Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Tayfun Pirselimoğlu: «Το ζήτημα της ταυτότητας αποτελεί εμμονή για μένα»

Τακτικός επισκέπτης και φίλος της Ελλάδας, ο γνωστός Τούρκος σκηνοθέτης Tayfun Pirselimoğlu βρέθηκε για άλλη μια φορά την προηγούμενη εβδομάδα στην Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει, σε πανελλήνια πρεμιέρα, την πιο πρόσφατη δουλειά του Εγώ δεν είμαι αυτός (Ben O Değilim), στα πλαίσια της Εβδομάδας Τουρκικού Κινηματογράφου που διοργανώνεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από τις 23 έως και τις 29 Οκτωβρίου. Η ταινία θα προβληθεί στους κινηματογράφους μέσα στο Νοέμβριο. Με αφορμή την επίσκεψή του, είχαμε μια εγκάρδια συνομιλία.

Ας ξεκινήσουμε με το θεματικό πυρήνα των περισσότερων ταινιών σας, το ζήτημα της ταυτότητας σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σας;

Είναι ένα θέμα που εμμέσως με απασχόλησε και στη συγγραφική μου δουλειά. Δεν ξέρω την απάντηση, αλλά αποτελεί ενός είδους εμμονή που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Νομίζω ότι ο καθένας θέλει να γίνει κάποιος άλλος, αν βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Χωρίς λόγο. Ούτε υπάρχει κάποιο μοτίβο. Πιστεύω πως όλοι μας έχουμε συσσωρεύσει κάποιες ταυτότητες που τις κρατάμε βαθιά κρυμμένες στο μυαλό μας. Προσωπικά δεν ξέρω τι είδους ταυτότητες έχω κρυμμένες. Το πρόβλημα της ταυτότητας υπάρχει από την αρχή της ανθρωπότητας- ποιος είμαι, ποιος είναι ο άλλος. Πολλοί φιλόσοφοι έχουν θέσει αυτά τα ερωτήματα, ένας από αυτούς ήταν ο Σαρτρ. Γι’ αυτό και πολλοί αναζητούν αναφορές: μια από αυτές είναι, βεβαίως, ο Χίτσκοκ, άλλες ο Αντονιόνι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Πιραντέλλο, ο Άμπε Κόμπο.

Στο εθνικό επίπεδο, πόσο σχετική είναι αυτή η προβληματική στη σημερινή Τουρκία; Υπάρχει κρίση ταυτότητας ή υπαρξιακή αναζήτηση;

Μπορείς να «διαβάσεις» την ταινία μου και με αυτό τον τρόπο. Στην Τουρκία το ζήτημα της ταυτότητας είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, κυρίως όταν μιλάμε για τους «άλλους». Είναι ένα πραγματικό βάρος να αντιμετωπίζεσαι ως «ο άλλος», είτε είσαι Τούρκος ή Κούρδος, άντρας ή γυναίκα, Αλεβίτης ή Σουνίτης, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσα προβλήματα στην Τουρκία, γιατί πάντοτε υπάρχει αυτός που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, θεωρούμενος «παράνομος», «λανθασμένος» ή «πλαστός». Μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτό το ζήτημα στην Τουρκία, γιατί στις μέρες αυτοί οι «άλλοι» δεκάδες φορές περισσότεροι.

Αυτές οι γραμμές επαναχαράζονται ή σβήνουν, στην καλύτερη περίπτωση, κατά καιρούς; Και πού εντοπίζονται σήμερα, ιδίως μετά το Γκεζί;

Όλα άλλαξαν μετά το Γκεζί, με τρόπο μη αναστρέψιμο. Τώρα υπάρχουν πολλοί εχθροί. Υπάρχει η μία «σωστή» εκδοχή των πραγμάτων και μια μεγάλη σειρά από λανθασμένες.

Ίσως αυτές οι «λανθασμένες» εκδοχές αφορούν το μισό περίπου του πληθυσμού στην Τουρκία.

Αυτό είναι αλήθεια, ίσως να πρόκειται και για περισσότερους. Είναι προφανές πως η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη σήμερα απ’ ότι ήταν στο παρελθόν, γιατί είναι πιο σοβαρό να αποκαλείσαι «ο άλλος». Ορίζεις τον εαυτό σου έναντι των εχθρών, αν αυτοί είναι περισσότεροι, τότε αισθάνεσαι σε κίνδυνο κι άρα δικαιούσαι να τους επιτεθείς.

Επιστρέφοντας στο κινηματογραφικό πεδίο, νομίζω ότι στον Ερτζάν Κεσάλ (σημ.: τον πρωταγωνιστή της ταινίας) βρήκατε έναν ιδανικό συνεργάτη. Είναι εκπληκτικός ηθοποιός. Πώς κύλησε η συνεργασία σας μαζί του;

Είναι φίλος μου. Και δεν είναι ένας φυσιολογικός ηθοποιός. Έχουμε δουλέψει μαζί και στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτή την ταινία οι συμπαραγωγοί μου με συμβούλεψαν να συνεργαστώ με έναν νέο, γιατί όλοι μου οι ηθοποιοί είναι κάποιας ηλικίας. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν ηθοποιό νεαρής ηλικίας, αλλά κανείς δε μου έκανε, κι έτσι τα παράτησα. Και τότε εμφανίστηκε ο Ερτζάν. Σίγουρα ένας τέτοιος ρόλος είναι εξαιρετικά απαιτητικός για έναν ηθοποιό, δεν είναι εύκολο να υποδυθεί δύο χαρακτήρες. Τον θαυμάζω για τις υποκριτικές του ικανότητες, την ευφυία του, την αυστηρή του αντίληψη. Επίσης, δεν κάνω πρόβες, αλλά κουβεντιάζω για την ταινία και τη ζωή πολύ. Μου αρέσει να μιλάω μαζί του, τον εμπιστεύομαι, μπορώ να καταλάβω τα συναισθήματά του κι εκείνος τα δικά μου.

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι χαρακτήρες στις ταινίες σας είναι πολύ μοναχικοί άνθρωποι. Συνδέεται το γεγονός αυτό με την οπτική σας στη ζωή, ή οφείλεται σε άλλο λόγο;

Πρώτα από όλα, είμαι πολύ απαισιόδοξος σχετικά με τη ζωή. Κατά δεύτερο, ταξιδεύω πολύ μέσα στην Κωνσταντινούπολη, μια μεγάλη «χώρα» με πληθυσμό 15, κατ’ άλλους 20, εκατομμυρίων κατοίκων. Πηγαίνω, λοιπόν, στα καφενεία στα προάστια κι η ζωή εκεί είναι διαφορετική από τη ζωή στην περιοχή που μένω. Όταν βλέπω τους ανθρώπους στα καφενεία, δεν είναι ευτυχισμένοι, γιατί αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα όχι μόνο οικονομικής, αλλά και υπαρξιακής φύσης. Γιατί φτάνουν σε ένα σημείο, πέρα από το οποίο δεν μπορούν να προχωρήσουν, κι αυτό τους προκαλεί κατάθλιψη, είναι το τέλος. Έτσι, θέλω να αφηγηθώ τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων που έχουν κατάθλιψη. Κι οι ταινίες μου είναι καταθλιπτικές, γιατί η πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί είναι καταθλιπτική. Κι οι ιστορίες τους είναι πιο ελκυστικές για μένα, η προσπάθειά τους απλώς να επιβιώσουν. Η προσέγγισή μου είναι κατά κάποιο τρόπο ντοστογιεφσκική. Στα γράμματά του ο Ντοστογιέφσκι έλεγε: «Θαυμάζω τους καθημερινούς ανθρώπους, γιατί οι ιστορίες τους είναι οι πιο πολύτιμες».

Κουβεντιάζετε, αλληλεπιδράτε με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους;

Κουβεντιάζουμε απλώς. Το νιώθεις αυτό που βιώνουν, παρά το κατανοείς. Στην Τουρκία κάθε χρόνο διεξάγονται δεκάδες δημοσκοπήσεις που ρωτάνε «τι περιμένετε από τη ζωή;», «νομίζετε ότι θα είστε πιο ευτυχισμένοι στο μέλλον;» κ.λπ.. Οι περισσότερες είναι πλαστές. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και το μέλλον τους να είναι καλύτερο, αλλά δεν το ζουν έτσι. Πολλοί θεωρούν πως πολλά έχουν αλλάξει στην Τουρκία, επειδή η χώρα έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο. Η μόνη ελπίδα αυτών των ανθρώπων είναι να βρουν ένα διαμέρισμα μέσω του φίλου ενός φίλου, τότε θα είναι πιο ευτυχισμένοι από πριν, προσπαθούν να επιβιώσουν με αυτή την ανόητη ελπίδα, αν και κατά βάθος ξέρουν ότι αυτό δε θα συμβεί. Είμαι απαισιόδοξος. Πολλοί με ρωτούν «γιατί» και του λέω «δώστε μου ένα λόγο για να είμαι αισιόδοξος». Πιστεύω πως πρέπει να έχουμε κάποιο σκοπό, τότε θα έχουμε μια ελπίδα. Κατ’ αυτή την έννοια είμαι αισιόδοξος, πιστεύω ότι υπάρχει μια πόρτα που, αν την ανοίξουμε, θα νιώσουμε ελεύθεροι. Για να φτάσουμε, όμως, αυτή την πόρτα, πρέπει να παλέψουμε. Πρέπει να συμβεί ένας σεισμός, να πέσει μια ατομική βόμβα, δεν ξέρω…

Κάτι πολύ δραστικό και δραματικό…

Ακριβώς. Ίσως τότε η ανθρωπότητα ξυπνήσει.

Δε σας δίνει ο τουρκικός κινηματογράφος κάποια ελπίδα κι αισιοδοξία;

Οι πιο αισιόδοξοι σκηνοθέτες είναι οι Κούρδοι, γιατί υποφέρουν. Ο καλύτερος τρόπος να κάνεις μια ταινία είναι να υποφέρεις. Βιώνουν μια φρικτή κατάσταση και θέλουν να τη δείξουν. Γιατί πιστεύουν σε κάτι τόσο έντονα. Θαυμάζω κι εκτιμώ κάποιους σκηνοθέτες που ακολουθούν το δρόμο τους, μέσω μιας πιο καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γενικότερα, όμως, τα τελευταία χρόνια η ποιότητα των τουρκικών ταινιών έχει «πέσει» πολύ. Με έχουν, επίσης, απογοητεύσει οι νέοι σκηνοθέτες, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κακές ταινίες παράγουν. Προσπαθούν  απλώς να μιμηθούν κάποιους γνωστούς Τούρκους σκηνοθέτες ή τάσεις, αλλά οι δουλειές τους είναι τόσο κάλπικες, γιατί δεν υπάρχει κάποια ιδέα, απλώς η επιθυμία να αντιμετωπιστούν ως «καλοί σκηνοθέτες». Τώρα πλέον είναι πιο εύκολο να γυρίζεις ταινίες στην Τουρκία. Κάθε χρόνο γυρίζονται πάνω από 120 ταινίες. Όταν ξεκίνησα να σκηνοθετώ, γυρίζονταν 15 ταινίες το χρόνο, κι από αυτές οι 3 ήταν καλές. Τώρα είναι οι 5 από τις 150. Η αναλογία είναι η ίδια, αλλά η ποιότητα έχει υποχωρήσει.

Πόσο εξοικειωμένος είστε με τη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι έχετε συνεργαστεί, συνεργάζεστε και, ελπίζω, θα συνεργάζεστε με Έλληνες και στο μέλλον;

Με γεμίζει ευτυχία η συνεργασία με Έλληνες φίλους. Συνεργαστήκαμε, σε επίπεδο συμπαραγωγής, σε 3 ταινίες με τον Νίκο Μουστάκα, καθώς και με τον Ανδρέα Σινάνο, μια πραγματικά μνημειώδη προσωπικότητα. Έχω, επίσης, πολλούς φίλους που δουλεύουν μέσα κι έξω από το χώρο του κινηματογράφου. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που να μπορούν να σε καταλάβουν στο κινηματογραφικό πεδίο. Θαυμάζω πολύ το ελληνικό σινεμά, ξέρω πως πολλά από όσα συμβαίνουν σε αυτό σχετίζονται με την κρίση και σε τέτοιες εποχές οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Αν υπάρχει αναβρασμός, υπάρχει και το ανάλογο σινεμά- συνέβη στο Ιράν ή τη Ρουμανία. Αυτό συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα, πιστεύω, γιατί υπάρχει πόνος και κάποιοι προσπαθούν να τον εξωτερικεύσουν. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ενέργεια, κι αν υπάρχει καλός σκηνοθέτης ή σκηνοθέτρια θα εμφανιστούν. Είδες που είμαι κι αισιόδοξος, τελικά;

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Βόρρα από το Γραφείο Τύπου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος για την πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Εβδομάδα Τουρκικού Κινηματογράφου (23-29 Οκτωβρίου) βρίσκετε στο site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος http://www.tainiothiki.gr/v2/ .

Το προσωπικό site του Tayfun Pirselimoğlu είναι http://www.tayfunpirselimoglu.com , ενώ το site της πιο πρόσφατης δουλειάς του http://www.benodegilim.com .



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου