποτα, όπου δεν ακούν καν τη μουσική, όπου αυτή είναι απλώς ένα φόντο.

Πώς αλλάζει αυτό, ατομικά ή συλλογικά;

Νομίζω ότι η ανθρωπότητα είναι χαμένη. Δεν μπορούμε να το πολεμήσουμε, δεν έχει νόημα.

Επιστρέφοντας, όμως, στον Terry Riley και τη μουσική του, την αυθεντική συνεχή μουσική, τον μινιμαλισμό όπως τότε αποκαλείτο, ήταν κάτι που οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ φανταστεί. Άλλαξε τον κόσμο.

Ο λόγος που έγινε διάσημος ήταν εξαιτίας των χίπιδων. Έξι ή δέκα χρόνια νωρίτερα, κανένας δε θα τον είχε ακούσει. Θα είχε πουλήσει πεντακόσιους ή χίλιους δίσκους. Πρέπει να πούλησε πολλά εκατομμύρια εκείνη την περίοδο.

Ποιος τους αγόραζε; Όλοι οι χίπιδες. Ήταν εκείνοι που «τσίμπησαν» αυτή την απίστευτη μουσική.

Όντας κι ο ίδιος χίπης, ανταποκρίθηκα άμεσα σε κάτι εντός της.

Η μαριχουάνα που έκανα εντείνει τη μουσική εμπειρία. Οι άνθρωποι δεν ακούν την ομορφιά της μουσικής, δεν είναι ευαισθητοποιημένοι σ’ αυτή.

Επειδή ήμουν χίπης, μπορούσα να ακούσω την ομορφιά της μουσικής του Μπετόβεν, του Μπαχ, του Μπραμς και του Ραχμάνινοφ πολύ πέραν του φυσιολογικού κοινού κλασικής μουσικής.

Είτε σχετιζόταν με το χίπικο υπόβαθρό σας είτε όχι, καλό σας έκανε, και υπήρξε κάτι παραγωγικό.

Σίγουρα είχε να κάνει με το χίπικο υπόβαθρό μου.

Η επίδραση των χίπιδων δεν είναι ορατή τώρα, αλλά άλλαξαν τα πάντα, όπως κι η μουσική του Terry Riley και του Steve Reich. Κι έτσι ο μινιμαλισμός, η συνεχής μουσική, έγιναν κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Και της δικιάς μου.

Προσπάθησα, λοιπόν, να συνδυάσω τις έννοιες της κλασικής μουσικής με αυτά που είχαν φέρει ο Riley και ο Reich. Έτσι γεννήθηκε η συνεχής μουσική, και μαζί η τεχνική της.

Όταν την έπαιζα, ένιωθα μια ολόκληρη ενέργεια να μεγαλώνει μέσα μου, στα χέρια μου, στα δάχτυλά μου. Ήταν κάτι αξιοσημείωτο, υπέροχο, πολύ βαθύ, και υπερέβαινε πολλές διαστάσεις.

Όταν την παίζω τώρα, δεν την αισθάνομαι όπως όταν την πρωτοέπαιζα, γιατί το σώμα μου έχει ήδη αλλάξει.

Πού έγκειται η σπουδαιότητα τού να παίζετε στην Ελλάδα ή στην Αθήνα, ανάμεσα σε άλλες ηπείρους και χώρες;

Η Ελλάδα είναι μια σημαντική χώρα. Δεν είναι πολιτικά ισχυρή στις μέρες μας, υπήρξε στο παρελθόν. Είναι η ίδια η βάση της ανθρωπότητας. Όλα όσα έχουμε σήμερα θεμελιώθηκαν στην Ελλάδα.

Οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι άνθρωποι στη γνωστή Ιστορία που δημιούργησαν και διερεύνησαν τη φιλοσοφία. Ήταν οι πρώτοι πραγματικοί διανοητές.

Είμαι Ουκρανός, κι η Ουκρανία συνδέεται πολύ με την Ελλάδα. Καθετί στην ουκρανική κουλτούρα έχει στενή σχέση με την Ελλάδα.

Στη ζωή μου πάντα ένιωθα ότι η Ελλάδα είναι μια εξαιρετικά σημαντική χώρα, πολύ αρχαία. Κι αυτό είναι σημαντικό στις μέρες μας, γιατί ο ψηφιακός κόσμος προσπαθεί, πολύ δραστήρια, να αποκόψει την ανθρωπότητα από το παρελθόν.

Ο Lubomyr Melnyk δίνει μια μοναδική συναυλία την Τρίτη 24 Αυγούστου στο Παλιό Αμαξοστάσιο (Πειραιώς & Ερμού, Γκάζι), στις 9 το βράδυ.

Η συναυλία είναι μια συνδιοργάνωση των The Hub Events και Plissken Festival.