Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Colm Tóibín: «Ποτέ μου δε σχεδίαζα να γράψω μυθιστορήματα»


Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, ποιητής, ο 61χρονος Colm Tóibín είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους Ιρλανδούς συγγραφείς και, συνάμα, ένας απολαυστικός συνομιλητής. Κουβεντιάσαμε μαζί του, παραμονή Πρωτοχρονιάς, με αφορμή την Νόρα Γουέμπστερ, το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του, το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος, αλλά και την ταινία Brooklyn, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά του και προβάλλεται από τις 31 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους.

Πώς καταπιαστήκατε με τη συγγραφή κατ’ αρχήν;

Όταν πήγαινες στο Γυμνάσιο, υποτίθεται ότι έπρεπε να μελετάς το βραδάκι. Άρχισα, λοιπόν, καθώς ήμουν στο σπίτι, καθισμένος στο τραπέζι με τα βιβλία μου, να γράφω ποίηση. Με εξέπληξε αυτό. Συνέχισα να γράφω ποίηση μέχρι περίπου τα 20 και τότε σταμάτησα.

Γιατί; Αισθανθήκατε απλώς ότι «ξεμείνατε» από ιδέες κι έμπνευση;

Κάποιοι φίλοι μου άρχισαν να εκδίδουν τις δουλειές τους κι ήταν στ’ αλήθεια καλοί, καλύτεροι από μένα, και πολλά από τα ποιήματά μου απορρίφθηκαν από περιοδικά. Πήγα, επίσης, στη Βαρκελώνη, όπου ήταν πολύ συναρπαστικά, ήταν η εποχή του θανάτου του Φράνκο. Το να γράφεις ποίηση ήταν κάτι που απαιτούσε πολλή ησυχία ή σταθερότητα. Δεν έγραφα καθόλου εκείνα τα χρόνια στην Ισπανία.

Στραφήκατε, λοιπόν, στη δημοσιογραφία.

Ακριβώς. Επέστρεψα στο Δουβλίνο κι άρχισα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος. Μερικά χρόνια αργότερα, προέκυψε η ιδέα για το πρώτο μυθιστόρημα και ξεκίνησα να δουλεύω πάνω σε αυτήν. Στη συνέχεια, ωστόσο, δεν ενδιαφερόμουν να συγγράψω μυθιστορήματα, ποτέ μου δε σχεδίαζα να γράψω. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου, στ’ αλήθεια!

Ποιο ήταν, επομένως, το στοιχείο που «πυροδότησε» αποφασιστικά την ενασχόλησή σας με τη συγγραφή μυθιστορημάτων;

Απλώς μια ιδέα, αυτό ήταν! Κάτι μυστήριο.

Ποια ήταν αυτή η ιδέα;

Η εικόνα μιας γυναίκας σε ένα τρένο, που επέστρεφε στον τόπο καταγωγής μου, το Ένισκορθι. Μιας γυναίκας ασυνήθιστα καλοντυμένης, για την οποία δεν ήξερα τίποτε άλλο, που γύριζε από το Δουβλίνο στη γενέτειρά μου. Κι έπειτα «έχτισα» μια ιστορία γύρω από αυτήν, γράφοντας, απορρίπτοντας και προσθέτοντας κεφάλαια. Ήταν κάτι που πραγματικά σκεφτόμουν όλη την ώρα. Δυσκολεύτηκα πολύ να εκδώσω το βιβλίο, αλλά το είχα δείξει στον Τζον Μπάνβιλ που θεωρούσε ότι ήταν καλό κι αυτό ήταν σημαντικό. Μέχρι να κυκλοφορήσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, είχα ολοκληρώσει τη συγγραφή του δεύτερου, δεν ήταν μια διαδικασία που σήκωνε τεμπελιά.

Οι γυναικείοι χαρακτήρες κυριαρχούν στα περισσότερα βιβλία σας. Γιατί;

Δεν ξέρω. Νομίζω ότι, στα χρόνια που πέρασαν από το θάνατο της μητέρας και των θειάδων μου, άρχισα να σκέφτομαι για τη ζωή τους στις δεκαετίες του ’50 και του ’60- κι ήταν τόσο ευάλωτες. Είχα μια αίσθηση της φωνής τους, που δεν είχα για τους άντρες. Ήταν πάντοτε στο σπίτι και μιλούσαν κι εγώ ήμουν εκεί κι άκουγα. Τόσο το Brooklyn, όσο κι η Νόρα Γουέμπστερ, εκτυλίσσονται σε αυτή τη χρονική περίοδο.

Θέλατε να ξαναφέρετε εκείνες τις φωνές και τις ιστορίες στη ζωή;

Ήταν περισσότερο μια εικόνα, παρά μια φωνή. Στην αρχή δεν ήξερα τι έκανα. Ξεκίνησα με την Νόρα Γουέμπστερ, τη σταμάτησα κι έπειτα έγραψα το Brooklyn και τη Διαθήκη της Μαρίας.



Η Νόρα Γουέμπστερ είναι το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο σας, έτσι δεν είναι;

Δεν είναι ακριβώς απομνημονεύματα, υπάρχουν και μυθοπλαστικά στοιχεία, αλλά, ναι, είναι η ιστορία της μητέρας μου.

Πόσο σημαντική υπήρξε η παιδική σας ηλικία στο Ένισκορθι της Κομητείας του Γουέξφορντ για τη διαμόρφωσή σας ως ανθρώπου και καλλιτέχνη;

Πολύ σημαντική και τη θυμάμαι πολύ καθαρά. Σημαντικά ήταν, εξάλλου, και τα διαβάσματά μου. Είναι δύσκολο να το κρίνεις, αλλά η γνώση μου της πόλης και πώς αυτή λειτουργούσε την εποχή που ζούσα εκεί υπήρξε πολύ χρήσιμη για μένα.

Τι διαβάζατε εκείνη την περίοδο;

Υποθέτω ότι ο πρώτος σημαντικός συγγραφέας ήταν ο Χέμινγουεϊ. Κι έπειτα ίσως ο Κάφκα, ο Χένρι Τζέιμς.

Όχι ο Τζέιμς Τζόις; Ή ήρθε αργότερα;

Ήρθε αργότερα.

Ο Τζόις γράφει ότι «η υψηλότερη μορφή παρουσίας είναι η απουσία». Κι αυτό ισχύει για τον χαρακτήρα του Μόρις, του πατέρα, στην Νόρα Γουέμπστερ. Συμφωνείτε;

Συμφωνώ, αν και στην ουσία δεν είναι απών. Είναι ακόμα που για μένα ολόκληρη εκείνη η περίοδος είναι χαμένη, μπορώ να την εντοπίσω ξεκάθαρα στο παρελθόν, σχεδόν να την «καδράρω». Ο αδερφός μου κι η μητέρα μου, που βρίσκονταν στο σπίτι, είναι κι οι δύο νεκροί, είναι μη ανακτήσιμα πρόσωπα. Αν και ζω στο Δουβλίνο, δεν έχω γράψει γι’ αυτό, γιατί βρίσκομαι ακόμη εδώ, δεν το έχω χάσει. Αν το έχανα, αν κάποιος μου έλεγε ότι δεν μπορώ ποτέ να επιστρέψω σε αυτήν την πόλη, πιθανότατα τότε θα έγραφα κάτι γι’ αυτό.

Η απώλεια είναι, λοιπόν, για σας αποφασιστικός παράγοντας έμπνευσης.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την αναχώρησή μου από τη Βαρκελώνη, πραγματικά σκεφτόμουν ότι δε θα ξαναγυρνούσα εκεί ποτέ. Έγραψα, έτσι, γι’ αυτήν, ήταν ένας παράξενος τρόπος επανάκτησής της.

Υπάρχουν, επίσης, πολλή ησυχία και σιωπή, τουλάχιστον στην Νόρα Γουέμπστερ. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Δεν ξέρω κάτα πόσο ήταν συνειδητή. Η Νόρα ήταν ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Γι’ αυτό πρόσθετα συνέχεια λεπτομέρειες και τις έκανα να μοιάζουν αληθινές. Αλλά, ξέρεις, επρόκειτο για μια επαρχιακή πόλη, κι έτσι συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να σπρώξω το υλικό πέραν κάποιου σημείου, δεν ήθελα να βάλω μέσα ψεύτικο ενθουσιασμό. Αν εστίαζα στις λεπτομέρειες, θα άρχιζε ο αναγνώστης να αισθάνεται ή να μοιράζεται κάτι.

Ακόμη και τα συναισθήματα αποτυπώνονται κι αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα με συγκρατημένο τρόπο.

Υποθέτω πως υφολογικά είναι πιο κοντά στη μουσική δωματίου, απ’ ότι στη συμφωνική. Δεν υπάρχουν ντραμς, πιθανότατα ούτε πνευστά. Ίσως είναι ένα τρίο εγχόρδων.

Υπάρχει πολλή μουσική στο βιβλίο, από ένα ορισμένο σημείο και μετά. Ήταν ένα καίριο στοιχείο της παιδικής σας ζωής, των αναμνήσεών σας από εκείνη την περίοδο;

Ναι. Η Νόρα αγόρασε ένα στερεοφωνικό κι άρχισε να ακούει μουσική. Μέρος της είναι στο βιβλίο.

Αλλά κι η πολιτική αποτελεί ένα επανερχόμενο αφηγηματικό «νήμα».

Έπρεπε να είμαι προσεκτικός με αυτό το στοιχείο, να μη βάλω υπερβολικά πολύ, να είναι στο φόντο. Κάτι που «σιγοβράζει» σε ένα άλλο δωμάτιο. Θα ήταν πειρασμός να το φέρω στο προσκήνιο, καθώς πολλά συνέβησαν στην Ιρλανδία και στον κόσμο τότε. Ήθελα, όμως, η Νόρα Γουέμπστερ να είναι η πρωταγωνίστρια, όχι η Ιρλανδία ή η Βόρεια Ιρλανδία. Ήταν μια ηθελημένη απόφαση.



Σε ποιο βαθμό είναι η ταινία Brooklyn μια πιστή μεταφορά του βιβλίου σας; Υπάρχουν και ανατροπές που δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτό;

Είναι αρκετά πιστή, αν και το φιλμ είναι πιο ρομαντικό. Το τέλος είναι πιο σαφές απ’ ότι στο βιβλίο. Προφανώς υπάρχουν πολλά στοιχεία του βιβλίου που λείπουν από την ταινία. Ο Νικ Χόρνμπι, ο σεναριογράφος, αφαίρεσε κάποια. Για παράδειγμα, στο βιβλίο προκύπτει μεγάλο ζήτημα, όταν η πρώτη Αφρο-Αμερικανίδα μπαίνει στο κατάστημα, όπου δούλευε η Έιλις (Saoirse Ronan). Ή, στη σχολή της, όταν ανακαλύπτει πως ο διδάσκων είναι επιζών του Ολοκαυτώματος. Μια ταινία πρέπει, βέβαια, να εστιάσει σε ένα πράγμα, δεν μπορείς να αφηγηθείς 2 ιστορίες. Κι αυτό είναι το σοφότερο.

Ως ο συγγραφέας του βιβλίου, θα λέγατε ότι αποδίδει το πνεύμα και την ουσία του;

Ναι. Δεν έχουμε πολλές νεαρές ηθοποιούς σαν την Saoirse Ronan στην Ιρλανδία, είναι στ’ αλήθεια μοναδική. Μπορεί να «αιχμαλωτίσει» τόσο πολλά με το πρόσωπό της, να αποδώσει τόση εσωτερική ζωή. Έχει, εξάλλου, τεράστια συναισθηματική νοημοσύνη. Στο βιβλίο πρέπει να διαβάσεις πολλές παραγράφους, εκείνη τα καταφέρνει σε λίγα δευτερόλεπτα.

Είχατε ενδοιασμούς, πριν τα γυρίσματα της ταινίας;

Όχι. Το βιβλίο είχε πάει αρκετά καλά κι ήμουν σίγουρος ότι θα έμεναν σταθεροί στη μορφή της ιστορίας. Επίσης, ήταν σημαντικό που ο σκηνοθέτης, ο John Crowley, είναι Ιρλανδός, γιατί υπάρχουν τόσα στερεότυπα για την Ιρλανδία, ιδίως από Άγγλους κι Αμερικανούς, όπως μεθυσμένοι Ιρλανδοί που περιφέρονται ή που τσακώνονται για κάτι. Τίποτε από αυτά δεν υπάρχει στο βιβλίο ή την ταινία. Οι άνθρωποι νομίζουν πως μας ξέρουν, επειδή έχουν δει κάποιο ανόητο φιλμ σχετικά με μας. Αυτά τα στερεότυπα δε σημαίνουν τίποτε για μένα.



Υπάρχουν, για σας, αναλογίες ανάμεσα στη μετανάστευση από την Ιρλανδία των δεκαετιών του ’50 και του ’60, όπως αυτή έρχεται στο προσκήνιο της ταινίας μέσα από την ιστορία της νεαρής Έιλις, και των μεταναστευτικών ροών του σήμερα;

Το μυθιστόρημα γράφτηκε σε μια περίοδο, κατά την οποία μετανάστευαν για πρώτη φορά άνθρωποι στην Ιρλανδία. Ξαφνικά υπήρχαν Κινέζοι, Νιγηριανοί η Πολωνοί στη χώρα- αιτούντες άσυλο ή οικονομικοί μετανάστες, καθώς η Ιρλανδία βίωνε οικονομική άνθηση. Παρατηρούσα ότι αρκετοί Ιρλανδοί δεν ήταν τόσο χαρούμενοι γι’ αυτό όσο ήταν όταν οι ομοεθνείς τους ήταν μετανάστες σε άλλες χώρες, που πίστευαν πως πρέπει να φροντίζουμε μόνο τους Ιρλανδούς. Αυτή η αίσθηση ήταν υπαρκτή, όταν έγραφα το βιβλίο. Έπρεπε να είμαι προσεκτικός, να μην εμπλακώ σε κήρυγμα. Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος να βλέπεις τι συμβαίνει είναι να εξετάζεις κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Όπως με τον Αϊλάν που ξεβράστηκε νεκρός κι απέκτησε όνομα: οι άνθρωποι μπορούν να απαντήσουν σ’ ένα όνομα. Και νομίζω πως κι η ταινία δίνει μια αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι μετανάστης, επικεντρωνόμενη σε μια ρομαντική ιστορία, που αποκτά επίκαιρο χαρακτήρα.

Πιστεύετε ότι έχετε ευθύνη να εκφράζετε τις απόψεις σας, ή προτιμάτε αυτό να γίνεται μέσω της δουλειάς σας;

Νομίζω ότι αυτό δύσκολα θα ήταν πετυχημένο και πως το μυθιστόρημα απαιτεί απόσταση. Οπότε, αν ο αναγνώστης εκτιμήσει ότι προσπαθείς να του κάνεις κήρυγμα γι’ αυτό που πιστεύεις, θα αφήσει το βιβλίο πολύ γρήγορα. Το μυθιστόρημα ζει σε κάποια απόσταση από το απλά πολιτικό πεδίο. Έχω άλλους τρόπους να μιλάω, αν χρειάζεται να γίνω σαφής. Δεν είμαι αποκλεισμένος από τα Μ.Μ.Ε.

Έχετε κάποια καινούρια ιδέα για μυθιστόρημα που σας «τρώει»;

Δουλεύω πολύ σκληρά πάνω σ’ ένα μυθιστόρημα, το οποίο εκτυλίσσεται σ’ ένα μέρος, όπου δεν έχω βρεθεί ποτέ: στην Αρχαία Ελλάδα! Εμπνεύστηκα από μια από τις ιστορίες που υπάρχουν επί χιλιάδες χρόνια και θα δούμε τι θα μπορέσω να κάνω με αυτήν. Έχω έρθει 2 φορές στην Ελλάδα, τη μία για να παρουσίασω το Ransom του David Malouf, που είχε βραβευτεί. Δούλευα ακόμη πάνω στη Διαθήκη της Μαρίας εκείνη την εποχή.



Πώς βλέπετε τα πράγματα στην Ελλάδα, όντας ένας εξωτερικός παρατηρητής, προερχόμενος, όμως, από μια χώρα, η οποία έχει, επίσης, επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, αλλά φαίνεται πως έχει ανακάμψει;

3 χρόνια πριν, συνάντησα στο Τέξας έναν Έλληνα πολύ έξυπνο και σκέφτηκα ότι θα τον ψήφιζα, αν έβαζε υποψηφιότητα. Αποδείχτηκε πως ήταν ο Γιάνης Βαρουφάκης! Μου άρεσε πολύ, κρίμα που δεν έβαζε για βουλευτής στην Ιρλανδία. Αυτό που κάναμε σε σχέση με την Ε.Ε. και κυρίως την Ε.Κ.Τ., αλλά και τη γερμανική κυβέρνηση, ήταν ότι απλώς ξαπλώσαμε και τους αφήσαμε να περάσουν από πάνω μας, αλλά τώρα τα επιτόκια είναι πολύ καλά, η οικονομία βελτιώνεται, τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σύγκριση με το πώς ήταν τα τελευταία 6-7 χρόνια. Νομίζουμε πως αυτό που έκανε η κυβέρνησή σας ήταν το καλύτερο κι είμαστε με το μέρος σας. Όχι κι η ιρλανδική κυβέρνηση.

Το προσωπικό site του Colm Tóibín είναι http://www.colmtoibin.com/

Τα μυθιστορήματά του Νόρα Γουέμπστερ και Η διαθήκη της Μαρίας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Η ταινία Brooklyn, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, προβάλλεται από τις 31 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους.
Η φωτογραφία του Colm Tóibín είναι του Richard Avedon.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου