Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Χιροκάζου Κόρε-Έντα: «Ο “θυμός” ήταν το θεμέλιο αυτής της ταινίας»


Με το βλέμμα του στραμμένο στους απόκληρους της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας και πρωταγωνιστές τα μέλη μιας «ανορθόδοξης» οικογένειας, ο Χιροκάζου Κόρε-Έντα, ο σημαντικότερος ίσως Ιάπωνας σκηνοθέτης, παραδίδει με τους Κλέφτες καταστημάτων, που του χάρισαν το Χρυσό Φοίνικα στις φετινές Κάννες, μαθήματα ανθρωπιάς κι αιχμηρής κοινωνικής κριτικής.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της ταινίας του στις αίθουσες στις 6 Δεκεμβρίου.

Οξύνθηκε η κοινωνικά ευαίσθητη προσέγγισή σας στη δημιουργία ταινιών μέσω της εμπειρίας που βιώσατε σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ;

Ναι, νομίζω ότι εκείνη η εμπειρία έχει ασκήσει επίδραση στην προσέγγισή μου στη δημιουργία ταινιών. Ωστόσο, έγραψα το σενάριο του Κανένας δεν ξέρει (2004) πριν κάνω ντοκιμαντέρ. Πιστεύω, λοιπόν, πως η συγκεκριμένη εμπειρία δεν είναι το μόνο πράγμα που επηρέασε τη σκηνοθετική μου προσέγγιση.

Από πού πηγάζει το πάντα παρόν ενδιαφέρον σας για τη λειτουργία και το ρόλο της οικογένειας στη σύγχρονη Ιαπωνία- και υποθέτω και σ’ ένα πιο οικουμενικό επίπεδο;

Για να είμαι ειλικρινής, δε νομίζω ότι είμαι σε θέση να μιλήσω σχετικά με την οικογένεια σε οικουμενικό επίπεδο.

Όσον αφορά στην περίπτωση της Ιαπωνίας, πηγάζει από το γεγονός ότι τα κοινωνικά συστήματα και η συνείδηση των ανθρώπων δε συμβαδίζουν με τις αλλαγές στη μορφή της οικογένειας στην πραγματικότητα κι οι άνθρωποι δεν έχουν μπορέσει να αντιληφθούν το γεγονός αυτό. Συμπληρωματικά, εξαιτίας των συγκεκριμένων συνθηκών, η οικογένεια απομονώνεται από την κοινωνία και την κυβερνητική στήριξη, κι έτσι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου τα οικογενειακά ζητήματα είναι υποχρεωτικό να λύνονται μόνο από τις ίδιες τις οικογένειες. 



Το συχνά επανερχόμενο ερώτημα στους Κλέφτες καταστημάτων είναι αν μπορούμε να διαλέξουμε οικογένεια και γονείς και, αν ναι, κατά πόσο αυτό είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Έχετε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα ή παραμένει ανoιχτό ερώτημα;

Ασφαλώς δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.

Λαμβάνοντας υπόψη πως η αντίληψή μου για την οικογένεια αλλάζει καθώς μεγαλώνω και η μορφή της οικογένειας επίσης μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σ' ένα συμπέρασμα, έτσι δεν είναι; Εγώ, τουλάχιστον, δεν μπορώ και στην πραγματικότητα νομίζω ότι είναι αρκετά ανεύθυνο να κάνω κάτι τέτοιο. Οι δουλειές μου πιο πολύ είναι αναφορές σε εξέλιξη που ανανεώνονται σε καθημερινή βάση.

Στην τελευταία σας ταινία στρέφετε, επίσης, το βλέμμα σας σε ένα από τους πλέον μη προνομιούχους και εκμεταλλευόμενους τομείς της ιαπωνικής κοινωνίας. Από θυμό, ή, ίσως, μια αίσθηση ηθικής και κοινωνικής υποχρέωσης;

Σχετικά μ’ αυτό το φιλμ, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ταξινομηθεί βάσει απλών συναισθημάτων όπως «ευτυχία», «λύπη», «χαρά» ή «θυμός», αλλά, αν υποχρεωθώ να το πω, ο «θυμός» ήταν το θεμέλιο αυτής της ταινίας.

Επίτρεψέ μου να εξηγηθώ περαιτέρω. Αν η οικογένεια τοποθετηθεί σε ένα είδος κοινωνικών συμβάντων όπως αυτά, δε θα πρέπει να επιμείνω στο στόχο, αλλά να κοιτάξω την κατάστασή της και τη διαδικασία μέσα από την οποία διαλύεται, κι όχι να απεικονίζω τα μέλη της ως απλά θύματα, αλλά να τα περιγράφω με αυτοσυγκράτηση. Όπως συνέβη στο Κανένας δεν ξέρει, όπου υιοθέτησα κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, συνόψισα αυτή την οπτική στο συναίσθημα του «θυμού». 



Σε μια συνέντευξη με τον The Guardian έχετε δηλώσει πως έχετε επηρεαστεί από τον Κεν Λόουτς. Υπό ποια έννοια; Προσωπικά θα εντόπιζα περισσότερες ομοιότητες με το σινεμά του Μάικ Λι, αν παραμέναμε στο πεδίο των Βρετανών σκηνοθετών.

Αντί για επιρροή από τον Κεν Λόουτς... πιο πολύ είναι ότι μου αρέσουν οι ταινίες του κυρίως γιατί διαθέτει μια ευγένεια και μια σκληρότητα στον τρόπο που κοιτάζει τα ελαττώματα των ανθρώπων χωρίς να τα εγκαταλείπει ως ευθύνη των μεμονωμένων ατόμων. Θέλω κι εγώ να κάνω τέτοια φιλμ.

Δεδομένου του ότι προτιμάτε να επικοινωνείτε στα ιαπωνικά, πόσο απαιτητική και δύσκολη είναι η επιλογή σας να γυρίσετε την επόμενη ταινία σας, La verité (σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2018 πριν την έναρξη των γυρισμάτων), στα γαλλικά και με ένα διεθνές καστ πρωτοκλασάτων σταρ;

Είναι, βεβαίως, μια μεγάλη πρόκληση και απαιτείται πολλή προσπάθεια. Ωστόσο, δε χρειάζεται να μιλάς την ίδια γλώσσα προκειμένου να μοιράζεσαι την ιδέα του κόσμου ενός φιλμ που θέλεις να παραγάγεις, κι αν οι άνθρωποι με τους οποίους θέλω να μοιραστώ αυτή την ιδέα είναι σταρ ή όχι επίσης δεν έχει σημασία. 



Όλες οι ταινίες σας -και οι Κλέφτες καταστημάτων δεν αποτελούν εξαίρεση- είναι «διαποτισμένες» από την ίδια ζεστασιά, την ίδια γενναιοδωρία και την ίδια τρυφερότητα απέναντι στους ήρωές σας. Έχετε πίστη στην ανθρωπότητα, νιώθετε αισιοδοξία για το μέλλον της;

Δε θέλω να γυρίσω μια ταινία που κάνει την πίστη ή την ελπίδα των ανθρώπων στο μέλλον να εξαφανιστεί αφού την παρακολουθήσουν.

Ευχαριστώ θερμά την Yuki Oguriyama από το Τμήμα Διεθνών Πωλήσεων της GAGA Corporation, συμπαραγωγού εταιρείας του φιλμ, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ιαπωνικά και των απαντήσεων του σκηνοθέτη στα αγγλικά.

H ταινία του Χιροκάζου Κόρε-Έντα Κλέφτες καταστημάτων προβάλλεται στις αίθουσες από τις 6 Δεκεμβρίου σε διανομή της One from the Heart.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Elizaveta Stishova: «Οι Κιργίζιοι έχουν πολύ ελεύθερη φύση, κι αυτό μου αρέσει»


Το εθνογραφικό σινεμά συναντά τον κοινωνικό ρεαλισμό και την ηθογραφία στο αναζωογονητικά ανοίκειο, γυρισμένο στο Κιργιστάν, και βραβευμένο στο Κάρλοβι Βάρι Suleiman Mountain, μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας της Ρωσίδας σκηνοθέτριας Elizaveta Stishova, που μας επισκέπτεται, μαζί με την ταινία της, στο πλαίσιο του 31ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου στις 30 Νοεμβρίου. Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια.

Μιας και το Suleiman Mountain είναι η δεύτερη ταινία σου, μετά το μικρού μήκους The Seagull, που γυρίζεται στο Κιργιστάν, τι σε συναρπάζει περισσότερο σ’ αυτή χώρα, στους ανθρώπους, στα ήθη και τα έθιμά της;

Με συνάρπασαν οι άνθρωποι στο στούντιο που ήταν ολοκληρωτικά ερωτευμένοι με το σινεμά και ο τρόπος δουλειάς όχι για λεφτά, αλλά για το θαύμα. Έτσι αποκαλούν τον κινηματογράφο. Οι ηθοποιοί, εξάλλου, είναι ενδιαφέροντες για μένα. Μιλούν διαφορετικές γλώσσες, τις οποίες ελάχιστα γνωρίζω, αλλά κατανοώ αυτή την ενέργεια. Προφανώς με γοήτευσε το φυσικό περιβάλλον, που είναι όμορφο.

Είναι η μόνη χώρα στην Κεντρική Ασία της οποίας οι κάτοικοι προσπαθούν κάπως να ζουν με δημοκρατικό τρόπο.

Το έχουν καταφέρει ή είναι στο σωστό δρόμο;

Είναι αστείο, γιατί έχουν μια επανάσταση κάθε πέντε χρόνια, αν ο Πρόεδρος δε φύγει από τη χώρα. Είναι περικυκλωμένοι από δικτατορίες. Οι Κιργίζιοι έχουν πολύ ελεύθερη φύση, κι αυτό μου αρέσει.



Το βουνό Σουλεϊμάν έχει κάποια ιδιαίτερη θρησκευτική ή άλλη σημασία;

Πιστεύω ότι πρόκειται για ισλαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία εκεί βρίσκεται ο θρόνος του Σουλεϊμάν, του βασιλιά Σολομώντα. Εκεί έκατσε κι έκλαψε, και τα δάκρυά του εξακολουθούν να βρίσκονται στις σπηλιές. Επίσης, βάσει της παράδοσης, αν μια γυναίκα δεν μπορεί να κάνει παιδιά ή κάποιος υποφέρει από πόνους στη μέση και κυλιστεί στο βράχο, θεραπεύεται.

Η αρχική ιδέα για την ταινία πώς γεννήθηκε;

Η σεναριογράφος βρισκόταν στα γυρίσματα του μικρού μήκους φιλμ μαζί μου κι ανακαλύψαμε πολλά ενδιαφέροντα στη χώρα. Για παράδειγμα, μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο όπου ένας άντρας είχε δύο γυναίκες, οι οποίες ήταν φίλες και δούλευαν στην Τουρκία.

Αυτή είναι μια κατάσταση που δε βλέπουμε στη Μόσχα. Ξέρουμε ότι κάποιος μπορεί να έχει μια ερωμένη κι η σύζυγός του μπορεί να το ξέρει ή όχι, αλλά δε συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο. Στο Κιργιστάν δεν επιτρέπεται από την κυβέρνηση, αλλά γίνεται αποδεκτό από την κοινωνία.

Έπειτα, ανακαλύψαμε τα παιδιά που περιφέρονται χωρίς κανέναν. Είναι απλώς στους δρόμους μερικές φορές. Από τη μία, αυτό αποπνέει μεγάλη ελευθερία, από την άλλη είναι λίγο επικίνδυνο. Συγκεντρώσαμε, λοιπόν, μερικές ιστορίες, τις συζητήσαμε και δημιουργήσαμε την οικογένεια της ταινίας. Αρχικά η ιστορία ήταν πολύ σκληρή, αλλά σταδιακά εξελίχτηκε σε τραγικωμωδία, γιατί ήθελα να υπάρχει κάποιο ίχνος χιούμορ.



Διαθέτουν οι Κιργίζιοι υποκριτική παράδοση στον κινηματογράφο; Χρησιμοποίησες επαγγελματίες κι ερασιτέχνες ηθοποιούς;

Ο πρωταγωνιστής, ο ηθοποιός που υποδύεται τον Καραμπάς, δεν κατάγεται από το Κιργιστάν, αλλά το Καζακστάν, όπου είναι πολύ δημοφιλής. Είναι ένα είδος σταρ εκεί. Η πρωταγωνίστρια είναι επίσης επαγγελματίας. Για τη νεότερη είναι η δεύτερη ταινία της. Το αγόρι είναι ένα αγόρι!

Ως προς την κινηματογραφική υποκριτική, έχουν ρωσική και σοβιετική παράδοση, γιατί κατά τη σοβιετική εποχή το Κιργιστάν υπήρξε κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης, γι’ αυτό και το στούντιό του ιδρύθηκε το 1941 εν μέσω πολέμου και πολλοί καλοί Ρώσοι επαγγελματίες τοποθετήθηκαν εκεί, για να γυρίσουν φιλμ και να διδάξουν στους ντόπιους. Έχουν, λοιπόν, τη δική μας παράδοση, καθώς και θεατρική.

Από τη μία αυτό είναι καλό, από την άλλη όχι, γιατί δε μου αρέσουν ορισμένες πτυχές της ρωσικής κινηματογραφικής παράδοσης. Γι’ αυτό και όταν δουλεύεις με κάποιον θεατρικό ηθοποιό χρειάζεται να αποβάλει το θεατρικό στοιχείο. Χρησιμοποίησα, έτσι, πολλούς μη επαγγελματίες. Ήταν, για μένα, καλύτεροι από τους ηθοποιούς του θεάτρου.

Σε κάθε περίπτωση, φαντάζομαι πως όλοι απόλαυσαν τη συμμετοχή τους στην ταινία σου.

Στην πραγματικότητα όχι. Μας μισούσαν.

Επειδή προέρχεστε από τη Ρωσία;

Όχι, όχι. Επειδή η διαδικασία ήταν πολύ μακρά, διήρκεσε τρεις μέρες. Δε μας άντεχαν άλλο. Μετά την 44η λήψη οι άνθρωποι συνήθως σε μισούν. (Γέλια).



Αντιμετώπισες, γενικά, αρνητικές αντιδράσεις εξαιτίας της ρωσικής σου καταγωγής;

Έχουν λίγο διαφορετική παράδοση από άλλες χώρες, γιατί νομίζουν ότι ο Λένιν τούς έσωσε τη ζωή, σε αντίθεση με τον Τσάρο που τους σκότωνε συνέχεια. Νομίζουν πως ήταν καλός τύπος. Δεν είναι, λοιπόν, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, όπως συμβαίνει στις χώρες της Βαλτικής. Δεν υπήρξε, επομένως, τέτοιο πρόβλημα για μένα.

Αν, όμως, εμφανιστείς στο Κιργιστάν σαν μεγάλος λευκός άνθρωπος που νομίζει ότι βρίσκεται στο σπίτι του, μπορεί να μπλέξεις σε μπελάδες. Κι αυτό συμβαίνει μερικές φορές στους Ρώσους.

Πολιτικοποίησες τη διαδικασία απονομής βραβείων στο Κάρλοβι Βάρι εκφράζοντας την πρόθεσή σου να δωρίσεις τα δικά σου στους ηλικιωμένους γονείς των Όλεγκ Σέντσοφ και Κίριλ Σερεμπρένικοφ. Ένιωθες ηθική υποχρέωση;

Ένιωθα έτσι για ένα ολόκληρο μήνα. Βλέποντας τις ρωσικές τελετές απονομής, αναρωτιόμουν: «Γιατί δεν τις σταματάς, γαμώτο;» Δε θεωρούσα ότι ήταν καλή ιδέα να λαμβάνει κάποιος βραβεία σ’ αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν είναι κάτι ευχάριστο, ούτε μπορούμε να κάνουμε πάρτι, γιατί είναι πολύ κακό αυτό που συμβαίνει. Σκεφτόμουν να πω: «Ας δημιουργήσουμε μια παράδοση, να μην αποδεχόμαστε βραβεία, γιατί είναι λάθος μας αυτό που συμβαίνει και πρέπει να το πολεμήσουμε». Αλλά το ξέχασα.

Δε θα γίνει, βεβαίως, παράδοση, αλλά ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω, γιατί είμαι δειλή προσωπικότητα, και δεν πηγαίνω συνήθως σε συναντήσεις, επειδή φοβάμαι μήπως με βάλουν φυλακή για 15 μέρες. Δεν το θέλω. Νιώθω, λοιπόν, λίγη θλίψη για τον εαυτό μου, γι’ αυτό και χρειαζόταν να κάνω κάτι που μπορούσα.



Υπήρξαν κάποιες συνέπειες στους μήνες που ακολούθησαν;

Όχι. Είμαι, ξέρεις, κάπως ξένη για το ρωσικό σινεμά. Δε γύρισα την ταινία μου στη Ρωσία, αλλά στο Κιργιστάν, και νομίζουν ότι κατάγομαι από εκεί, όχι ότι είμαι κομμάτι της Ρωσίας. Ποτέ δεν έλαβα χρήματα από το Υπουργείο Πολιτισμού. Δυο φορές ζητήσαμε για το Suleiman Mountain, και δε μας έδωσαν.

Πώς διαχειρίστηκες το ζήτημα της χρηματοδότησης;

Είχαμε πολλά προβλήματα. Τους ιδιωτικούς πόρους τη μια μέρα τους έχεις, την άλλη όχι, γιατί η πηγή χρηματοδότησης άλλαξε γνώμη. Δεν μπορείς να τις ελέγξεις. Η παραγωγός μου δανείστηκε πολλά από άλλους παραγωγούς, κι ακόμα ξεπληρώνει τα χρέη. Δεν μπορούσαμε, εξάλλου, να λάβουμε ευρωπαϊκούς πόρους, γιατί δεν είμαστε Κιργίζιοι.

Σκέφτεσαι να γυρίσεις μια ταινία στη Ρωσία;

Γράφουμε το σενάριο ενός φιλμ που θα γυριστεί σε μια μικρή πόλη στα Ουράλια. Δε νομίζω ότι θα έχουμε πρόβλημα. Αλλά δεν ξέρω. Θα το ανακαλύψω.

Ποια είναι η γνώμη σου για το σύγχρονο ρωσικό κινηματογράφο;

Γίνεται πιο δυνατός σε σχέση με το πώς ήταν μια δεκαετία πριν, για παράδειγμα. Αν έχουμε αρκετή κρατική χρηματοδότηση, θα γινόμαστε ολοένα και καλύτεροι. Αλλά όλα αλλάζουν στη Ρωσία ανά πάσα στιγμή, οπότε δεν μπορείς να βασιστείς σ’ αυτό. Τώρα, όμως, το σινεμά της κινείται προς ενδιαφέρουσα κατεύθυνση.

Τι ξέρεις για το ελληνικό σινεμά;

Όχι πολλά, αλλά ελπίζω να μάθω στην Αθήνα!

Ευχαριστώ θερμά την Evgeniya Chulkova από την εταιρεία διανομής/πώλησης του φιλμ Antipode Sales and Distribution για την καθοριστική συμβολή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Elizaveta Stishova Suleiman Mountain προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού Τμήματος του 31ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου, 20:00, στον κινηματογράφο Τριανόν, Κοδριγκτώνος 21 & Πατησίων 101, παρουσία της σκηνοθέτριας.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Oντζάκι: «Αυτό κάνω, μεταβιβάζω ιστορίες και παραμύθια και αναμνήσεις»


Μυθιστοριογράφος, ποιητής, σκηνοθέτης και ζωγράφος, ο Αγκολέζος Οντζάκι (Ντάλου ντε Αλμέιντα) είναι από τους πιο ταλαντούχους Αφρικανούς καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς. Γραμμένο σε γλώσσα ανεπιτήδευτη κι απολαυστική, το Καλημέρα σύντροφοι, το αυτοβιογραφικό πρώτο του μυθιστόρημα που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, συνιστά μια διαπεραστική και νοσταλγική ματιά στην Αγκόλα της εφηβείας του. Συνομιλώντας με τον συγγραφέα.  

Από τότε που ξεκίνησες τη λογοτεχνική σου σταδιοδρομία επέλεξες να χρησιμοποιείς το ψευδώνυμο «Οντζάκι», το οποίο σημαίνει «πολεμιστής». Για ποιο πράγμα -ή εναντίον ποιου πράγματος- πολεμάς;

Δεν είναι κάτι σπουδαίο. Υποτίθεται ότι θα ονομαζόμουν Oντζάκι, κι έπειτα οι γονείς μου άλλαξαν γνώμη. Όταν ξεκίνησα να ζωγραφίζω και να γράφω, ξαναγύρισα σ’ αυτό το όνομα, έβγαζε νόημα για μένα. Είμαι πολύ ευτυχής που μπορώ να «είμαι» περισσότερα από ένα άτομα. Περισσότερα από δύο. Νομίζω πως όλοι πρέπει να έχουμε αυτό το δικαίωμα.

«Γνωρίζω με βεβαιότητα ότι η δουλειά του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα μακρύ ταξίδι να ανακτήσει, διαμέσου των παρακαμπτηρίων της τέχνης, τις δύο ή τρεις σπουδαίες κι απλές εικόνες που πρώτες απέκτησαν πρόσβαση στην καρδιά του», δήλωσε κάποτε ο Καμύ. Με το Καλημέρα σύντροφοι είχες την πρόθεση να ανακτήσεις, κι ίσως να διατηρήσεις, κάποιες από εκείνες τις εικόνες, τα συναισθήματα και τις μυρωδιές;

Νομίζω ότι είναι ένα παλιό παιχνίδι... Το να λες ιστορίες είναι ένα παλιό έργο που επιτελούν οι άνθρωποι. Αν το επιτελούν σωστά; Δε νομίζω πως μπορούμε να το ξέρουμε αυτό. Μπορούμε να προσπαθήσουμε. Προσπαθώ. Προσπαθώ να λέω ιστορίες, στις οποίες προσθέτω μυρωδιές, εικόνες, βλέμματα, φιγούρες και σχέδια. Ένας τρόπος να το θέτεις είναι, ναι, ότι προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε όλα αυτά. Ο άλλος είναι πως «λες ξανά». Και το «ξανά» είναι πάντα η δεύτερη, τρίτη, τέταρτη εκδοχή.

Συνεχίζεις να αφηγείσαι εκδοχές της πραγματικότητας, ή εκδοχές ενός παραμυθιού, οποιουδήποτε κομματιού της Ιστορίας, κι όλοι τείνουμε να νομίζουμε ότι πρόκειται για «νέα» εκδοχή. Ίσως δεν είναι. Ίσως η κάθε εκδοχή είναι μια παλαιότερη εκδοχή που επιστρέφει για να επισκεφτεί τον κόσμο. Ίσως ο χρόνος κι ο χώρος ακόμα αναμένεται να κατανοηθούν από μας.

Νομίζω πως η λογοτεχνία, συμπεριλαμβανομένης της «προφορικής λογοτεχνίας», είναι μια ευαίσθητη μορφή τέχνης... Απαιτεί ορισμένες ευαίσθητες ικανότητες: να διατηρείς, ναι, να θυμάσαι, να μεταβιβάζεις και να κρατάς. Πιο πολύ μαγικές στιγμές, παρά γραπτές...

Αν και πολλοί πρωτοεμφανιζόμενοι μυθιστοριογράφοι τείνουν να παραγεμίζουν τη δουλειά τους με πληθώρα θεμάτων και λεπτομερειών, το Καλημέρα σύντροφοι επιδεικνύει αξιοσημείωτη αφηγηματική λιτότητα κι οικονομία. Πώς και δεν έπεσες στην ίδια παγίδα;

Δεν είχα το χρόνο... Ήταν ένα ψέμα... Ένας επιμελητής με ρώτησε αν είχα ένα βιβλίο καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνδεόμενο με την ανεξαρτησία της Αγκόλα. Κι είπα ψέματα. Είπα ότι είχα. Είπα πως το είχα μισογράψει. Πήγα, λοιπόν, σπίτι και άρχισα να ακολουθώ το ψέμα μου. Μόνο που κατέληξα να ανακαλύψω ότι δεν ήταν ψέμα: η παιδική ηλικία μου σχετιζόταν απολύτως με την ανεξαρτησία της χώρας μου. Με την οικογένειά μου. Τους φίλους μου, τους δασκάλους, με τα πάντα. Χαίρομαι που δεν είχα το χρόνο, γιατί νομίζω πως -τότε- είπα αρκετά για τη συγκεκριμένη ιστορία.

Επίσης, εκείνο το βιβλίο άνοιξε ένα παράθυρο για μένα- η ίδια μου η παιδική ηλικία ήταν ένα μεγάλο βιβλίο. Ακόμα το γράφω. Πρέπει να πω ότι νόμιζα πως τα κατάφερα καλύτερα με το Granma Nineteen and the Soviets Secret. Όχι επειδή είναι καλύτερο βιβλίο. Άλλωστε όλες οι παιδικές ηλικίες είναι έτοιμες να γίνουν σπουδαία βιβλία. Είναι το «πώς» τις αφηγείσαι που κάνει τη διαφορά. Αλλά γιατί βρήκα τον τρόπο και το ρυθμό που ήθελα σεκείνη την ιστορία. Βρήκα ένα καλύτερο τρόπο να μεταφέρω την ιστορία. Πάντα έχει να κάνει με το να τη μεταφέρεις σε κάποιον. Ήδη το είχα ζήσει. Το θυμάμαι με πολλή ελευθερία- πιστεύω στην «ελευθερία του να θυμάσαι»...

Μετά από αυτό, πρέπει να τη δώσω σε κάποιον: είτε σ’ ένα παιδί, στις ανιψιές μου, στον γιο μου, ή σε χιλιάδες αναγνώστες. Αυτό κάνω, μεταβιβάζω ιστορίες και παραμύθια και αναμνήσεις.

Το άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο του πρώτου σου μυθιστορήματος είναι, βεβαίως, η γλώσσα του, η οποία, χωρίς να φαντάζει επινοημένη, επιτηδευμένη ή στιλιζαρισμένη, κατορθώνει να μεταβιβάσει με οργανικό τρόπο την απόλυτη ουσία του να είσαι έφηβος στη Λουάντα και την Αγκόλα των τελών της δεκαετίας του ’80-αρχών της δεκαετίας του ’90. Κι όμως, το Καλημέρα σύντροφοι δεν είναι ένα «παιδικό» βιβλίο. Πες μου περισσότερα για την ίδια τη συγγραφική διαδικασία.

Ήταν ένα ταξίδι. Ήξερα ότι έπρεπε να πάω «εκεί» για τη γλώσσα, για το περιεχόμενο ασφαλώς, και για τη συναισθηματική υφή. Κι αυτή η τελευταία ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Εννοώ, ήξερα πού πήγαινα, κι ήθελα να αναζητήσω, απλώς δεν ήμουν έτοιμος για τη συναισθηματική ανατροφοδότηση. Δεν «επέστρεψα» ο ίδιος. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που επισκέφτηκα -μέσα μου- τους Κουβανούς δασκάλους, κάποια από εκείνα τα παιδιά, και κυρίως τον σύντροφο Aντόνιο.

Η αρχή ήταν εύκολη κι αστεία. Ήταν, όμως, πολύ δύσκολο να χειριστώ το τέλος του βιβλίου- η συγγραφή του με πήγε σ’ ένα παράξενο μέρος. Όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου «προσωπικό» μυθιστόρημα, αλλά και γιατί δεν ήμουν τόσο έτοιμος. Ήταν σημαντικό να γράψω γι’ αυτούς. Συνειδητοποίησα τότε ότι αυτό το βιβλίο θα «κλείσει» μόνο όταν βρω τον Άνχελ και την Mαρία. Τότε μπορώ να πεθάνω εν ειρήνη.

Θα έλεγες πως το συγγραφικό σου στιλ έχει εξελιχθεί μέσα από τα χρόνια;

Το ελπίζω... Μου είναι ακόμα πολύ δύσκολο να καταλάβω ποιο «στιλ» θα με βοηθήσει να βρω τον «τρόπο» να αφηγηθώ μια ιστορία. Δουλεύω προς διαφορετικές κατευθύνσεις, κι η γλώσσα επίσης μου λέει πού να πάω. Το ζήτημα είναι, ποτέ δεν είναι εύκολη κι ομαλή διαδικασία. Συνήθως είναι ένας εφιάλτης να κατανοήσω πώς, πότε και με ποια ένταση.

Υπάρχει ένα ορισμένο αίσθημα νοσταλγίας που κυριαρχεί στην αφήγησή σου, καθώς και μια αίσθηση «τέλους εποχής», τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Αναδρομικά, νιώθεις νοσταλγία για τη συγκεκριμένη περίοδο; Και πώς αντιμετώπισες εκείνο το «τέλος εποχής» όταν όντως συνέβη;

Νομίζω ότι είναι ανθρώπινο να αισθάνεσαι νοσταλγία για το παρελθόν. Όχι για το περιεχόμενό του, αλλά για το παρελθόν ως σύνολο, ως κάτι που «έφυγε». Συμβαίνει. Νιώθω λίγο αποσυνδεδεμένος από το παρόν. Πάντα έτσι ένιωθα. Η λογοτεχνία, λοιπόν, με βοήθησε να ταξιδέψω και να αποδεχτώ πως δεν ξέρω πάντα πώς να είναι να είμαι στο παρόν. Είναι γεγονός. Προσπαθώ, ακόμα προσπαθώ, αλλά μου αρέσει περισσότερο να βρίσκομαι νοερά στο παρελθόν, στις μέρες που πέρασαν, στα συναισθήματα του παρελθόντος, στις αλλοτινές στιγμές. Δε νομίζω, επομένως, ότι είμαι άνθρωπος του παρόντος. Αλλά αυτή είναι η κατάστασή μας, υποθέτω...

Απ’ όσο ξέρω, συνήθως ζούμε στο παρόν. Η λογοτεχνία σού δίνει, ωστόσο, εκείνη την όμορφη δυνατότητα: «κι αν»... Και ταξιδεύεις. Όταν διαβάζουμε ή γράφουμε, ταξιδεύουμε «έξω από» το παρόν. Νιώθω καλά εκείνες τις στιγμές. Νιώθω λιγότερο καλά όταν εξαναγκάζομαι να ζήσω στο παρόν. Γι’ αυτό μου αρέσουν τα παιδιά κι οι ηλικιωμένοι τόσο πολύ, έχουν έναν ξεχωριστό τρόπο να παρακάμπτουν το παρόν...

Η δουλειά σου εκτείνεται σε διαφορετικά δημιουργικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων της λογοτεχνίας, της ποίησης, της σκηνοθεσίας και της ζωγραφικής. Ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος;

Τα παραμύθια. Οι ιστορίες. Τον περισσότερο καιρό, βλέποντας πράγματα, διαβάζω. Και μερικές φορές, πριν κάτσω να γράψω, ήδη γράφω. Επομένως, όλα έχουν να κάνουν με τις ιστορίες, υποθέτω.

H πιο πρόσφατη δουλειά σου είναι, παρεμπιπτόντως, μια ποιητική συλλογή. Σε τι αφορά;

Μακάρι να μπορούσα να σου πω. Περιέχει απλά, πολύ απλά ποιήματα. Περιλαμβάνει μια μεγάλη ιστορία για ένα απόγευμα που πέρασα με τον παππού μου στη Λουάντα. Έχει ένα ή δυο πράγματα σχετικά με πρόσφατα γεγονότα στην Αγκόλα. Και ένα μεγάλο ποίημα που «έλαβα» μια νύχτα, πολύ καιρό πριν, για τους σκλάβους. Αλλά δεν είμαι σίγουρος σε τι αφορά το βιβλίο...

Γεννήθηκες στην Αγκόλα, μια πρώην πορτογαλική αποικία, σπούδασες στη Λισαβόνα και ζεις στη Βραζιλία. Νιώθεις πως αυτές οι ποικίλες ταυτοτικές αναφορές έχουν μια απελευθερωτική διάσταση, που μπορεί να λειτουργήσει ως απάντηση στα εντεινόμενα καλέσματα για κλείσιμο των συνόρων και σε πιο σαφώς προσδιορισμένα «έθνη-κράτη», υπό το φως των μεταναστευτικών ροών;

Πρέπει να πω ότι ζω στην Αγκόλα τώρα. Επέστρεψα το 2017 στη Λουάντα. Αλλά συνήθιζα να έρχομαι τόσο συχνά σπίτι, ώστε μου ήταν δύσκολο να πιστέψω πως ζούσα στη Βραζιλία. Αυτό στο οποίο εκείνα τα χρόνια με βοήθησαν πιο πολύ ήταν στην κατανόηση των διαφορών, των διαφορετικών πολιτισμικών αναφορών εκείνων των χωρών. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για την ίδια γλώσσα, αλλά όχι για την ίδια κουλτούρα.

Τρεις ήπειροι, διαφορετικές θέσεις -και αντιθέσεις- στη διάρκεια των τελευταίων πέντε αιώνων. Όχι κάτι εύκολο να κατανοήσεις, όχι εύκολο να εξηγήσεις. Αλλά συνεχίζουμε να προσπαθούμε.

Photo credit (Oντζάκι): Elza fiúza/ABr.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Oντζάκι στο προσωπικό του site.

Το μυθιστόρημα του Oντζάκι Καλημέρα σύντροφοι κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιώρα.