Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Κλοέ Μεντί: «Η νουάρ αφήγηση περιγράφει τις κοινωνικές ανισότητες»


Η ατιμώρητη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Σαΐντ από αστυνομικό σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη βρίσκεται στον πυρήνα του πολυβραβευμένου νουάρ Τίποτε δεν χάνεται της πολλά υποσχόμενης νεαρής Γαλλίδας συγγραφέως Κλοέ Μεντί.

Παθιασμένη και πολιτικοποιημένη, όπως και το μυθιστόρημά της που κυκλοφόρησε πριν από μερικές βδομάδες στα ελληνικά, η Κλοέ Μεντί μάς μιλά για την αστυνομική βία, τη δικαιοσύνη, τη λογοτεχνία και την πολιτική.

Άρχισες να γράφεις ενώ ήσουν ακόμα στο γυμνάσιο, και υπήρξες αρκετά τυχερή ώστε στα 22 σου να εκδοθεί η πρώτη δουλειά σου. Τι απολαμβάνεις πιο πολύ στη συγγραφική διαδικασία;

Όταν είμαι εντός της συγγραφής ενός μυθιστορήματος, η έμπνευση καταλήγει να έρχεται από μόνη της και τρέφεται με τα πάντα.

Αυτό που διαβάζω, βλέπω, ακούω από μέρα σε μέρα μεταμορφώνεται με ασυνείδητο τρόπο για να εμπλουτίσει την ίντριγκα, το βάθος των χαρακτήρων κ.λπ.

Είναι μια διαδικασία ανεξέλεγκτη, αρκετά σπάνια και εντελώς μαγική.

Το μυθιστόρημά σου Τίποτε δεν χάνεται, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, μπορεί να ταξινομηθεί ως «νουάρ». Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτό το είδος, ιδίως στο πλαίσιο της σύγχρονης Γαλλίας;

Για μένα, η νουάρ αφήγηση είναι μια αφήγηση όπου τα κοινωνικά θέματα είναι κυρίαρχα.

Σε γενικές γραμμές, περιγράφει τις κοινωνικές ανισότητες και είναι μια συχνά απαισιόδοξη και καταθλιπτική ανάγνωση, που γίνεται για να προσελκύσει τον αναγνώστη.

Το αντίθετο μιας feel-good λογοτεχνίας, η οποία μπορεί να μιλά για τα ίδια πράγματα, αλλά να τα βλέπει με ελαφρύτερο τρόπο.

Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του από το φημισμένο παράθεμα «Στη φύση τίποτε δε χάνεται, τίποτε δε δημιουργείται, όλα αλλάζουν», που αποδίδεται στον Αντουάν Λαβουαζιέ. Εφαρμόζεται αυτό και στην κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις;

Συμβολικά, ναι.

Για παράδειγμα, η Γαλλία επί μακρόν υπήρξε αποικιακό κράτος, οι αποικίες της πολέμησαν για να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.

Το αποικιακό πνεύμα, ωστόσο, δεν έχει εξαφανιστεί ως διά μαγείας.

Εξακολουθεί να υπάρχει, πιο λεπτό, μέσα από αυτό που ονομάζεται μετα-αποικιοκρατία, της οποίας το πιο διαδεδομένο παράδειγμα είναι το πατερναλιστικό και περιφρονητικό βλέμμα που συχνά επικεντρώθηκε σε ορισμένες αφρικανικές χώρες.

Πάντα τίθεται το ερώτημα για το πώς αυτές οι «αξίες» μεταμορφώνονται. Πάνω σε τι παίζουν σήμερα, σε τι σχετίζονται; Δε θα μπορούσαν να εξαφανιστούν.

Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό το απόσπασμα μεταφράζεται ψυχολογικά, αν το προσαρμόσουμε στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και κοινωνιολογικά, αν το προσαρμόσουμε σε κοινωνική κλίμακα.

Στο Τίποτε δεν χάνεται, όλοι οι χαρακτήρες που αντιμετώπισαν τον ατιμώρητο θάνατο του Σαΐντ συνεχίζουν να υποφέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακόμη και αν έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια.

Αυτό μπορεί να προσλάβει προφανείς αλλά και πιο ολέθριες μορφές, όπως το γεγονός ότι ο Mατιά δεν εμπιστεύεται την αστυνομία και δεν αισθάνεται καθόλου ασφαλής με τους μπάτσους, τους οποίους συγκρίνει με τους γκάνγκστερ. 

Αυτή είναι η περίπτωση πολλών παιδιών, αλλά και εφήβων και ενηλίκων.

To Τίποτε δεν χάνεται εκτυλίσσεται σε μια αδιάφορη -και υφιστάμενη ραγδαίο εξευγενισμό- επαρχιακή γαλλική πόλη. Πόσο παρόμοια με τον τόπο όπου μεγάλωσες είναι αυτή η πόλη;

Μεγάλωσα σε μια όχι ενδιαφέρουσα μικρή πόλη, πολύ κοντά στη Λυών.

Η Λυών είναι μια μητρόπολη που εξευγενίζεται με τρομακτική ταχύτητα. Χτίστηκε σύμφωνα με μια αρχιτεκτονική αστυνόμευσης, με τεράστιες αρτηρίες όλες παράλληλες - αδύνατο να χαθείς μέσα της. αδύνατο να χάσεις την αστυνομία...

Ήταν μια πόλη γνωστή για τον πλούτο της για πολύ καιρό. Το κέντρο της πόλης έρχεται σε αντίθεση με τα γύρω προάστια.

Στη γενιά των γονιών μου, ήταν ακόμα δυνατό να ζήσεις στη Λυών, αλλά στη δικιά μου κανείς δεν έμεινε. Η τιμή των ακινήτων γίνεται απρόσιτη ακόμη και στα προάστια.

Η ομοιότητα, όμως, σταματά στον εξευγενισμό. Ήθελα να τοποθετήσω τη δράση σε μια ανώνυμη πόλη, χωρίς κανένα ιδιαίτερο στίγμα, ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να προβάλλουν τους δικούς τους τόπους ζωής εκεί.

Δεν κατονομάζεται, και θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μέση πόλη στη Γαλλία- και σε πολλές άλλες χώρες, φαντάζομαι.

Ο βάναυσος φόνος του 15χρονου Σαΐντ από μπάτσο βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης, και είναι το κομβικό γεγονός που τελικά μετασχηματίζει τη ζωή κάθε ανθρώπου που εμπλέκεται σ’ αυτόν.

Είναι η αστυνομική βία και ατιμωρησία μια από τις κύριες αγωνίες σου σε κοινωνικό επίπεδο;

Όταν ήμουν δώδεκα ή δεκατριών, ο Zyed και o Bouna, δύο έφηβοι που ζούσαν στο Clichy-sous-Bois σε μια γειτονιά εργατικής τάξης, κατέφυγαν σε έναν ηλεκτρικό μετασχηματιστή ενώ καταδιώκονταν από αστυνομικούς. Πέθαναν από ηλεκτροπληξία.

Πριν το καταδείξει η έρευνα, υπήρχε ήδη υποψία ότι η αστυνομία ήξερε πού ήταν και δεν έκανε τίποτα για να τους βγάλει έξω.

Ήταν ένα πολύ ευαίσθητο πολιτικό πλαίσιο.

Ο Νικολά Σαρκοζί, ο υπουργός Εσωτερικών εκείνη την εποχή, ο οποίος δυστυχώς θα γινόταν ο επόμενος πρόεδρος, πολλαπλασίασε τις προκλήσεις, περιγράφοντας ως «σκουπίδια» ορισμένους κατοίκους λαϊκών περιοχών, μιλώντας για «τον καθαρισμό τους με ατμοκαθαριστή Kärcher».

Πολλές παράμετροι έκαναν το θάνατο αυτών των δύο παιδιών τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Υπήρξαν ταραχές, πρώτα στο Clichy, μετά σε πολλές άλλες περιοχές.

Ήταν η πρώτη φορά στη Γαλλία που οι ταραχές εξαπλώθηκαν πέρα ​​από την πόλη στην οποία έλαβε χώρα η αστυνομική βία. Διήρκεσαν δύο εβδομάδες, και τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν μόνο για αυτό.

Η καταδίκη ήταν σχεδόν ομόφωνη.

Τα αιτήματα δε λήφθηκαν υπόψη, οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί έφτυσαν τις ταραχές, κάποιος είπε: «Δεν ξέρουν πώς να εκφραστούν, δεν έχουν παιδεία» ή «Όταν κάποιος έχει κάτι να πει δεν καίει αυτοκίνητα».

Δε μοιράζομαι τις συνθήκες διαβίωσης πολλών ανθρώπων σε αυτές τις περιοχές, αλλά η οργή μου φάνηκε απλώς μια προφανής απάντηση, δίκαιη και απολύτως νόμιμη.

Τα παιδιά ήταν νεκρά, η αστυνομική βία ήταν καθημερινή, ακόμα κι αν δεν κατέληγε πάντα με τον χειρότερο τρόπο - για να μην αναφέρουμε την οικονομική, κοινωνική, δικαστική βία. Θα έπρεπε οι άνθρωποι να έχουν υπογράψει αναφορές;

Να έπαιρναν ήσυχα ένα μικρόφωνο και να έλεγαν «Γεια σας παιδιά, δεν είναι ωραίο, θα πρέπει να σταματήσει»; Για μένα, ήταν απλά κάτι γαμημένο.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, με οδήγησε να είμαι πιο προσεκτική στις αντιδράσεις των μέσων ενημέρωσης, των δικαστικών και της αστυνομίας. Από εκεί, είναι εύκολο να δούμε το «κόκκινο νήμα» της αστυνομικής βίας, όταν καταλήγει στον θάνατο.

Οι καταδίκες των μπάτσων είναι εξαιρετικά σπάνιες, συχνά διατηρούν την ίδια θέση.

Από την άλλη πλευρά, κάποιος που κατηγορείται ότι έριξε ένα αυγό κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κινδυνεύει με έξι μήνες φυλάκισης, ακόμη κι αν δεν άγγιξε κανέναν. Και αυτό μόνο με την κατάθεση των αστυνομικών που τον είδαν να ξεκινά...

Στη Γαλλία, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν από τα Κίτρινα Γιλέκα, επειδή πολλοί άνθρωποι έχουν δει αυτή τη βία της αστυνομίας μπροστά τους, τη μαγνητοσκόπησαν και τη μεταδίδουν στα κοινωνικά δίκτυα.

Οι ειδήσεις δεν αφορούν μόνο τα φώτα της δημοσιότητας των επαγγελματικών μέσων κι αυτό είναι μια υπέροχη αρχή.

Τη στιγμή που σου γράφω, ο μαγνητοσκοπημένος θάνατος του Τζορτζ Φλόιντ στις Η.Π.Α. προκάλεσε αντιδράσεις σε αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, όπου έχουν πραγματοποιηθεί διαδηλώσεις κατά της αστυνομικής βίας σε πολλές πόλεις.

Είναι η πρώτη φορά που υπήρξαν τόσο άμεσες και μαζικές αντιδράσεις. Δεν ξέρω τι θα φέρουν, αλλά το βρίσκω ενθαρρυντικό.

Από την άλλη, τα παραδοσιακά μέσα συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο τους ως μαντρόσκυλα. Περιορίζονται στην καταγγελία της βίας σε ορισμένες διαδηλώσεις και εξηγούν γιατί η γαλλική αστυνομία δεν έχει καμία σχέση με την αμερικανική.

 Αυτό ισχύει σε πολλά σημεία, αλλά συγκαλύπτει την ουσιαστική συζήτηση, δηλαδή την ατιμώρητη βία της αστυνομίας στη Γαλλία και το γεγονός ότι τα θύματα αυτής της βίας είναι πάνω απ’ όλα φυλετικοποιημένα άτομα.

O Mατιά, ο εντεκάχρονος κεντρικός αφηγητής, είναι ένα αγόρι που, αν και λειτουργεί παιδιάστικα από διάφορες απόψεις, χαρακτηρίζεται από την ωριμότητα ενός ενήλικα, κι αυτό φαίνεται επίσης από τον τρόπο που εκφράζεται.

Πόσο κοντά νιώθεις σ’ αυτόν τον χαρακτήρα;

Νομίζω πως έπρεπε να πάρω έναν παιδικό χαρακτήρα επειδή τα παιδιά είναι συχνά πιο ευαίσθητα στην ανισότητα από τους ενήλικες.

Δεν έχουν ακόμη εσωτερικεύσει το γεγονός ότι ζουν σε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία και όλες τις αδικίες που τη συνοδεύουν.

Η ανισότητα τα υπερβαίνει και είναι σχετικά αδιάφορα απέναντι στις καπιταλιστικές θεωρίες που τη δικαιολογούν. Δε μιλώ για όλα τα παιδιά, φυσικά.

Μερικές φορές νιώθω σαν παιδί όταν προσπαθώ να εξηγήσω σε ανθρώπους που δεν είναι ευαίσθητοι στην εξέγερση που βιώνω απέναντι σε ορισμένες αδικίες. Με κοιτάζουν έτσι, σε κάθε περίπτωση.

Δεν είμαι πολύ δυνατή στη συζήτηση, βιώνω τα πράγματα οπτικά και δυσκολεύομαι να τα κατανοήσω -προφορικά παρά γραπτά.

Δεν καταλαβαίνω καν γιατί υπάρχει ανάγκη να τα εξηγήσω, καθώς μου φαίνονται προφανή, και χάνω γρήγορα την υπομονή μου.

Αν με έβαζαν σε ένα μιντιακό σετ μαζί με επαγγελματίες της ρητορικής, θα ερχόμασταν στα χέρια τα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα της συζήτησης.

Ο Ματιά είναι η αντανάκλαση όλων αυτών των πραγμάτων.

Kαι οι υπόλοιποι χαρακτήρες αναπτύσσονται σε βάθος, σε όλη την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις τους. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για τις προκλήσεις που αντιμετώπισες προσπαθώντας να δημιουργήσεις ένα τόσο πλούσιο «σύμπαν»;

Ειλικρινά, τελείωσα το Τίποτε δεν χάνεται πριν από πέντε χρόνια και δε θυμάμαι πολύ καλά τη συγγραφική διαδικασία. Δυσκολεύτηκα, όμως, πολύ με τον χαρακτήρα του αστυνομικού.

Είχε την άποψή του σε κάποιο σημείο του βιβλίου, κι αυτό μου το συνέστησε ιδιαιτέρως ένας εκδότης που τελικά δεν αποδέχτηκε το μυθιστόρημα. Δε θα την έγραφα η ίδια, αλλά την άφησα γιατί προσέδιδε βάθος στο κείμενο.

Η Αμελιά, η μητέρα του Ματιά, ήταν επίσης δύσκολο να περιγραφεί. Είχα πρόβλημα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της, δεν είχα τις δεξιότητες για να την καταλάβω, ενώ κατάλαβα όλους τους άλλους χαρακτήρες μου πολύ καλά.

Κατέληξε, ωστόσο, να γίνει αξιόπιστος χαρακτήρας στα μάτια αρκετών αναγνωστών.

H έννοια της δικαιοσύνης συνδυαζόμενη με εκείνη της ενοχής διερευνώνται διαλεκτικά στο βιβλίο σου. Πώς μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, όταν το σύστημα, συμπεριλαμβανομένων της δικαστικής εξουσίας και των μίντια, προστατεύει αυτούς που κατέχουν την εξουσία;

Πιστεύω ότι απάντησα εν μέρει σε αυτήν την ερώτηση παραπάνω, όταν μίλησα για την αστυνομική βία.

Αλλά δεν πιστεύω καθόλου στην πιθανότητα αμερόληπτης δικαιοσύνης σε ένα πολιτικό σύστημα που αναθέτει την εξουσία μόνο στις ανώτερες, λευκές, ελίτ τάξεις. Οι δικαστές προέρχονται επίσης από αυτήν την ελίτ.

Καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, έχουν την ίδια γλώσσα, τους ίδιους κώδικες. Αντιθέτως, οι άνθρωποι που βρίσκονται στη λάθος πλευρά των δικαστηρίων είναι κυρίως φυλετικοποιημένοι και από τις κατώτερες τάξεις.

Δε μιλάνε τη γλώσσα αυτής της ελίτ, δε διαθέτουν τους κώδικες, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένοι.

Έχω περάσει πολύ καιρό στα δικαστήρια και σχεδόν ποτέ δεν έχω δει δικαστή να προσπαθεί πραγματικά να κατανοήσει την κατάσταση των ανθρώπων ενώπιόν του.

Όταν αυτό συμβαίνει, ο κατηγορούμενος είναι συστηματικά λευκός και από τη μεσαία ή την ανώτερη τάξη, έτσι ώστε ο δικαστής μπορεί να προβάλει τον εαυτό του σ’ εκείνον πιο εύκολα.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πιέζουν μόνο τον εναγόμενο και παρακάμπτουν την υπεράσπισή του, για να του δείξουν πόσες άλλες επιλογές είχε από το να κάνει αυτό που έκανε.

Το βρίσκω εντελώς άσεμνο να βλέπω πλούσιους από πλούσια περιβάλλοντα να κάνουν κήρυγμα στους φτωχούς για το πώς θα μπορούσαν να έχουν έναν καλύτερο μήνα. Είναι εξαιρετικά βίαιο, για μένα πολύ περισσότερο από το να ρίξω μια πέτρα.

Οι συνέπειες είναι πολύ πιο σοβαρές, μιλάμε για ποινές φυλάκισης. Αλλά κανένας από τα μέσα ενημέρωσης, τους δικαστές ή τους πολιτικούς δεν το αποκαλεί βία...

Υπάρχει ένα κομμάτι στο Τίποτε δεν χάνεται, όπου ο Ματιά διαβάζει μια λίστα από ονόματα κατοίκων της παλιάς γειτονιάς του. Πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι καταδικάστηκαν τη χρονιά που προηγήθηκε του θανάτου του Σαΐντ.

Βλέπουμε ότι οι ποινές είναι εξαιρετικά σκληρές σε σύγκριση με τις κατηγορίες.

Η λίστα τελειώνει με το όνομα του Σαΐντ Ζαϊντί, τιμωρημένου με θάνατο επειδή εξεγέρθηκε στη διάρκεια ενός ελέγχου στοιχείων. Έπειτα, με το όνομα του δολοφόνου του, του μοναδικού «ντόπιου Γάλλου» -ή σχεδόν-, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος...

Για μένα, αυτό το κομμάτι καταδεικνύει καλά το πρόβλημα αυτού του δικαστικού συστήματος.

Μιας και το μυθιστόρημά σου είναι παθιασμένα πολιτικό, πώς θα περιέγραφες τη δικιά σου σχέση με την πολιτική, ιδίως στην «εποχή» της πανδημίας;

Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση χωρίς να γράψω ένα καινούριο μυθιστόρημα. Λυπάμαι!


Ευχαριστώ θερμά τον Jimmy Gallier, «ψυχή» των Eκδόσεων Jigal, για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Κλοέ Μεντί Τίποτε δεν χάνεται κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.



Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η μετεμφυλιακή Δραπετσώνα μέσα από την «πένα» της Γεωργίας Δ. Καρατζιά


Οδοιπορικό στη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Δραπετσώνα της προσφυγιάς και της φτωχολογιάς, αλλά, έμμεσα, και της ρημαγμένης Ελλάδας, η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της Γεωργίας Δ. Καρατζιά Δραπετσώνα, η θυμωμένη μαγιά αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο και ταυτόχρονα ένα απολαυστικό αφήγημα.

Γεννημένη πριν από σχεδόν 88 χρόνια στο κεφαλοχώρι Κακόβατος του νομού Ηλείας, η Γεωργία Δ. Καρατζιά μετακομίζει σε πολύ νεαρή ηλικία, ούτε 17 χρονών, στη Δραπετσώνα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές της.

Παντρεύεται σε νεαρή ηλικία και επί τριάντα χρόνια δουλεύει πλάι στον σύζυγό της ως έμπορος. «Ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος και έζησα μαζί του εβδομήντα χρόνια αληθινής αγάπης, μύθος για την εποχή την παρούσα», λέει η ίδια.

Η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της, έργο ζωής το οποίο γράφεται επί δεκαετίες, αναπλάθει δεξιοτεχνικά τη σχέση της με τον τόπο και τους ανθρώπους του, που την καθορίζουν αποφασιστικά και στη μετέπειτα διαδρομή της.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται και ανασυστήνεται με τρόπο ανεπιτήδευτο, ακριβή, νοσταλγικό και συγκινητικό ένας κόσμος με ευγένεια, ήθος και σοφία, ο κόσμος της εργατικής τάξης και της προσφυγιάς της Δραπετσώνας.

Μακριά από εύκολους συναισθηματισμούς, ωραιοποιήσεις και ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα, η Δραπετσώνα..., συνυφαίνει την προσωπική και τη συλλογική Ιστορία, χωρίς να απουσιάζουν οι αιχμηρές κοινωνικο-πολιτικές παρατηρήσεις.

Έτσι, η κυρα-Ευγενούλα, η σπιτονοικοκυρά της αφηγήτριας, η κυρα-Ναζαρέτ, η Μπαμπέσα, ο Μήτσουλας, ο μπαρμπα-Δανήλος πέρα από υπαρκτοί άνθρωποι λειτουργούν και ως φορείς νοημάτων, ποιοτήτων και σημασιών που τους υπερβαίνουν.

Η ανάγνωση του βιβλίου παράγει εικόνες και ήχους, και συχνά έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς τον Δράκο ή, ακόμα περισσότερο, τη Συνοικία το όνειρο.

Η πλούσια ντοπιολαλιά των χαρακτήρων, Μικρασιατών προσφύγων και «Παλιοελλαδιτών», αναπαράγεται με ακρίβεια και σεβασμό, και ρέει αβίαστα.

«Ποτέ στη ζωή μου δεν παραιτήθηκα, πόσω μάλλον τώρα, που το οφείλω στα χρυσά μου εγγόνια. Θέλω τώρα να ξέρουν πώς ζούσε ο κόσμος στις φτωχογειτονιές του Πειραιά και τι τραβούσε να σταθεί στα πόδια του», γράφει η συγγραφέας.

Η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της Γεωργίας Δ. Καρατζιά Δραπετσώνα, η θυμωμένη μαγιά, ένα βιβλίο για όσους δεν παραιτούνται και δεν εγκαταλείπουν τα όνειρά τους, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Anubis.



Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Η Μεξικανική Επανάσταση μέσα από το μυθιστόρημα του Μαριάνο Ασουέλα «Οι καταδικασμένοι»


Ακόλουθος του Πάντσο Βίγια, εκ των ηγετών της Μεξικανικής Επανάστασης, ο συγγραφέας και γιατρός Μαριάνο Ασουέλα φιλοτεχνεί με το κλασικό μυθιστόρημά του Οι καταδικασμένοι τη συναρπαστική «τοιχογραφία» μιας πολυτάραχης περιόδου.

Η Μεξικανική Επανάσταση, ίσως το σημαντικότερο κοινωνικοπολιτικό γεγονός στην Ιστορία του Μεξικού και μια από τις μείζονες εξεγέρσεις του 20ού αιώνα, ξεκινά το Νοέμβριο του 1910 και τερματίζεται τον Μάιο του 1920.

Οι απαρχές της ανάγονται στην αντιπαράθεση μεταξύ των εκπροσώπων της πολιτικής ελίτ Πορφίριο Δίας, του επί 31 χρόνια Προέδρου της χώρας, και Φρανσίσκο Μαδέρο.

Αυτή η αντιπαράθεση αποτελεί προϊόν της αποτυχίας του Δίας, ο οποίος έχει αποκληθεί «φιλελεύθερος μονάρχης», να εξασφαλίσει μια ομαλή μετάβαση σε ένα καθεστώς που δε θα περιλαμβάνει τον ίδιο στο εξουσιαστικό «κάδρο».

Σταδιακά, ωστόσο, εμπλέκονται οι μεσοαστοί, ο αγροτικός πληθυσμός και, σε ένα βαθμό, η οργανωμένη εργατική τάξη.

Ο Μαριάνο Ασουέλα γεννιέται στο Λάγος δε Μορένο την 1η Ιανουαρίου του 1873, και είναι γιος του πετυχημένου κτηματία Εβαρίστο Ασουέλα. Η φάρμα όπου μεγαλώνει αποτελεί το σκηνικό μεγάλου μέρους της μετέπειτα μυθοπλαστικής δουλειάς του.

Αντιτίθεται στο καθεστώς του Δίας, και μετά την ανατροπή του διορίζεται πολιτικός αξιωματούχος υπό την προεδρία του Μαδέρο. Έπειτα από τη δολοφονία του Μαδέρο συνοδεύει ως γιατρός τις δυνάμεις του Χουλιάν Μεδίνα, ακόλουθου του Βίγια.

Ο Ασουέλα θεωρείται από τους επιφανέστερους Μεξικανούς συγγραφείς και χρονικογράφους της Μεξικανικής Επανάστασης, την οποία ζει και καταγράφει «από πρώτο χέρι».

Βαθιά επηρεασμένο από τις προσωπικές εμπειρίες του, το πολυεπίπεδο μυθιστόρημά του  Οι καταδικασμένοι αφηγείται την ιστορία του αγρότη Δημήτριο Μασίας, ο οποίος συγκροτεί μια αντάρτικη ομάδα υποστηρίζοντας την Επανάσταση.

Γύρω από τον Μασίας περιστρέφεται ένας «γαλαξίας» δευτερευόντων, αλλά όχι λιγότερο σημαντικών χαρακτήρων, που λειτουργούν τόσο σε συμβολικό επίπεδο όσο και σε πραγματικό.

Αναγκεμένοι, άπληστοι, αμόρφωτοι φτωχοδιάβολοι οι περισσότεροι, με εξαίρεση τον Λουίς Σερβάντες, λιποτάκτη του Ομοσπονδιακού Στρατού, φοιτητή ιατρικής και δημοσιογράφο, δεν ξέρουν πάντα για ποιον σκοπό πολεμούν.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τείνουν να αναπαράγουν τις ίδιες εξουσιαστικές πρακτικές, εναντίον των οποίων φαίνεται ότι έχουν εξεγερθεί.

Με μια γλώσσα που χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό, ακρίβεια, σαρκασμό και μια τραχιά τρυφερότητα, ο Ασουέλα καταγράφει και έμμεσα στηλιτεύει τον ηθικό εκφυλισμό μιας επανάστασης και κάποιων από τους μη συνειδητούς φορείς της.

Ο Ασουέλα, ωστόσο, δεν είναι ο αφ’ υψηλού κριτής και παρατηρητής, ούτε ο στρατευμένος πολιτικός αντίπαλος-συκοφάντης, αλλά ο απομαγευμένος πρώην συνοδοιπόρος και σύντροφος, που ποτέ δεν προσχωρεί στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Μέχρι το τέλος της ζωής του, άλλωστε, παραμένει, ως γιατρός πλέον, δίπλα στους φτωχούς συμπολίτες του, γεγονός που καθιστά την κριτική ματιά του ανιδιοτελή και γόνιμη.

Το μυθιστόρημα του Μαριάνο Ασουέλα Οι καταδικασμένοι κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ενύπνιο σε μετάφραση του Σταμάτη Πολενάκη.

Πηγές:




Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Brigid Mae Power: “I really felt a huge calling to be in nature once the pandemic started”

Brigid Mae Power (Photo credit: Steve Gullick)

Definitely folk-based, but also leaning towards classical music -even psychedelia-, Head above the water is Brigid Mae Power’s accomplished and ethereal third album, which came out on Fire Records on June 5th.

On this occasion we had a laid-back conversation with Brigid Mae Power.

Definitely folk-based, but also leaning towards classical music -even psychedelia-, Head above the water is your accomplished and ethereal third album. Do you identify yourself as a folk singer and if so, what does it mean to be one nowadays in the UK?

Hmm, not really. I don’t totally identify as a folk singer, but it is something that comes easy to me.

I’m Irish and listened to a lot of traditional Irish music growing up and grew up with a lot of family members singing Irish songs, so it’s in me. But I definitely don’t feel like a straight up folk singer.

I’ve always naturally gravitated towards psychedelic music and art, it really captivated me as a teenager.

So I’m not sure what it means to be a folk singer right now, as I only partially feel like one... There is a great folk scene going on in Ireland, Scotland, Wales and England right now, though.

You write lyrics, you compose music, you sing and you are the co-producer of your work. Would you like to elaborate on how this apparently demanding and multifaceted process evolves?

I work very simply. I don’t put myself under any pressure, I like things to evolve when they are ready to. I used to think I was lazy, but now I think I just like to conserve my energy.

I don’t write or play a huge amount, but I will go through phases when I feel like doing so. I usually start off by playing something on the guitar or piano and humming along.

Then I usually have a notebook or lyrics/ writing that I’ve been working on and I see if any of those lyrics fit in with the melodies. 

As far as co-producing, I usually work from the negative, as in, ruling out what I don’t like. I like to start off simple and play the song live and then add anything after if I sense or hear something that I feel is missing. Well, that’s how I do it so far anyway!

I like the city lights instead/Country trees in the night/Their shadows give me a fright”, you write in the opening track, On a city night. Where and why do you feel more at home? 

Right now I feel more at home in the country, but anyone who knows me well knows that I change my mind constantly. I’m a mover and it’s hard for me to stay still anywhere longer than a few months.

I start craving a city, then I start craving peace and quiet, the sea. I’m a pain in the ass in that regard and don’t feel at home anywhere!

Since this lockdown, though, I have done pretty well at feeling at home wherever I am, I’m trying to feel more like I am a world citizen rather than bound to one place.

Of that I have plenty”, you acknowledge in reference to vulnerability in your most musically ambitious song of the album, I was named after you. Have you overcome or perhaps used that vulnerability as an incentive to grow as a person and an artist?

Yes, absolutely. I think at the start of the song I’m saying that line almost cynically, and in a way that I’m frustrated with myself, but by the end of the song I’ve realized that that is the super power itself- vulnerability... the all-round healer in my experience!

I have used it in my life definitely, but not always. I have to consciously work at not being defensive and actually being ok with being vulnerable and opening up with someone but not losing my self entirely. A fine balance of vulnerability and power.

In what ways has maternity contributed to the shaping of your songwriting, singing and general approach to life and humankind?

Well, in a very basic way it has made me care a lot less about stupid stuff that I would’ve before, stuff that would’ve gotten in the way of me writing...

I write what is important to me and focus on what is valuable, because I have such limited time to write now that I am a parent. But that actually has been beneficial to me because beforehand I had too much time and procrastinated...

It has led me to myself, at a much quicker pace.

Your music, masterfully epitomized in the mesmerizing title track, possesses a quiet quality reminiscent of much-loved Vashti Bunyan. It feels like a country river incessantly flowing under a drowsy sun. Are you an equally quiet, “sunny” person?

Hmm, yes, I’d say so maybe. People think I am quiet, but then some people think I’m loud. Depends who you’re talking too!

I definitely love the sun and I feel sunnier and happier and a big personality change when I am in the sun. So maybe I am a sunny person in the sun, miserable person in the rain.

Has this quietness been disrupted by the ongoing COVID-19 pandemic? Is this a period of introspection, redefinition of priorities for you?

I think that this pandemic has really redefined my priorities big time. I really felt such a huge calling to be in nature once it started. Being in lockdown in London just made me want to scream.

I actually flew to Ireland to continue lockdown there at my mum’s, to be near the sea. I really felt very claustrophobic. So yes, it did make me realize I need a lot of space and quiet! I am looking a lot at everything in my life pretty deeply right now.

Assuming that your scheduled concerts proceed as planned, what do you most draw from the interaction with the listeners of your music? Is there a vivid audience of folk aficionados these days?

I feel like my crowd is a mixed bag. Sometimes it’s mostly middle aged men who like folk -haha-, maybe after this album it will change. I really feel like the people who come to the shows are very sweet, caring and music lovers.

And finally, which are the first words that come to your mind when you hear about Greece- whether related to art, economy, history or politics?

Hmm, I think of the sun and the so so so so so so so beautiful seas.

I would like to warmly thank Alice Gros from Fire Records for her valuable contribution to the realization of the interview.