Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Bas Devos: «Στην εποχή μας η καλοσύνη είναι μια σχεδόν επαναστατική στάση»


Η νυχτερινή οδύσσεια της Khadija, μιας μεσήλικης Μουσουλμάνας, στις Βρυξέλλες βρίσκεται στο επίκεντρο του κινηματογραφικού διαμαντιού του Βέλγου Bas Devos Στον τροπικό των φαντασμάτων, ενός ύμνου στην ανθρώπινη καλοσύνη.


Συζητώντας με τον σκηνοθέτη ενόψει της αθηναϊκής πρεμιέρας του φιλμ στο πλαίσιο του 32ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου το Σάββατο 30 Νοεμβρίου.


Μιας και η προηγούμενη ταινία σου ήταν πολύ σκληρή, υπήρξε αυτή η αλλαγή τόνου σκόπιμη από πλευράς σου και μια απάντηση στην αυξανόμενη ισλαμοφοβία των ημερών μας;


Όταν έκανα το Hellhole, με ενδιέφερε κυρίως το πνεύμα των καιρών, το δύσκολο να περιγραφεί αίσθημα που κυριαρχεί -όχι μόνο στις Βρυξέλλες- ότι βρισκόμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι και πρέπει να αποφασίσουμε ποιο θα είναι το αφήγημα του 21ου αιώνα.


Πολλά γεωπολιτικά συμβάντα ήταν απτά και ορατά στη διάρκεια της δημιουργίας εκείνου του φιλμ. 


Η προσφυγική κρίση του 2015 ήταν ακόμα κυριολεκτικά ορατή στις Βρυξέλλες, και ο στρατός ήταν παρών πολύ πριν και μετά τις επιθέσεις. Εμπλεκόμασταν, εξάλλου, στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οπότε υπήρχε ένας διαρκής αναβρασμός.


Η ταινία συχνά γίνεται αντιληπτή ως σκληρή, ακόμα και ψυχρή, γιατί δεν προσπαθούσε να ευχαριστήσει το κοινό, αλλά να αιχμαλωτίσει αυτή τη στιγμή της σύγχυσης και της γενικότερης αίσθησης απώλειας, σαν μια αναζήτηση μιας κοινής αφήγησης.


Σε κάθε περίπτωση, το Στον τροπικό των φαντασμάτων είναι όντως μια πολύ καλοσυνάτη, ανθρώπινη και ανεπιτήδευτη δουλειά, σχεδόν στον αντίποδα της προηγούμενης. Ήθελες να αναδείξεις και την εγγενή καλοσύνη των ανθρώπων;


Ποτέ δεν ένιωσα υπεράνω όσων συνέβαιναν καθώς έκανα την προηγούμενη ταινία μου. Δε διέθετα την επαγγελματική ή θεϊκή απόσταση, δεν ήμουν ακόμα σε θέση να στοχαστώ πάνω σ’ αυτά. Μόνο να σκεφτώ.


Έπειτα, όταν τελείωσε, αισθάνθηκα ότι ήταν ανολοκλήρωτη. Καταλαβαίνω γιατί την έκανα κι είμαι ακόμη ερωτευμένος μ’ αυτή, αλλά με εξέπληξε και με στενοχώρησε που οι θεατές δεν είδαν την ανθρωπιά, την οποία προσπάθησα να εισαγάγω.


Αυτό είχα κατά το νου, όταν άρχισα να γράφω το σενάριο του Τροπικού των φαντασμάτων, κάτι που συντελέστηκε πολύ γρήγορα, με ένα προσχέδιο. Αποφάσισα να γεμίσω ένα κενό, το οποίο ένιωθα πως ήταν εξαιρετικά σημαντικό.


Κατά κάποιο τρόπο, το Στον τροπικό των φαντασμάτων είναι μια πρόταση ή μια πιθανότητα στην κατεύθυνση μιας από τις κοινές αφηγήσεις. 



Αυτή η καλοσύνη, στην οποία αναφέρεσαι, είναι πράγματι μια από τις ποιότητες των ανθρώπων που φαίνεται να χάνονται όταν αρχίζουμε να μιλάμε γι’ αυτά τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα- και δε χωράει. 


Όταν μιλάς για ταυτότητα, μιλάς για διαφορά, γι’ αυτό που μας χωρίζει. Η εγγενής σύνδεση με τον άλλον, η ανοιχτότητα σ’ αυτόν, χάνονται καθ’ οδόν. Ήθελα να προτείνω μια κατεύθυνση προς στην οποία ίσως πρέπει να κινηθούμε.


Στην εποχή μας αυτή η καλοσύνη είναι μια σχεδόν επαναστατική στάση.


Κι η Khadija, ο κεντρικός χαρακτήρας του φιλμ, ενσαρκώνει αυτή την ποιότητα τέλεια. Έχει κάτι σχεδόν άγιο στον τρόπο που περιπλανιέται και προσεγγίζει τους ανθρώπους. Και μια ηρεμία.


Έχει μια ορισμένη χάρη που αναγνωρίζω σε πολλούς ανθρώπους, τους οποίους συναντώ στο δρόμο. Δεν την έχουμε χάσει, απλώς έχει γίνει όλο και πιο δύσκολο να τη δούμε στην πραγματικότητα. Τη βλέπεις σε πολλούς από αυτούς που συναντά.


Δεν πρέπει να τη συγχέουμε με την αφέλεια. Είναι μια σχεδόν σκόπιμη επιλογή. Κάνει μια ξεκάθαρη επιλογή να μην υποκύψει στο φόβο.


Στην εποχή που ζούμε, αυτή η απεικόνιση χαρακτήρα είναι ενθαρρυντική και γενναιόδωρη. Είναι η Saadia Bentaïeb έμπειρη ηθοποιός;


Είναι εξαιρετικά έμπειρη, αλλά με πολύ μικρή εμπειρία στον κινηματογράφο. Επί είκοσι και πλέον χρόνια έχει δουλέψει στη Γαλλία ως θεατρική ηθοποιός σε συνεργασία με τον καταξιωμένο Ζοέλ Πομερά που δεν τους αφήνει να παίζουν. 


Αυτό μου αρέσει να βλέπω στο σινεμά, ηθοποιούς που δεν παίζουν, που απλώς υπάρχουν


Για μένα το φιλμ είναι φιλμ, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ είτε για μυθοπλασία. Από πολλές απόψεις, οι ταινίες μυθοπλασίας μπορεί να είναι πιο πραγματικές από τα ντοκιμαντέρ.


Επιλέγοντάς την είχε γίνει η μισή δουλειά, γιατί είναι αυτή η γεμάτη παρουσία. Το κατάλαβα αφού της μίλησα για πέντε λεπτά. Είναι ο χαρακτήρας της.



Αυτό που εκτιμώ σε φιλμ όπως το δικό σου είναι ότι δεν κραυγάζουν, όταν κάτι τέτοιο είναι πολύ φυσιολογικό και προβλέψιμο. Αποπνέει μια ήρεμη δύναμη, κι αυτό το πετυχαίνει μέσω της όλο χάρη αποτύπωσης χαρακτήρων και σχέσεων.


Υπάρχει μια κυριολεκτική φορμαλιστική σιωπή σε όλες τις δουλειές μου, γιατί κάτι παράξενο συμβαίνει όταν ένα φιλμ ησυχάζει. Έχουμε συνηθίσει σε γεμάτες και ηχηρές ταινίες, πανταχού παρούσες διαρκώς, κατακλυζόμαστε από εικόνες και ήχους.


Όταν ένα φιλμ ησυχάζει και απαιτεί μια ορισμένη συγκέντρωση, το κοινό αποκτά επίγνωση της δικής του παρουσίας. 


Σ’ αυτές τις στιγμές τις αυξημένης επίγνωσης η ταινία κινείται προς το κοινό, απομακρύνεται από την οθόνη, κι αρχίζει να υφίσταται ανάμεσα στο κοινό και την οθόνη. Η δύναμη πολλών φιλμ είναι εκείνη ενός παλιρροιακού κύματος.


Πώς μπορώ να αυξήσω αυτή την επίγνωση και πώς να απομακρύνω την ταινία από την πρόθεσή μου, προς την κατεύθυνση αυτού που κουβαλά και επιθυμεί το κοινό; Εκεί συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. 


Πέραν της φαντασματικής, σχεδόν υπνωτιστικής του ποιότητας, το φιλμ σου έχει επίσης έντονη οπτική, ζωγραφική ποιότητα. Είσαι επηρεασμένος από τη ζωγραφική ή κάποιους ζωγράφους;


Στο πλαίσιο της διαρκούς εκπαίδευσής σου επιλέγεις πολλά στοιχεία που γίνονται κομμάτι της διαμόρφωσής σου, της πολιτισμικής σου ταυτότητας και της προσωπικής σου αισθητικής.


Όλα, όμως, είναι παρόντα και ποτέ δεν προσπαθώ να τα αποσπάσω όταν μιλάω με έναν διευθυντή φωτογραφίας. 


Ποτέ δε χρησιμοποιούμε κάποια σημεία αναφοράς. Ποτέ δεν ξεφυλλίζουμε φωτογραφικά λευκώματα, ούτε επισκεπτόμαστε εκθέσεις φωτογραφίας. Ούτε καν βλέπουμε άλλες ταινίες για να προετοιμαστούμε. 


Συχνά, άλλωστε, δυσκολεύομαι ν’ αναγνωρίσω αυτές τις επιρροές στα φιλμ μου μέχρι να μου τις επισημάνει κάποιος. Δε συμβαίνει συνειδητά, ωστόσο. Με τον διευθυντή φωτογραφίας βλέπουμε τι υπάρχει και τι χρειάζεται.



Απολαμβάνεις τη νύχτα;


Απολαμβάνω κυρίως αυτό το μεταίχμιο ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Ο κόσμος ησυχάζει, τα πουλιά ηρεμούν, η πόλη γίνεται πιο κρύα. 


Αντλώ μια παιδιάστικη χαρά από το φως που χάνεται ή το ηλιοβασίλεμα, η οποία νομίζω ότι συνιστά μια βαθιά ανθρώπινη συμπεριφορά. 


Ένας από τους χαρακτήρες του Ντον Ντελίλο λέει σε κάποιο μυθιστόρημά του πως το ηλιοβασίλεμα είναι ανθρώπινη επινόηση. Είμαστε οι μόνες υπάρξεις που σταματάμε για να ατενίσουμε την ομορφιά του ήλιου που εξαφανίζεται.


Είμαστε επίσης οι μόνες που συνδέουμε ένα ολόκληρο σύμπαν συναισθημάτων και σκέψεων μ’ αυτό. Από πολλές απόψεις, καθορίζει αυτό που είμαστε, το πώς αντιδρούμε στο πέρασμα του χρόνου, στην εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του φωτός. 


Η ταινία του Bas Devos Στον τροπικό των φαντασμάτων προβάλλεται, σε αθηναϊκή πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 32ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου το Σάββατο 30 Νοεμβρίου, 20:00, σινέ Τριανόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου