Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Κρακοβία: Πόλη με μνήμη...







«Λίκνο» του πολωνικού εθνικισμού, αρχαία πρωτεύουσα του πολωνικού κράτους και, ακόμη και σήμερα, πολιτιστικό κέντρο της Πολωνίας, η Κρακοβία, για ορισμένους απλώς μια (χαριτωμένη) μικρογραφία της Πράγας, είναι μια από τις πιο αξιαγάπητες  κεντροευρωπαϊκές πόλεις.


Θεμελιωμένη, σύμφωνα με το σχετικό θρύλο, από τον μυθικό ηγεμόνα Κρακ, βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Πολωνίας, μια ανάσα από την πρώην ενιαία Τσεχοσλοβακία. Με πληθυσμό γύρω στους 1.5 εκατομμύριο κατοίκους, αν συνυπολογίσουμε και τα προάστια, είναι μια πόλη αναζωογονητικά νεανική: υπολογίζεται ότι ο μέσος όρος ηλικίας των κατοίκων της Κρακοβίας δεν ξεπερνά τα 37.5 χρόνια, ενώ μόλις το 15% του πληθυσμού είναι πάνω από 65. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Πολωνία, η οποία μαστίζεται από την ανεργία, ο αντίστοιχος δείκτης στην Κρακοβία είναι εξαιρετικά χαμηλός. Ας μην ξεχνάμε ότι η Κρακοβία ανέκαθεν υπήρξε προσφιλής ταξιδιωτικός προορισμός, τόσο για τους Πολωνούς όσο και, κυρίως, για τους ξένους επισκέπτες, ιδίως μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού». Έτσι, σημαντικό τμήμα των κατοίκων της απασχολείται στον τομέα παροχής τουριστικών υπηρεσιών.

Στην «καρδιά» της Κρακοβίας δεσπόζει σχεδόν αναλλοίωτη από το χρόνο η Παλιά Πόλη, η Stare Miasto, με την εντυπωσιακή κεντρική πλατεία της (Rynek Główny). Θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες μεσαιωνικές πλατείες, συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Στο κέντρο της, επιβλητικό και συνάμα ανάλαφρο αρχιτεκτονικά, κυριαρχεί το Sukiennice, ένα ογκώδες οικοδόμημα που ανεγέρθηκε το 14ο αι. Επί αιώνες εκεί διεξάγονταν οι συναλλαγές των εμπόρων ρούχων. Σήμερα, στο στεγασμένο ισόγειο χώρο του λειτουργεί μια πολύβουη αγορά, όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προμηθευτεί, ή απλώς να χαζέψει, μια μεγάλη ποικιλία από κοσμήματα, είδη ξυλογλυπτικής, πουλόβερ πολωνικής προέλευσης, καθώς και πιο «συμβατικά» σουβενίρ. Στους ορόφους του κτηρίου φιλοξενείται η Πινακοθήκη Πολωνικής Τέχνης του 19ου αι. 




Στην υπόλοιπη πλατεία, όπως και στους παραδρόμους, υπάρχουν πολυάριθμα καταστήματα, ζαχαροπλαστεία, cafés και εστιατόρια, στη μεγάλη τους πλειονότητα αισθητικά καλόγουστα και με σεβασμό στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης. Με πολλή χαρά συνειδητοποίησα ότι η λαίλαπα των πολυεθνικών αλυσίδων ταχυφαγείων και cafés δεν έχει (ακόμα) σαρώσει αυτή την πόλη-στολίδι! Αν, πάλι, είστε λάτρεις της σοκολάτας, σας προτείνω να επισκεφτείτε το λιλιπούτειο ζαχαροπλαστείο «Wawel», στην κεντρική πλατεία, όπου μπορείτε να αγοράσετε διαφόρων ειδών σοκολάτες και… σοκολατάκια, όλα ντόπιας παραγωγής. 


Νοτίως της κεντρικής πλατείας, βρίσκεται ο εμβληματικός λόφος του Wawel, ένας τόπος με ξεχωριστή σημασία για τους Πολωνούς. Το οικιστικό σύμπλεγμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το βασιλικό κάστρο (Zamek Królewski) και τον καθεδρικό ναό, τη σημαντικότερη εκκλησία στην Πολωνία. Επί 500 χρόνια εδώ ζούσαν, στέφονταν, πέθαιναν και θάβονταν οι Πολωνοί βασιλιάδες. Ακόμα κι όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, εξακολουθούσαν να στέφονται και να ενταφιάζονται στον καθεδρικό ναό. Ίσως λαχανιάσετε, αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο να ανεβείτε τα 70 στενά ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούν στην κορυφή του Πύργου του Ζίγκμουντ, όπου το δύο μέτρων και έντεκα τόνων καμπαναριό προκαλεί δέος: η αξέχαστη πανοραμική θέα της Κρακοβίας από αυτό το σημείο αναμφίβολα θα σας αποζημιώσει για την «ταλαιπωρία». Και μια φρέσκια μηλόπιττα με μια μπαλίτσα παγωτό κρέμα από το γλυκύτατο café του… λόφου θα σας συνεφέρει ολότελα, πριν συνεχίσετε την πεζοπορία σας.


Νοτιοανατολικά του λόφου βρίσκεται η παλιά εβραϊκή συνοικία της Κρακοβίας, το Κάζιμιερζ (Kazimierz). Ιδρύθηκε από τον βασιλιά Κάζιμιερζ το 1335 και μέχρι το 1791, οπότε και ενσωματώθηκε διοικητικά στην Κρακοβία, ήταν μια ανεξάρτητη πόλη. Οι πρώτοι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1494, εκδιωγμένοι από την Κρακοβία. Μέχρι τις αρχές του 20ού αι. το Κάζιμιερζ είχε μεταβληθεί σε σχεδόν αμιγώς εβραϊκή συνοικία. Η σταδιακή ερήμωση της περιοχής οφείλεται στη ναζιστική πολιτική εκτοπισμού και εξόντωσης του εβραϊκού πληθυσμού της Κρακοβίας. Έτσι, οι Εβραίοι αρχικά μεταφέρθηκαν στο γειτονικό γκέτο του Ποντγκόρζε (Podgorze) και, στη συνέχεια, οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου, όπου οι περισσότεροι πέθαναν. Μπορεί η πλειονότητα των Εβραίων της Κρακοβίας να εξολοθρεύτηκε, αλλά οι μνήμες τους παραμένουν ζωντανές: συναγωγές, νεκροταφεία, μουσεία, εστιατόρια, διάσπαρτες εβραϊκές επιγραφές, εγκαταλελειμμένα σπίτια λειτουργούν ως μελαγχολική υπόμνηση του γεγονότος ότι κάποτε ζούσε εδώ μια ρωμαλέα εβραϊκή κοινότητα. Σήμερα το Κάζιμιερζ  εξελίσσεται ταχύτατα σε μια «μοδάτη» συνοικία, γεμάτη γκαλερί, cafés, μπαράκια και εστιατόρια: θυμίζει Γκάζι σε πρώιμη φάση ανάπτυξης. Θα σεβαστούν, άραγε, οι Πολωνοί επιχειρηματίες τη φυσιογνωμία της συνοικίας, σε αντίθεση με τους «δικούς» μας αετονύχηδες λάτρεις της άνευ όρων και ορίων «ανάπτυξης» ; Ευσεβείς πόθοι, φοβάμαι.



Άουσβιτς/Μπίρκεναου: Μνήμες ολέθρου…




Εβδομήντα χιλιόμετρα δυτικά της Κρακοβίας βρίσκεται μια κωμόπολη, η οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες θα περνούσε απαρατήρητη, το Οζβιέτσιμ (Oświęcim). Η Ιστορία, όμως, της επεφύλαξε μια διαφορετική, εφιαλτική μοίρα. Μετά την εισβολή των Ναζί στην Πολωνία το Σεπτέμβρη του 1939, το Οζβιέτσιμ ενσωματώθηκε στην «επικράτεια» του Γ’ Ράιχ, οι κάτοικοί του εκτοπίστηκαν και μετονομάστηκε σε Άουσβιτς. Σε αυτή την περιοχή χτίστηκαν τα δύο γνωστότερα και πλέον φονικά στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, το Άουσβιτς 1 και το, πολύ μεγαλύτερο, Άουσβιτς 2, ή Μπίρκεναου. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 1.5 εκατομμύριο άνθρωποι δολοφονήθηκαν εδώ. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, 1.1 εκατομμύριο, ήταν Εβραίοι, περίπου 150.000 Πολωνοί πολιτικοί κρατούμενοι, 23.000 Ρομά από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, 15.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, καθώς και 25.000 άνθρωποι 20 τουλάχιστον εθνικοτήτων, ανάμεσά τους Τσέχοι, Γάλλοι, Γιουγκοσλάβοι, Ρώσοι, Λευκορώσοι και Ουκρανοί. 


Στις μέρες μας τόσο το Άουσβιτς, όσο και το Μπίρκεναου λειτουργούν ως τόποι μνήμης, πληροφόρησης και περισυλλογής. Ειδικά όσον αφορά στο Άουσβιτς, ένα μέρος των στρατώνων που στέγαζαν τους αιχμαλώτους έχει μετατραπεί σε μουσείο. Αν αντέχετε, μπορείτε να «επισκεφθείτε» ό,τι απέμεινε από τους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια…


Οι, συνήθως βιαστικές και πολυάνθρωπες, αν και άρτια συντονισμένες, οργανωμένες ξεναγήσεις δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καταλληλότερος τρόπος να προσεγγίσεις ένα τέτοιο τόπο. Πολύ προτιμότερη είναι μια ατομική περιπλάνηση ( η πρόσβαση και στα δύο στρατόπεδα, είτε σιδηροδρομικώς είτε με λεωφορείο, είναι εύκολη), η οποία επιτρέπει στον καθένα να βιώσει αυτό που αντικρίζει με το δικό του ρυθμό. Προσωπικά έμεινα άναυδος απέναντι στο μέγεθος της ανθρώπινης κακότητας και στην αληθινά διεστραμμένη μεθοδικότητα της ναζιστικής γενοκτονικής «πολιτικής». Ένα μούδιασμα και μια ανημπόρια γρήγορα με κατέκλυσαν… Ξαφνικά, λίγο πριν βγω από το Μπίρκεναου, αντίκρισα ένα σχολικό γκρουπ να εισέρχεται στο χώρο ανεμίζοντας ισραηλινές σημαίες. Τέτοια ακαλαίσθητη και «θορυβώδη» καπηλεία, οικειοποίηση και μονοπώληση της μνήμης των θυμάτων δεν μπορούσα να την ανεχτώ. «Επιτέλους, τόποι σαν το Άουσβιτς δεν προσφέρονται για πολιτικά παιχνίδια, τα οποία κάθε άλλο παρά τιμούν τη μνήμη των (όποιων) θυμάτων», σκέφτηκα. Δε στάθηκα για να φωτογραφήσω το περιστατικό. Τάχυνα το βήμα μου και απομακρύνθηκα, εξοργισμένος…





Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Μιχάλης Κωνσταντάτος: "αλλάζοντας την καθημερινότητά σου, αλλάζεις σιγά σιγά κι άλλα πράγματα"




Ο Τζίμης είναι ένας 17χρονος μαθητής Λυκείου, γόνος ευκατάστατης οικογένειας. Η Μαίρη τριαντάρα μεσοαστή ασκούμενη δικηγόρος. Ο Μάκης 45χρονος ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου. Και οι τρεις ζουν μονότονες, συμβατικές ζωές. Αν και φαινομενικά αυτό είναι το μόνο που τους συνδέει, υπάρχει και κάτι άλλο: κατά διαστήματα συναντιούνται επιδιδόμενοι σε πράξεις ακραίας βίας, με θύματά τους ανθρώπους ταξικά, βιολογικά και ηλικιακά πιο αδύναμους. Με φόντο τον εντεινόμενο κοινωνικό εκφασισμό, το Luton, ένα αυστηρά δομημένο διαταξικό υπαρξιακό δράμα με εκρήξεις άγριας βίας και δόσεις μαύρου χιούμορ, είναι το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Μιχάλη Κωνσταντάτου. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, την πανελλήνια «πρώτη» του στις φετινές «Νύχτες Πρεμιέρας» και λίγο πριν ταξιδέψει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου, βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 10 Οκτωβρίου. Κουβεντιάζουμε με τον Μιχάλη Κωνσταντάτο ένα ψυχρό απομεσήμερο, κάπου στο κέντρο της Αθήνας.



Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για τη δημιουργία της δουλειάς σου;


Ήταν όλα αυτά τα περιστατικά «αναίτιας» βίας, η οποία με απασχολεί κι από τις μικρού μήκους ταινίες μου, που άκουγα ανά τον κόσμο πολλά χρόνια τώρα, που με έκαναν να αρχίσω να ψάχνω ποιοι είναι οι στόχοι, ποιοι οι θύτες. Συνήθως κατέληγα σε καθημερινούς ανθρώπους που ζούσαν κανονικές ζωές κι όχι σε κάποιους ψυχοπαθείς. Ήθελα να αναδείξω σκηνές καθημερινότητας που έχουν εμμονή στη λεπτομέρεια.



Προσωπικά «διάβασα» την ταινία ως ένα σχόλιο πάνω στον εντεινόμενο κοινωνικό εκφασισμό και, παράλληλα, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, γιατί τα θύματα των επιθέσεων ήταν οι πιο αδύναμοι- ταξικά, βιολογικά, ηλικιακά.


Γενικά πιστεύω ότι όλες οι πράξεις βίας ξεκινάνε πάνω σε ανθρώπους που είναι αυτού του συνόλου. Νομίζω ότι, αν δεις και τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, πάνω σε αδύναμα μέλη ασκείται. Οπότε, ανεξάρτητα από τις εποχές, είναι ένας κακός κανόνας αυτό.


Σε ανησυχούν αυτά τα φαινόμενα, τα οποία πλέον έχουν πάρει πολύ σοβαρότερες διαστάσεις;


Βέβαια. Πολύ περισσότερο, όμως, με ανησυχεί- κι αυτό λέει η ταινία σε πολύ μεγάλο βαθμό- το πώς οι άνθρωποι ζουν την καθημερινότητά τους, γιατί από κει ξεκινάει το πρόβλημα. Το πόση συνείδηση και συνειδητοποίηση έχουν για τις επιλογές τους, τις επιθυμίες τους, τις ανάγκες τους. Πώς διαλέγουν να εκφράζονται στην καθημερινότητά τους, τι κρατάνε μέσα τους. Αυτό με ανησυχεί περισσότερο: το ότι βλέπω όλο και περισσότερο κόσμο να ζει σε μια κατάσταση απόλυτης ταχύτητας, μια κατάσταση που δεν ελέγχεται. Δε στέκεται απέναντι στον εαυτό του και στα πράγματα παίρνοντας πιο ώριμες, φιλτραρισμένες αποφάσεις. Κι αυτό είναι που οδηγεί μετά σε οποιαδήποτε παθογενή κατάσταση.



Και ταυτόχρονα το θεωρούν οι ήρωες απολύτως φυσιολογικό. Όσο φυσιολογική, έστω και ως καταπιεστική ή ρουτινιέρικη είναι η υπόλοιπη καθημερινότητά τους, κι αυτές οι πράξεις βίας, στις οποίες επιδίδονται, τείνουν να λαβαίνουν ένα τέτοιο χαρακτήρα, μιας κανονικότητας.


Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό, ότι όλο αυτό μπαίνει σε μια κανονικότητα. Η ίδια κανονικότητα της άλλης βίας, αυτής που ασκείται στους ανθρώπους από το περιβάλλον τους.


Πόσο εφικτό είναι να «σπάσει» αυτός ο κύκλος, κι όχι μόνο στο κινηματογραφικό πεδίο; Υπάρχει προοπτική;



Είναι πολύ δύσκολο, γιατί δεν είναι κάτι που χτίστηκε μέσα σε μια στιγμή, χτίστηκε στην ιστορία του οικονομικού και πολιτικού συστήματος σε Ευρώπη και Αμερική, οπότε για να κάνεις μια ρωγμή, έστω, νομίζω ότι επαφίεται στην προσωπική επανάσταση του καθενός, στην ατομική του, κατ’ αρχήν, βούληση και συνείδηση. Αλλάζοντας την καθημερινότητά σου, αλλάζεις σιγά σιγά κι άλλα πράγματα. Είναι εφικτό να συμβεί σε μικροκλίμακες. Ξεκινώντας από το σπίτι μας, από τη δουλειά μας, από το σχολείο μας και κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό, την ώρα που είμαστε μόνοι μας, ελπίζω τα πράγματα να αμβλύνονται. Αν πεις το προφανές, ότι δεν υπάρχει προοπτική, είναι σαν να καταδικάζεις τον εαυτό σου σε μια στασιμότητα. Θέλω να έχω κι αλλού στραμμένο το βλέμμα μου.



Η ταινία έχει διαταξικό χαρακτήρα. Υπάρχει ο γόνος της ευκατάστατης οικογένειας, η μεσοαστή ασκούμενη δικηγόρος και ο μικροαστός ιδιοκτήτης του mini market. Σαν ένα διαταξικό υπαρξιακό δράμα με εκρήξεις βίας και με δόσεις χιούμορ, συνήθως μαύρου. Αυτές οι σκηνές βίας μερικές φορές μου έδιναν την εντύπωση ότι προέρχονται από μια παράλληλη ταινία. Αν δεν ήξερα την υπόθεση της ταινίας, μπορεί να αμφέβαλλα ότι έχουν όντως συμβεί. Ήταν συνειδητή επιλογή να δείχνουν σαν να παραπέμπουν σε κινηματογράφο του φανταστικού; Μου θύμισαν έως και David Lynch κάποιες στιγμές.


Ήταν απόλυτα συνειδητή και ήθελα να έχει αυτό το διττό χαρακτήρα αυτή η σεκάνς και να προσαρμόζεται ανάλογα με τον θεατή, γιατί σημασία έχει η αλληγορία του πράγματος και η θέση των σκηνών. Αλλά είναι και ένα παράλληλο σύμπαν στο μυαλό αυτών των ανθρώπων.


Και προφανώς δεν έχει σημασία επί της ουσίας πώς συναντήθηκαν οι ήρωες.


Καμία. Δεν εξετάζει αυτό η ταινία . Δεν έχει βάση πλοκής. Είναι φανερό ότι ο σκοπός μου είναι άλλος. Με ενδιαφέρει ο παρονομαστής τους, ποιο είναι στο βάθος το κοινό στοιχείο αυτών των ανθρώπων.


Η επιλογή των ηθοποιών πώς προέκυψε;


Όπως σε όλες τις δουλειές μου, το casting κράτησε πάρα πολύ καιρό. Η επιλογή όλων των ηθοποιών, τους οποίους ευχαριστώ για τη συμμετοχή, έγινε από αυτό που ένιωσα ότι ταιριάζει στον κάθε χαρακτήρα. Πολλή δουλειά έγινε και από το «Athens Casting», το γραφείο με το οποίο συνεργάζομαι, τους οποίους επίσης πρέπει να ευχαριστήσω.


Η συνεργασία  με τους ηθοποιούς υπήρξε γενικά αρμονική;


Πάρα πολύ. Ήταν πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα, πολύ συγκεκριμένη η κατεύθυνση. Ήταν όλα πολύ οριοθετημένα.


Οι χαρακτήρες επιλέχτηκαν με κάποιο συγκεκριμένο κριτήριο; Γιατί ο μαθητής, η δικηγόρος και ο ιδιοκτήτης mini market, ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανθρώπινους χαρακτήρες;


Μπορείς όντως να διαλέξεις τα πάντα. Καταλήγεις σε κάτι που έχει ένα κομμάτι λογικής και σχεδιασμού και ένα κομμάτι αυθόρμητο. Η αρχική πρόθεση ήταν να είναι άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής τάξης, αισθητικής, οπότε να απλωθεί αυτό σε ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Το επάγγελμα του ψιλικατζή, για παράδειγμα, είναι πάρα πολύ στατικό. Φτάνει ένα σημείο, στο οποίο βαριούνται πια να σηκωθούν κι από την καρέκλα τους, λόγω όλης της επαναληπτικότητας και της στενότητας του χώρου. Αυτό θεώρησα ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Στην ταινία μου όλοι οι χαρακτήρες έχουν μεγάλο background, γιατί έτσι δουλεύουμε κιόλας.


Οι προηγούμενες σπουδές σου πόσο επηρέασαν όλη τη διαδικασία και της συγγραφής του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, στη συνέχεια;


Πάντα με ενδιέφερε η αρχιτεκτονική και ο χώρος. Ουσιαστικά οι σπουδές μου, τόσο στην κοινωνιολογία όσο και στην αρχιτεκτονική, ήταν πράγματα που με ενδιέφερε να παρακολουθώ και να κάνω.


Το ενδιαφέρον σου στην αρχιτεκτονική νομίζω ότι αντανακλάται και στη δουλειά σου. Η κινηματογράφηση των χώρων, και των εσωτερικών και των εξωτερικών, είναι πραγματικά πολύ φροντισμένη.


Και τις παραστάσεις στο θέατρο έτσι τις στήνω. Οι χώροι διαμορφώνουν τη σκέψη μου. Όλα αυτά επηρεάζουν ασυνείδητα. Είναι ο τρόπος που σκέφτομαι. Για κάποιους μπορεί να είμαι σπαστικός, αλλά είναι όλα αυτά που «γράφουν» με τα χρόνια πάνω σου και καταλήγουν να μορφοποιούνται με έναν ορισμένο τρόπο.


Μέχρις στιγμής οι αντιδράσεις, το feedback, εντός κι εκτός Ελλάδας, πώς είναι;


Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος μέχρις στιγμής, κι από το θετικό και από το αρνητικό.


Εστιάζοντας στο αρνητικό, οι ενστάσεις ή οι παρατηρήσεις σε τι συνίστανται περισσότερο;


Όπως θα διαπίστωσες κι εσύ, δεν είναι μια εύκολη ταινία- ότι μπαίνεις στην αίθουσα, αναγνωρίζεις τον κώδικα ή πως μπορείς να πεις ότι ευχαριστιέσαι. Οπότε αυτό έχει διαφορετικό αποτέλεσμα στον κάθε θεατή, ακόμα και μέσα στο χρόνο της ταινίας. Άλλο νιώθεις στην αρχή, άλλο στη μέση, άλλο στο τέλος. Οι θεατές που έχουν περισσότερη υπομονή και θέληση να δουν κάτι και αφήνονται, την καταλαβαίνουν πολύ καλά, τη νιώθουν. Οι θεατές που δε θέλουν να μπουν στον κόσμο της ταινίας, δε θα επικοινωνήσουν με αυτή. Μπορεί να τη θεωρήσουν βαρετή, αργή, έντονη, σκληρή. Αλλά αυτό είναι πολύ υποκειμενικό.



Ενώ είναι αφηγηματικά βατή ταινία, υπό την έννοια ότι δε σου αφήνει κενά ως προς την κατανόηση του τι συμβαίνει, σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα κι επίσης δυσκολεύεσαι και να ταυτιστείς, εντέλει, με κάποιον από τους χαρακτήρες, όχι γιατί δεν αναγνωρίζεις οικεία βιώματα ή παραστάσεις, αλλά γιατί είναι περισσότερο «κακοί» απ’ ότι θα τους ήθελες για να ταυτιστείς μαζί τους.


Πολλές φορές έχω παρατηρήσει ότι, όταν βλέπουμε κάτι που μας μοιάζει και δε θέλουμε να μας μοιάζει, το αποφεύγουμε. Όταν βλέπεις τραπέζια όπου έχεις βρεθεί, καταστάσεις που έχεις ζήσει, διακοπές που έχεις περάσει, αν αυτά δεν είναι ευχάριστα, απωθούνται. Παραθέτω μια κατάσταση που παρατηρώ γύρω μου και λέω τη δική μου άποψη για το πώς νομίζω ότι λειτουργεί αυτό το πράγμα στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Και τι κίνδυνος μπορεί να υπάρξει.


Η εκκόλαψη ενός καθημερινού, κοινότοπου φασισμού…


Και από και προς αυτούς τους ανθρώπους. Η ταινία αγγίζει κάτι που είναι δύσκολο να το διαχειριστούμε και ως άνθρωποι.


Δουλεύεις πάνω σε κάτι καινούριο;


Τελειώνω το σενάριο για την επόμενη μεγάλου μήκους ταινία στο Torino Film Lab και αρχίζουμε τον αέναο αγώνα της χρηματοδότησης. Ελπίζω μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να υπάρχει αυτή η ταινία και να κυκλοφορήσει.


Στις 10 Οκτωβρίου το Luton βγαίνει στις αίθουσες. Ποιες είναι οι προσδοκίες σου, δεδομένου ότι πρόκειται για- καλώς ή κακώς χρησιμοποιείται αυτός ο όρος- «φεστιβαλική» ταινία;


Κατ’ αρχήν θα ήθελα να λένε ότι δεν είναι μια φεστιβαλική ταινία, γιατί αυτές οι ταμπέλες οδηγούν σε αρνητικούς συνειρμούς. Καλό είναι να παρουσιάζουμε τις ταινίες περίπου όπως είναι και να διαλέγει ο καθένας αν θέλει να τις δει. Ελπίζω να ανταποκριθεί ο κόσμος. Το σινεμά που παρακολουθώ και με ενδιαφέρει είναι οι ταινίες που, όταν τελειώνουν, δεν μπορώ να πω αν μ’ αρέσουν ή όχι, αλλά θέλω να πάρω έναν φίλο μου τηλέφωνο να το κουβεντιάσουμε. Υπάρχουν ταινίες που κάθε μέρα σκέφτομαι μια σκηνή τους. Επειδή θέλω να λειτουργούν έτσι οι ταινίες, εύχομαι να υπάρξει κόσμος και να λειτουργήσει σε αυτόν με αυτό τον τρόπο. Να λειτουργήσει ως αφορμή για κουβέντα.


Νομίζω ότι είναι πολύ αγκυρωμένη στην τρέχουσα καθημερινότητα.


Τα γεγονότα επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, μια σκέψη ανθρώπων. Ήταν σχεδόν επιστημονική φαντασία για κάποιους και δες ότι συμβαίνουν.


Για μένα οι χαρακτήρες που παρουσιάζεις στην ταινία σου είναι, τελικά, αυτό το κομμάτι της κοινωνίας που οπλίζει τους πιστολέρο και τους μαχαιροβγάλτες και τους παρέχει την κοινωνική και ηθική νομιμοποίηση.


Και δεν είναι μόνο αυτοί οι τρεις χαρακτήρες, είναι όλοι γύρω από αυτούς που έχουν το μερίδιο της ευθύνης τους. Για μένα ήταν φοβερά σημαντικοί και οι άνθρωποι γύρω από τους τρεις χαρακτήρες. Η γιαγιά, η μάνα, η σύζυγος του ιδιοκτήτη, ο Γιώργος ο Τσεμπερόπουλος στο ρόλο του πατέρα του μαθητή, η κοπέλα που περπατάει στο δρόμο μόνη της. Ήθελα να δημιουργήσω ένα κοινωνικό πλέγμα που να περιέχει όλα όσα βλέπω γύρω μου και να βάλω τη λεπτομέρεια της θέσης τους μέσα σε όλο αυτό. Γιατί κανείς δεν είναι αθώος, όπως και κανείς δεν είναι ένοχος. Είναι πιο σύνθετο το πράγμα.


Δεν περιμένω να έχει η ταινία σου και εισπρακτική επιτυχία- μακάρι να είχε, βέβαια. Μάλλον θα ζούσαμε σε άλλη κοινωνία…


Κι εγώ έτσι πιστεύω!


Ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος φαίνεται, πάντως, ότι πηγαίνει αρκετά καλά.


Αυτό που με φοβίζει στο κινηματογραφικό πεδίο είναι η γενικότερη ευρωπαϊκή πολιτική για τον κινηματογράφο σε σχέση με τη δημιουργία ταινιών που να προβληματίζουν. Δε νομίζω ότι το θέλουν αυτό. Αν παρατηρήσεις σε κάθε χρόνο που περνάει πόσες ταινίες παράγονται και διανέμονται και πόσες αίθουσες υπάρχουν γι’ αυτές τις ταινίες σε όλη την Ευρώπη, θα διαπιστώσεις ότι συρρικνώνονται όλο και περισσότερο. Αυτό είναι ανησυχητικό και δείχνει πού θέλουν να πάνε το σινεμά. Όλο και περισσότερα art house cinemas κλείνουν, οι sales agents ελάχιστα ενδιαφέρονται για ταινίες τέτοιου είδους, τα φεστιβάλ τα ίδια έχουν μια λίγο πιο mainstream κατεύθυνση. Με προβληματίζει το πώς θα μπορούμε να κάνουμε ταινίες τέτοιου τύπου.


Το Luton του Μιχάλη Κωνσταντάτου βγαίνει στις αίθουσες στις 10 Οκτωβρίου. Περισσότερες πληροφορίες στο: http://luton.horsefly.gr/


Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr 


 

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Κωνσταντίνος Γεωργούσης: "τα σκοτεινά τμήματα της ψυχής του ανθρώπου έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τα φωτεινά"




Περισσότερο επίκαιρο από ποτέ, το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Γεωργούση The Cleaners, το οποίο ακολουθεί μέλη της Χρυσής Αυγής κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας το 2012, προβλήθηκε την Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου, στο κατάμεστο auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου, στα πλαίσια του 5ου CineDoc. Στην προβολή ήταν παρόντες ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαρράς από τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού», ενώ ακολούθησε συζήτηση με το κοινό.


 «Υπάρχει μία παράδοση στην τέχνη να μην ασχολούμαστε μόνο με την ομορφιά, να ασχολούμαστε και με την ασχήμια. Νομίζω ότι τα σκοτεινά τμήματα της ψυχής του ανθρώπου έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τα φωτεινά. Οπότε, έχοντας ένα ενδιαφέρον στο μίσος και στο φθόνο, νομίζω ότι η Χρυσή Αυγή ήταν το καλύτερο παράδειγμα για να το κεφαλαιοποιήσω αυτό, να το κάνω ταινία», επισήμανε ο Κωνσταντίνος Γεωργούσης, αναφερόμενος στους λόγους που τον ώθησαν να γυρίσει το ντοκιμαντέρ. Πώς κέρδισε την εμπιστοσύνη τους; «Πέρυσι κατά την προεκλογική περίοδο και του Μαΐου και του Ιουνίου είχε ανοίξει ένα παράθυρο για σκηνοθέτες, κάμεραμεν της τηλεόρασης, οπερατέρ πάσης φύσεως. Κατάλαβα ότι πρέπει να το εκμεταλλευτώ. Οπότε, τον Απρίλιο-Μάιο που είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη τους έχοντας κάποιους μήνες παρουσίας στον Άγιο Παντελεήμονα- αυτοί διακρίνονταν από περίσσεια έπαρση, ήταν περήφανοι, δεν τα έλεγαν κρυφά- τους ακολούθησα για ένα-ενάμισι μήνα και το αποτέλεσμα ήταν αυτό», δήλωσε.


«Ποτέ δε χρειάστηκε να συνηγορήσω με τις θέσεις τους. Επειδή τυγχάνει να είμαι ανθρωπολόγος και μετά σκηνοθέτης, έχω εκπαιδευτεί σε κάποιες τεχνικές να ζω κοντά σε επιθετικούς και μη επιθετικούς ανθρώπους, οπότε δε χρειάστηκε να αποδείξω τις πολιτικές μου θέσεις. Κάποιες φορές με ρώταγαν «τι πιστεύεις»; Εκεί τα όπλα της διπλωματίας είναι να αλλάζεις κουβέντα. Με ρώτησαν «γιατί κάνεις αυτή την ταινία»; Τους απάντησα ότι είμαι φοιτητής κινηματογράφου και ήταν περήφανοι που αυτό το υλικό θα προβαλλόταν στο εξωτερικό». Με αφορμή τα γέλια που ακούγονταν κατά τη διάρκεια της προβολής και τη σχετική επισήμανση θεατή, ο Δημήτρης Ψαρράς έσπευσε να σχολιάσει πως «το ότι χασκογελάσαμε δε σημαίνει ότι δε σκεφτόμαστε σοβαρά γι’ αυτούς. Τον καιρό της Δικτατορίας γελούσαμε πολύ με τον Παπαδόπουλο που μας κυνηγούσε. Για να απενοχοποιήσω λιγάκι το αίσθημα που εκφράστηκε», συμπλήρωσε.  


Ο Κωνσταντίνος Γεωργούσης αποκάλυψε ότι το ντοκιμαντέρ του απορρίφθηκε από ελληνικά φεστιβάλ «Τώρα, όμως, όλοι θέλουν να το δείξουν», σχολίασε σκωπτικά. «Δε γνωρίζω τους λόγους της απόρριψης, αλλά νομίζω ότι υπήρχε ένα αίσθημα φόβου, γιατί αυτή η ταινία βγήκε στο IDFA τον Νοέμβριο του 2012. Άρα η Χρυσή Αυγή ήταν ακόμη στην άνοδο τότε». Έβλαψε ή ωφέλησε η προβολή της Χρυσής Αυγής από τα Μ.Μ.Ε. ; «Αυτό που υποθέτω από τις γνώσεις μου είναι ότι η προβολή στα media τους βοήθησε. Και κάποια media τους υποστήριξαν κιόλας ανοιχτά». Γιατί απουσιάζουν οι μαρτυρίες μεταναστών; «Η ταινία αυτή δεν έχει σκοπό να είναι ένα ισορροπημένο ντοκιμαντέρ με τις δύο γνώμες, του κακού και του καλού. Η ταινία αυτή ασχολείται μόνο με το κακό. Ένα μειονέκτημα που έχει είναι ότι έπρεπε να είναι πιο κακιά, έπρεπε να είναι μεγαλύτερη η άβυσσος, το μαύρο», δήλωσε. 


Τα μέλη της νεοναζιστικής συμμορίας, που δε διακρίνονται για τη σινεφιλική ή γενικότερη παιδεία τους, δεν έχουν, φυσικά, παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ. «Έχουν δει μόνο το απόσπασμα του Channel 4. Το κόμμα ήταν πλέον στη Βουλή και απαγορεύτηκε σε όλα τα μέλη να διαχειρίζονται τα media. Τα media ελέγχονταν πλέον από την πολιτική επιτροπή και κατάλαβαν ότι είχε γίνει μια μικρή βλακεία. Ένας χρυσαυγίτης θα θεωρούσε αυτά που λέγονται στην ταινία πολύ light, αλλά δε θέλουν πλέον καμία κάμερα να φιλμάρει τα μέλη τους ανεξέλεγκτα». Γιατί δεν εμφανίζονται καθόλου ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής στο ντοκιμαντέρ, δεν είχε την πρόθεση να τα πλησιάσει; «Τα ηγετικά στελέχη δε με ενδιέφεραν. Εξάλλου υπήρχαν εκατό χιλιάδες κάμερες τριγύρω τους και τεχνικά δεν ήταν δυνατόν να τα ακολουθήσεις. Εμένα με ενδιέφεραν μόνο οι απλοί ψηφοφόροι, γιατί αυτός ο όχλος είναι ο φασισμός, όχι ο Μιχαλολιάκος».


Αισθάνεται ότι κινδυνεύει; «Το μόνο που μπορώ να σας απαντήσω είναι ότι όσο κινδυνεύω εγώ, κινδυνεύει και ο κύριος Ψαρράς, κινδυνεύουν και απλοί πολίτες. Όποιος είναι εναντίον τους, είναι προς εξόντωση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι δαίμονες, δεν είναι τέρατα, είναι άνθρωποι- και πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε». Οφείλει ο κινηματογράφος να συντηρεί την ιστορική μνήμη; «Δεν πιστεύω ότι ο κινηματογράφος οφείλει ή δεν οφείλει τίποτα. Σε κανέναν δεν οφείλει τίποτα. Αλλά έχει διαχειριστεί την ιστορική μνήμη με άπειρους τρόπους, το ντοκιμαντέρ παρατήρησης είναι ένας από αυτούς, αλλά ο σκοπός μας είναι κάνουμε καλές ταινίες, με προτεραιότητα στην αισθητική, μετά στο ντοκουμέντο, μετά στην ιστορία και μετά στους χαρακτήρες», κατέληξε.


Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο περσινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ, το διεθνή σάλο που προκάλεσε και τη βράβευσή του στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, το ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Γεωργούση συνεχίζει τη φεστιβαλική του διαδρομή διεθνώς, ενώ είναι πιθανό να προβληθεί και στις ελληνικές αίθουσες.



Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μάικ Λέρνερ: "χωρίς την ελευθερία του λόγου, δεν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε όλες τις υπόλοιπες ελευθερίες μας"





Βλάσφημες «χούλιγκαν», αθώες αντί- Πούτιν πανκ διαδηλώτριες, ή μήπως πολύ περισσότερα; Το ντοκιμαντέρ των Μάικ Λέρνερ και Μαξίμ Ποζντορόφκιν Pussy Riot: A Punk Prayer αφηγείται την ιστορία των Pussy Riot, του πιο διάσημου γυναικείου ρωσικού πανκ συγκροτήματος, τρία μέλη του οποίου, η Ναντέζντα Τολοκονίκοβα, η Μαρία Αλιόχινα και η Γεκατερίνα Σαμούτσεβιτς  κατηγορήθηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διετή φυλάκιση για «χουλιγκανισμό, υποκινούμενο από θρησκευτικό μίσος», εξαιτίας μιας «άσεμνης» performance, μιας «πανκ προσευχής», που ανέβασαν στο ιερό του Καθεδρικού του Σωτήρα στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του 2012. Οι Pussy Riot στοχοποιήθηκαν από τον ίδιο τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν, ο οποίος δήλωσε ότι το συγκρότημα «υπονόμευσε τα θρησκευτικά θεμέλια του έθνους», ενώ η δίκη προκάλεσε διεθνή κατακραυγή, με πολλούς «επώνυμους» καλλιτέχνες, ανάμεσά τους η Μαντόνα, ο Στινγκ και η Γιόκο Όνο, να σπεύδουν προς συμπαράσταση των διωκόμενων μελών του συγκροτήματος. Λίγες μέρες πριν την πανελλήνια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» (Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου), κουβεντιάζουμε με τον Μάικ Λέρνερ, έναν από τους σκηνοθέτες του.




Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτό το θέμα και ποιος ήταν ο στόχος σου; Πώς εξελίχτηκε η διαδικασία των γυρισμάτων αφότου φτάσατε στη Ρωσία; Συναντήσατε δυσκολίες ή βιώσατε εκπλήξεις;



Εμπνευστήκαμε να κάνουμε μια ταινία για τις Pussy Riot τη στιγμή που είδαμε τις φωτογραφίες τους στο βρετανικό τύπο. Μόλις μάθαμε για τη σύλληψή τους, ήμαστε αποφασισμένοι να αφηγηθούμε την ιστορία τους στον κόσμο. Η διαδικασία ήταν αρκετά ξεκάθαρη. Επικοινωνήσαμε με το συγκρότημα, με τις οικογένειές τους, τους δικηγόρους και τους φίλους τους και φύγαμε για τη Μόσχα, για να ξεκινήσουμε να καταγράφουμε την ιστορία τους. Το ίδιο το συγκρότημα πάντοτε ήθελε να υπάρχει μια διεθνής οπτική στην ιστορία τους και εμπιστεύτηκε την προσέγγισή μας. Δεν υπήρχαν τόσο πολλές δυσκολίες- το σύνηθες πρόβλημα αναζήτησης χρηματοδότησης. Εκπλαγήκαμε, πάντως, ιδιαίτερα, όταν πληροφορηθήκαμε ότι η ίδια η δίκη επρόκειτο να κινηματογραφηθεί από ένα κρατικό ειδησεογραφικό κανάλι. Όχι μόνο κινηματογράφησαν τη δίκη, αλλά και τράβηξαν πολύ ιδιαίτερες και σημαντικές στιγμές, όταν οι τρεις κατηγορούμενες συζητούσαν για τη συμφορά τους, χωρίς να έχουν ιδωθεί επί πολλές βδομάδες. Κινηματογράφησαν, επίσης, τη διαδικασία απίστευτα καλά, έτσι όλα αυτά συνέβαλαν στο να γίνει το ντοκιμαντέρ πολύ πλούσιο και ολοκληρωμένο.



Δεδομένης της ευαίσθητης, αν όχι αμφιλεγόμενης, φύσης του ζητήματος με το οποίο ασχοληθήκατε, αισθανθήκατε, σε οποιαδήποτε στιγμή, απειλούμενοι;


Καθόλου. Οι ξένοι δημοσιογράφοι τείνουν να αντιμετωπίζονται πολύ καλά στη Ρωσία και, μολονότι δε συμπεριφέρονται στους ντόπιους δημοσιογράφους τόσο προσεκτικά, σίγουρα δεν είχαμε προβλήματα, ούτε νιώσαμε απειλή από το κράτος σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.



Στη Ρωσία έχουν κυρίως προβληθεί ως χούλιγκαν, υποκινούμενες από θρησκευτικό μίσος. Σε πολλές Δυτικές χώρες, ως αθώες αντι-Πούτιν πανκ διαδηλώτριες. Ποια είναι η εντύπωσή σου για τις Pussy Riot ως καλλιτεχνών και ως πολιτικών υποκειμένων, στο βαθμό που έχεις επικοινωνήσει μαζί τους;



Όλη η ιδέα της δημιουργίας της ταινίας ήταν ότι τόσο στη Ρωσία, όσο και ανά τον κόσμο, η ιστορία τους είχε προβληθεί με πολύ λανθασμένο τρόπο. Θέλαμε να κάνουμε μια ταινία που θα έδειχνε τις Pussy Riot όχι ως ένα πανκ συγκρότημα που ενοχλεί την κοινωνία, αλλά ως καλλιτέχνιδες και φιλοσόφους που έχουν αναπτύξει μία πολύ πρωτότυπη και αποτελεσματική προσέγγιση στην πρόκληση δημόσιου διαλόγου σχετικά με μια σειρά από ζητήματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος, ο ρόλος των γυναικών εντός της ορθόδοξης εκκλησίας, θέματα ισότητας των φύλων και LGBT δικαιωμάτων. Η εντύπωση που αποκομίσαμε γνωρίζοντας αυτές τις γυναίκες  ήταν πόσο ικανές είναι να θέτουν ζητήματα, πόση ηθική εξουσία ασκούσαν στο δικαστήριο και πόσο αστείες είναι.



Υπάρχουν όρια στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης- και της ελευθερίας έκφρασης, γενικότερα; 



Θέλαμε πολύ οι άνθρωποι να δουν την ταινία όχι ως μια επίθεση στο πόσο καταπιεστική είναι η Ρωσία, αλλά πόσο εύθραυστες είναι κάποιες ελευθερίες σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που οι Pussy Riot έχουν γίνει οι πιο διάσημες Ρωσίδες στον κόσμο και ο λόγος που η «Πανκ Προσευχή» έχει γίνει το πιο διαβόητο και επιδραστικό κομμάτι performance art στην ιστορία της τέχνης, είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του λόγου είναι οι πιο σημαντικές ελευθερίες που έχουμε. Χωρίς την ελευθερία του λόγου, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε να υπερασπιζόμαστε όλες τις υπόλοιπες ελευθερίες μας, όσο σημαντικές κι αν είναι. Έχουν κερδηθεί δύσκολα- συνήθως μέσω επανάστασης και πολέμου- και πολύ εύκολα χάνονται- συνήθως μέσω της υπογραφής βλακωδών νομοθετικών διαταγμάτων από μια ληθαργική και καλά χειραγωγημένη πολιτική τάξη. Και βλέπουμε πολλούς παραλληλισμούς ανάμεσα στις Pussy Riot και τον Μπράντλεϋ Μάνινγκ, τον Έντουαρντ Σνόουντεν, τον Τζούλιαν Ασάνζ, το κίνημα «Occupy», τους ακτιβιστές της Μέσης Ανατολής και την Αιγυπτιακή Επανάσταση στην πλατεία Ταχρίρ και άλλες ριζοσπαστικές φεμινιστικές/ ακτιβιστικές κοινότητες και ομάδες σε όλο τον κόσμο. Φαίνεται ότι οι νέοι άνθρωποι παντού έχουν την ενέργεια και τη διορατικότητα να αντισταθούν στην ανατριχιαστική τυραννία που συνεχίζει να απομειώνει την ελευθερία παντού.



Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι προφανής, ίσως με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό, σχεδόν σε όλο τον κόσμο: από τη Ρωσία μέχρι τις Η.Π.Α., και από πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής μέχρι την Ελλάδα. Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό και πώς μπορεί να ξεπεραστεί;



Μεγάλο θέμα! Κατά τη γνώμη μου, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι άλλη μια μορφή της πατριαρχικής ηγεμονίας, η οποία εκδηλώνεται με τον συνήθη βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο. Στην τελική, μιλάμε για αγώνα για την εξουσία ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος- όχι ανάμεσα στο κράτος και μια δίκαιη κοινωνία. Πάντοτε υπάρχουν δυο διαφορετικές ομάδες που προσπαθούν να κυριαρχήσουν στην ατζέντα. Στην πραγματικότητα βλέπω πολύ λίγες διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές: και οι δύο έχουν πολύ ιδιοτελή συμφέροντα και μια απόλυτη άγνοια του τι δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία σκέψης και δράσης πραγματικά σημαίνουν. Ευτυχώς, όμως, έχουμε ανθρώπους σαν τις Pussy Riot που μας βοηθούν να καταλάβουμε τι συμβαίνει και να εμπνεύσουν την αλλαγή μέσω του ακτιβισμού.



Έχει προβληθεί το ντοκιμαντέρ σας στη Ρωσία;


Όχι ακόμα. Θα προβληθεί το Δεκέμβριο ως κομμάτι του ARTDOC Φεστιβάλ στη Μόσχα και αναμένουμε με ανυπομονησία μια θερμή και ενθουσιώδη υποδοχή στη ρωσική πρωτεύουσα.



Το ντοκιμαντέρ Pussy Riot: A Punk Prayer των Μάικ Λέρνερ και Μαξίμ Ποζντορόφκιν κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα του στα πλαίσια του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» την Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου, στον κινηματογράφο Odeon Όπερα 1 στις 20:30. Επαναληπτική προβολή: Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου, Δαναός 2, 22:00.


Η φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση είναι του Ιγκόρ Μούχιν.




Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ζωή Μαυρουδή: "ήταν σαν πάνω σ’ αυτές τις γυναίκες να εκτονωνόταν ένα ολόκληρο σύστημα"





Λίγο πριν τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 δεκάδες οροθετικές γυναίκες προσάγονται, υφίστανται εξαναγκαστικούς ιατρικούς ελέγχους για HIV, συλλαμβάνονται, προφυλακίζονται και διαπομπεύονται από πολλά Μ.Μ.Ε. Το χρονικό της ζοφερής αυτής υπόθεσης εξιστορεί το ντοκιμαντέρ Ερείπια, Οροθετικές γυναίκες, Το χρονικό μιας διαπόμπευσης, σε σκηνοθεσία Ζωής Μαυρουδή. Λιτό και περιεκτικό, καταφέρνει μέσα σε 52 λεπτά να ρίξει φως σε όλες τις πτυχές του ζητήματος. Στο ντοκιμαντέρ φιλοξενούνται συνεντεύξεις με δύο από τις διαπομπευμένες γυναίκες, δύο από τις μητέρες, γιατρούς, δικηγόρους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους και ακτιβίστριες που έδωσαν σκληρό αγώνα για την αποφυλάκισή τους. Μία μέρα μετά τη δημοσιογραφική προβολή του και τη συνέντευξη τύπου στην ΕΣΗΕΑ, κουβεντιάζουμε με την σκηνοθέτρια.



«Αιφνιδίασε αυτή η ιστορία πάρα πολλούς ανθρώπους, ακόμα και Έλληνες. Ήταν πρωτοφανής περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά του HIV», είναι μια από τις πρώτες επισημάνσεις της.



Η δικιά σου επιλογή ήταν προϊόν οργής, κατ’ αρχήν, όπως είπες στη συνέντευξη τύπου.


Η αφορμή για το ντοκιμαντέρ ήταν ο θυμός. Εξοργίστηκα, έχασα τον ύπνο μου. Νιώθεις ότι κάτι έχει αλλάξει και έχει αλλάξει με έναν τρόπο που δεν μπορείς να μην κάνεις κάτι γι’ αυτό.



Σε εξέπληξε; Τόσο ως γεγονός, όσο και ως προς το επίπεδο της κάλυψής του από ένα μεγάλο αριθμό Μ.Μ.Ε. είτε κυρίαρχων ή λιγότερο κυρίαρχων;



Ναι, με εξέπληξε. Με αιφνιδίασε. Ενώ είχαν δημοσιευτεί και στο παρελθόν φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα με άλλες αφορμές, ήταν και η στιγμή που επιλέχτηκε να γίνει κάτι τέτοιο. Ενώ στη χώρα μας μιλούσαμε για μια πολύ κρίσιμη ιστορική στιγμή, όπου υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να ειπωθούν, να συζητηθούν με νηφαλιότητα και να γίνει ένας δημόσιος διάλογος, ξαφνικά συμβαίνει αυτό το πράγμα και ένιωθες ότι εκτονωνόταν ένα μίσος και μια σύγχυση, που τα είχαμε εσωτερικεύσει. Σαν πάνω σ’ αυτές τις γυναίκες να εκτονωνόταν ένα ολόκληρο σύστημα. Τις βάλανε κανονικά στην μπούκα του κανονιού. Ήταν μία ολομέτωπη επίθεση. Δεν περίμενα ότι θα γίνει με αυτό τον τρόπο. Περιμένεις ότι θα γίνει εναντίον ανθρώπων που είναι πολιτικοποιημένοι, που έχουν μία δράση, κάποια παρουσία στα πράγματα, που κάνουν κάτι, το οποίο αποτελεί απειλή για κάποιους ανθρώπους μέσα στο σύστημα. Εδώ πρόκειται για ανθρώπους που δεν έκαναν τίποτα. Ήταν εντελώς αμέτοχοι, ανήμποροι άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν έχουν φωνή. Είναι σαν να πηγαίνεις στα αγάλματα και να τα βανδαλίζεις. Ως προς την κάλυψη από τα Μ.Μ.Ε., δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι ανάλογο. Υπάρχει κάτι στο να μιλάς για θέματα σεξουαλικής φύσης, με αυτό τον τρόπο, που είναι απόλυτα χυδαίο. Είναι το αποκορύφωμα μιας σειράς παραβιάσεων, και βέβαια του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα. Βλέπεις μια πλήρη αγριότητα των τακτικών κάποιων Μ.Μ.Ε.. Δεν είναι απλώς αδιάκριτα, τσαπατσούλικα, πρόχειρα- είναι άγρια. Είναι ένα Κολοσσαίο, μια αρένα.



Κανιβαλισμός, με μια λέξη. Θεωρείς ότι, ανάμεσα στους άλλους λόγους που ήδη αναφέραμε, υπήρχαν και οι μικροκομματικές σκοπιμότητες ή πολιτικοί υπολογισμοί προεκλογικού/ ψηφοθηρικού χαρακτήρα


Υπήρχε ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα. Αν και υπήρχαν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι τότε υπουργοί, και ιδίως ο Ανδρέας Λοβέρδος, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν τέτοια μέτρα, όπως η εξαναγκαστική ιατρική εξέταση, επειδή έγινε πολύ γρήγορα και με τρόπο πολύ πρόχειρο, είχε το χαρακτήρα μιας σπασμωδικής ενέργειας. Σαν να μην υπήρχε απόλυτος έλεγχος της κατάστασης από όσους το έκαναν. Αυτός είναι κι ένας λόγος που δεν πρέπει ποτέ να κάνεις κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γιατί είναι ανήθικο ή παράνομο, αλλά και γιατί δεν μπορείς να ελέγξεις τις συνέπειές του. Γι’ αυτό και η υπόθεση αυτή έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.



Ωστόσο ένα χρόνο μετά, και κάτι παραπάνω, το θέμα έχει, λίγο πολύ, ξεχαστεί.


Πολύ γρήγορα συνέβη αυτό. Και οι συλλήψεις των δύο γυναικών που έγιναν τον Αύγουστο του 2012 δεν καλύφτηκαν τότε. Οι δε αποφυλακίσεις ή δεν καλύφτηκαν καθόλου, ή έλαβαν ελάχιστη δημοσιότητα και στα γρήγορα. Υπήρχαν, πάντως, πολλοί που αρθρογράφησαν σωστά και νηφάλια γι’ αυτή την ιστορία. Το θέμα, πάντως, ήταν χαώδες και ήταν τόσες οι πλευρές που έπρεπε να θιγούν, νομικές και ιατρικές, αλλά και το ίδιο το ρεπορτάζ, που τα ίδια τα Μ.Μ.Ε. έχασαν το νήμα. Όχι ότι έκαναν μια ειλικρινή προσπάθεια να καλύψουν το ζήτημα, να ενημερώσουν και να καταλάβουν τι συνέβαινε, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσεις με το σωστό τρόπο γι’ αυτή την υπόθεση. Σε μπέρδευαν τα γεγονότα και το εύρος τους. Ήταν αφορμή για τρομολαγνεία και να καλυφτεί κάτι που υποτίθεται ότι αποτελούσε έκτακτη ανάγκη, ενώ υπάρχουν άλλες έκτακτες ανάγκες που είναι, ακόμα και στον τομέα της υγείας, πολύ πιο σημαντικές.



Πώς κατάφερες να κερδίσεις την απαιτούμενη εμπιστοσύνη των γυναικών, με τις οποίες συνομίλησες και επικοινώνησες, ώστε να σου ανοιχτούν;


Mε τη βοήθεια της Πρωτοβουλίας αλληλεγγύης υπέρ των διωκόμενων οροθετικών γυναικών. Ήταν αποφασιστική η προσφορά τους σε αυτό. Γιατί ήδη γνώριζαν και την υπόθεση και τις κοπέλες μέσα από τις φυλακές. Με έφεραν, λοιπόν,  σε επαφή μαζί τους. Αν και βέβαια χρειάστηκε χρόνος για να γίνει κάτι τέτοιο. Η εμπιστοσύνη ήταν δανεική, σε μεγάλο βαθμό.



Στο ρώτησα, επειδή μου έκανε εντύπωση μια αποστροφή του λόγου μιας από τις δύο διωκόμενες που μίλησαν στο ντοκιμαντέρ σου ότι «θέλω να τα πω σωστά». Δεν αρκούσε, δηλαδή, μόνο η εξομολόγηση, το μοίρασμα, αλλά και να αποδοθούν σωστά, ώστε να ανταποκρίνονται στο προσωπικό τους βίωμα και αυτό που θα μεταφερθεί παραπέρα να είναι ακριβές, τελικά.


Ένας άνθρωπος που έχει διαπομπευθεί με αυτό τον τρόπο ένιωθε το βάρος της ανάγκης να εξηγήσει γιατί υποφέρει, ενώ προφανώς δε χρειαζόταν να το κάνει αυτό. Ένιωσα κι εγώ την αγωνία του ανθρώπου που δεν μπορεί να μοιραστεί τον πόνο του, δεν μπορεί να βρει τα λόγια να πει τι έχει περάσει. Αλλά κανένας δεν μπορεί να βρει αυτά τα λόγια. Πρέπει να πας στον Όμηρο, για να σου τα δώσει, ή στον Σοφοκλή. Πώς μπορείς να μιλήσεις για την προσωπική σου τραγωδία σωστά; Δεν μπορείς.



Δεν επαρκούν οι λέξεις, έτσι κι αλλιώς. Και η γλώσσα, γενικότερα. Από την επικοινωνία σου, τόσο με τις γυναίκες, όσο και με τις μητέρες, αποκόμισες την εντύπωση ότι βίωναν ενοχικά ό,τι τους συνέβη; Ότι κατηγορούσαν είτε τον εαυτό τους ή τις κόρες τους; Mια από τις δύο μητέρες, σε μια πολύ σύντομη φράση της, είπε «ο θεός μας τιμωρεί, γιατί δεν είμαστε καλοί άνθρωποι».


Δε θεωρώ ότι οι μητέρες πίστευαν ότι αυτό ήταν μια δίκαιη τιμωρία για τις κόρες τους. Δεν υπήρχε λόγος να το πιστεύουν αυτό. Όταν μιλάς σε έναν άνθρωπο γι’ αυτό το θέμα, πρέπει να το ανοίξεις και στο μέλλον. Προσπάθησα να ανοίξω ένα παράθυρο στον τρόπο, με τον οποίο σκεφτόταν αυτή η γυναίκα.



Πώς τα καταφέρνουν μετά την αποφυλάκισή τους;


Προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια της ζωής τους. Άλλες είναι σε μονάδες απεξάρτησης, άλλες στα σπίτια τους. Έχουν όλες αποφυλακιστεί και προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτό που τους συνέβη και να αντιμετωπίσουν τη δυσκολία της κατάστασής τους, η καθεμία με τον τρόπο της. Το σημαντικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι έχουμε στη χώρα μας μια κατάσταση που γεννά συνεχώς τέτοια προβλήματα. Αυτό που μας περιμένει είναι πολύ μεγάλο στον τομέα της δημόσιας υγείας.


Και όχι μόνο. Ήδη απ’ ό,τι διαβάζω, με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Ιουνίου, 1.400.000 άνθρωποι είναι άνεργοι- επισήμως, τουλάχιστον.


Και πόσοι ανασφάλιστοι…



Πλέον, ολοένα και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού σπρώχνονται προς το περιθώριο και δεν πρόκειται μόνο για άτομα που κάποιος θα ενέτασσε στις λεγόμενες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως πριν από μερικά χρόνια. Οπότε η κατάσταση επιδεινώνεται και δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η τάση είναι αναστρέψιμη.


Μιλώντας με την Μαριανέλλα την Κλώκα από τη «Θετική Φωνή» για το ντοκιμαντέρ, μου είπε ότι «είμαστε όλοι εν δυνάμει ευάλωτες ομάδες». Και γι’ αυτό είναι τόσο παράλογο να δείχνεις το δάχτυλο σε μία ευάλωτη ομάδα, γιατί εν δυνάμει είναι όλοι οι άνθρωποι ευάλωτοι σε πράγματα που υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας του κράτους πρόνοιας δε θα συνέβαιναν. Υπάρχει μια παράλογη αυταρέσκεια στο να δείχνεις έναν τοξικομανή σήμερα στην Ελλάδα και να λες «κοίταξέ τον αυτόν».


Πιστεύεις ότι, παρά τις όποιες αλλαγές, αργές έστω, η ελληνική κοινωνία παραμένει στην ουσία της μία πατριαρχικά δομημένη κοινωνία;



Ούτε λίγο, ούτε πολύ όλες οι κοινωνίες είναι πατριαρχικές. Υπάρχει, πάντως, μια χροιά επίθεσης απέναντι στις γυναίκες για λόγους που προϋποθέτουν δυναμικές που προέρχονται από εποχές, κατά τις οποίες οι γυναίκες δεν είχαν κανένα από τα προνόμια και τα δικαιώματα που έχουν σήμερα. Όταν μιλάς για «ιερόδουλες» που θα «μολύνουν» οικογενειάρχες, μιλάς για μια άποψη για τη δομή της οικογένειας και της κοινωνίας που έχει λίγη σχέση με ό, τι συμβαίνει σήμερα. Η σύλληψη ιερόδουλων, γιατί υποτίθεται ότι εκκολάπτεται μια μεγάλη επιδημία σε οίκους ανοχής, είναι πράγματα που συνέβαιναν σε προηγούμενους αιώνες.



Είναι η λογική του κυνηγιού μαγισσών, Απλώς τότε ήταν περιβεβλημένο με θρησκευτικό μανδύα, ενώ σήμερα έχει πιο «σύγχρονες» διαστάσεις, σε ό, τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο εκδηλώνεται. Πιστεύεις ότι θα καταφέρει το ντοκιμαντέρ σου να συμβάλει στη διατύπωση του δημόσιου αντίλογου για τη συγκεκριμένη υπόθεση που επιδιώκεις;


Το ελπίζω. Ελπίζω ότι, κατ’ αρχάς, θα ακουστεί η φωνή των γυναικών- και όχι μόνο η φωνή τους, αλλά και ο τρόπος που μίλησαν. Νομίζω ότι με ένα ντοκιμαντέρ αυτό κάνεις, δίνεις την αφορμή για έναν αντίλογο, γιατί λείπει ο αντίλογος. Είναι εύκολο να την ξεχάσεις μια τέτοια υπόθεση. Είναι κάτι τόσο αποτρόπαιο που η πρώτη σου αντίδραση είναι «αυτό δε θέλω να το ξανακούσω, θέλω να αποστρέψω το βλέμμα μου από κάτι τέτοιο». Γιατί δεν ξέρεις πώς να το επεξεργαστείς. Εκεί είναι, νομίζω, που πρέπει να ρίχνεις το φακό. Σε κάτι που κανένας δε θέλει να κοιτάξει. Κάτι που κανένας δε θέλει να θυμάται. Αυτό πρέπει να του θυμίζεις.


Ελπίζω να καταφέρει να επιτελέσει αυτή του τη λειτουργία. Δεν ξέρω κατά πόσο η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει έναν αντίλογο γι’ αυτό το θέμα, έστω κι αν είναι άρτια δομημένος.


Το ελπίζω κι εγώ. Όταν ξεκινάς ένα ντοκιμαντέρ, δεν ξέρεις πού θα πάει. Το πίστεψα πολύ ότι έπρεπε να γίνει κάτι και το πίστεψαν μαζί μου κι άλλοι άνθρωποι. Σε αυτό είμαι πολύ τυχερή, ότι δηλαδή μου συμπαραστάθηκαν πολλοί άνθρωποι που το πιστεύουν εξίσου μ’ εμένα. Αν δεν είχα μια ομάδα ανθρώπων να στηρίζει και να προωθεί, δε θα το είχα κάνει. Αναφέρθηκα στην Πρωτοβουλία, αλλά θέλω να πω και για τους συντελεστές, το UNFOLLOW, το OmniaTv και την Θεοδώρα την Οικονομίδου, χωρίς τους οποίους δε θα σου μιλούσα σήμερα, καθώς επίσης και για τους χρηματοδότες, το Union Solidarity International και το Unite the Union.



Έχεις κυρίως θεατρικό υπόβαθρο. Η ανάγκη ενασχόλησης με τη σκηνοθεσία, στο κινηματογραφικό επίπεδο, προέκυψε λόγω του συγκεκριμένου ζητήματος και των συναισθημάτων που σου προκάλεσε, ή προϋπήρχε;


Πίστεψα ότι ένα ντοκιμαντέρ ήταν ο καλύτερος τρόπος να αποδοθεί αυτή η υπόθεση. Γενικότερα στη δουλειά μου έχω ασχοληθεί με θέματα που έχουν να κάνουν με γυναικείους χαρακτήρες, αλλά πρέπει πάντοτε να βρίσκεις το σωστό μέσο για να προσεγγίσεις ένα θέμα. Το ντοκιμαντέρ έχει μια αμεσότητα ως είδος. Είναι δύσκολο να τη βρεις αλλού.




Το ντοκιμαντέρ κάνει την επίσημη πρεμιέρα του την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, στο κτίριο της οδού Πειραιώς στις 7 το απόγευμα, με ανοικτή είσοδο για το κοινό. Θα ακολουθήσει συζήτηση με την σκηνοθέτρια και τους υπόλοιπους συντελεστές. Την Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου, θα προβληθεί στη Θεσσαλονίκη, στην Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ., σύντομα θα βγει στους κινηματογράφους, ενώ θα διατεθεί δωρεάν και μέσω διαδικτύου.


Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ Ερείπια μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site http://ruins-documentary.com 


Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

"Ερείπια. Οροθετικές γυναίκες. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης"




Λίγο πριν τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 δεκάδες οροθετικές γυναίκες προσάγονται, υφίστανται εξαναγκαστικούς ιατρικούς ελέγχους για HIV, συλλαμβάνονται, προφυλακίζονται και διαπομπεύονται από πολλά Μ.Μ.Ε. Το χρονικό της ζοφερής αυτής υπόθεσης εξιστορεί το ντοκιμαντέρ Ερείπια, Οροθετικές γυναίκες, Το χρονικό μιας διαπόμπευσης, σε σκηνοθεσία Ζωής Μαυρουδή, το οποίο παρουσιάστηκε σε δημοσιογραφική προβολή στην ΕΣΗΕΑ την Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου. Λιτό και περιεκτικό, καταφέρνει μέσα σε 52 λεπτά να ρίξει φως σε όλες τις πτυχές του ζητήματος. Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει συνεντεύξεις με δύο από τις διαπομπευμένες γυναίκες, δύο από τις μητέρες, γιατρούς, δικηγόρους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους και ακτιβίστριες που έδωσαν σκληρό αγώνα για την αποφυλάκισή τους. 


«Εξοργίστηκα με την υπόθεση και την κάλυψη από τα Μ.Μ.Ε.», δήλωσε η Ζωή Μαυρουδή, σε συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την προβολή, «γι’ αυτό και αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε έναν πρώτο δημόσιο αντίλογο σε αυτή», επισήμανε. Πρόσθεσε, εξάλλου, ότι «η ποινικοποίηση του HIV δεν προάγει τη δημόσια υγεία, αντιθέτως αποθαρρύνει τις ευάλωτες ομάδες από το να εξεταστούν», ενώ «ο ιός στιγματίζει αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, και ιδίως τις γυναίκες». «Οι γυναίκες μου μίλησαν με τεράστια αξιοπρέπεια και συνοχή λόγου», τόνισε, ενώ κατέληξε πως «πρέπει να αναζητηθούν και να αποδοθούν ευθύνες». 


Στη συνέχεια πήρε το λόγο η Θεοδώρα Οικονομίδου, δημοσιογράφος και συνυπεύθυνη για την εκτέλεση της παραγωγής και τις δημόσιες σχέσεις, θέτοντας ένα καίριο ερώτημα: «σε τι είδους κοινωνία και χώρα θέλουμε να ζούμε: σε μια κοινωνία και μια χώρα, όπου τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά, ή σε μία, όπου εφαρμόζονται πολιτικές τύπου Μουγκάμπε;» .


Η συνέντευξη τύπου ολοκληρώθηκε με την εισήγηση της δικηγόρου Χαράς Παπαγεωργίου εκ μέρους της Ομάδας Δικηγόρων για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών, η οποία εστίασε στις νομικές πτυχές του ζητήματος, και κυρίως στις πολλαπλές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των διαπομπευμένων γυναικών σε όλα τα στάδια της υπόθεσης, από την αρχική τους προσαγωγή, τη δίωξη και τη σύλληψη, μέχρι την τελική προφυλάκιση, καθώς επίσης και στην «καταχρηστική», όπως τη χαρακτήρισε, δημοσιοποίηση όχι μόνο των προσωπικών τους στοιχείων, αλλά και των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων. Τόνισε, επίσης, ότι έχουν υποβληθεί μια σειρά από μηνύσεις και προσφυγές, από δικηγόρους, αλλά και από αρκετές από τις διαπομπευμένες γυναίκες, σε ελληνικά και διεθνή δικαστήρια.



Το ντοκιμαντέρ κάνει την επίσημη πρεμιέρα του την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, στο κτίριο της οδού Πειραιώς στις 7 το απόγευμα, με ανοικτή είσοδο για το κοινό. Θα ακολουθήσει συζήτηση με την σκηνοθέτρια και τους υπόλοιπους συντελεστές. Την Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου, θα προβληθεί στη Θεσσαλονίκη, στην Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ., σύντομα θα βγει στους κινηματογράφους, ενώ θα διατεθεί δωρεάν και μέσω διαδικτύου.


Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ Ερείπια μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site http://ruins-documentary.com .