Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Ahmad Jalali Farahani: «Ως δημοσιογράφος, κινηματογραφιστής και μορφωμένος άνθρωπος, γνωρίζω ότι η θρησκεία είναι εναντίον της δημοκρατίας»


Βασισμένο στην προσωπική ιστορία του θαρραλέου ανεξάρτητου Ιρανού δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή Ahmad Jalali Farahani, καθώς και Ιρανών συναδέλφων και φίλων του μέσα κι εξώ από τη χώρα, το Είμαστε δημοσιογράφοι είναι ένα ντοκιμαντέρ-«γροθιά στο στομάχι», το οποίο αποκαλύπτει τις ανελέητες διώξεις που υφίστανται όσοι αγωνίζονται για ελευθερία έκφρασης στο Ιράν. Κουβεντιάζουμε με τον σκηνοθέτη, ενόψει της προβολής του ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Τρίτη 17 και το Σάββατο 21 Μαρτίου.

Θα ήθελες να «φωτίσεις» λίγο την προσωπική σου ιστορία, η οποία αποτελεί τμήμα της αφήγησης του ντοκιμαντέρ κι είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης των ανεξάρτητων δημοσιογράφων από το ιρανικό κράτος, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα;
Το Φεβρουάριο του 2010 οι Ιρανικές Μυστικές Υπηρεσίες ανακοίνωσαν τη σύλληψη  7 μελών του «αντεπαναστατικού δορυφορικού δικτύου οργανώσεων και σιωνιστικών Μ.Μ.Ε.», τα οποία, όπως είπαν, συνδέονταν με το αντιπολιτευτικό «Πράσινο Κίνημα». Το υπουργείο είπε ότι οι συλληφθέντες, τους οποίους κατηγόρησε πως είχαν εκπαιδευτεί «σε διάφορες ήπιες ανατρεπτικές τεχνικές και τεχνικές σαμποτάζ στο εξωτερικό», είχαν σχέση με το Radio Farda, ενώ πρόσθεσε ότι κάποιοι από αυτούς είχαν επίσημα προσληφθεί από τις Αμερικανικές Μυστικές Υπηρεσίες. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήμουν εγώ. Ήταν η τρίτη φορά που συλλαμβανόμουν. Ήμουν συντάκτης στο ειδησεογραφικό πρακτορείο «Mehr» κι επίσης συνεργαζόμουν με άλλα Μ.Μ.Ε. στο Ιράν.
 
Η δεύτερη σύλληψη συνέβη όταν βρισκόμουν στο αεροδρόμιο Χομεϊνί το Νοέμβριο του 2009 επιστρέφοντας από το Ντουμπάι, οπότε και μου κατέσχεσαν το διαβατήριο. Έπειτα από μια βδομάδα ανακρίσεων, οι Αρχές μου είπαν ότι όλα ήταν εντάξει και θα μπορούσα να συνεχίσω τη ζωή μου. Μου επέστρεψαν ακόμη και το διαβατήριό μου, λέγοντάς μου πως θα μπορούσα να ταξιδέψω, αν το ήθελα.
 
88 μέρες μετά από αυτό το ταξίδι στο Ντουμπάι, 8 αξιωματικοί των Μυστικών Υπηρεσιών ήρθαν στο σπίτι μας. Ήταν νύχτα, 1 ή 2 τα ξημερώματα. Με έδειραν, πήραν όλα τα έγγραφα και τα CD μου, έψαξαν παντού και συνέχιζαν να με ρωτούν «πού είναι τα δολάρια και τα ευρώ σου, πού τα έκρυψες;». Τους πήρε 3 ώρες, έπειτα μου ζήτησαν να ντυθώ και μου είπαν ότι «θα σε πάμε κάπου όμορφα». Μου έδεσαν τα μάτια, μου πέρασαν χειροπέδες και με οδήγησαν με αυτοκίνητο στη φυλακή Evin.
 
Όταν με πήγαν για ανάκριση, τους ρώτησα να μου πουν ποιες ήταν οι κατηγορίες εναντίον μου. Επί 3 μέρες με βασάνιζαν, με παρενοχλούσαν, με ξυλοκοπούσαν. Μπορούσα να αντέξω το ξύλο, αλλά τα ψυχολογικά βασανιστήρια ήταν χειρότερα. Έλεγαν: «’Εχουμε συλλάβει την γυναίκα σου και θα την βιάσουμε». Συνέχιζαν να μου λένε ότι έπρεπε να τους πω με ποιον βρισκόμουν σε επαφή και μου έδινε λεφτά. «Ποιον συνάντησες στο Ντουμπάι;», με ρωτούσαν.
 
Μετά από 3 μέρες, με οδήγησαν στο γραφείο του εισαγγελέα της φυλακής κι εκεί  μου είπαν ότι κατηγορούμουν για δράση εναντίον της εθνικής ασφάλειας μέσω επικοινωνίας με στοιχεία της CIA στο Ντουμπάι. Τους απάντησα πως δε βρισκόμουν σε επαφή με τη CIA, ήμουν εκεί σε συνέντευξη για δουλειά κι ούτε καν έγινα δεκτός, αλλά εκείνοι επέμεναν ότι είχα συναντηθεί με πράκτορες της CIA που με εκπαίδευαν και μου έδιναν λεφτά, προκειμένου να εξωθήσω τους ανθρώπους σε διαδηλώσεις στην επέτειο της Επανάστασης του 1979, να κάψουν αυτοκίνητα, να τραγουδάνε συνθήματα κι έπειτα να τα καταγράψω όλα και να τα στείλω στο Radio Farda και το BBC.
 
Στη φυλακή, μου έλεγαν ότι έπρεπε να ομολογήσω πως είμαι κατάσκοπος. Με αποκαλούσαν «κατάσκοπο», δεν έλεγαν «Jalali Farahani, έλα εδώ». Έλεγαν: «Κύριε κατάσκοπε». Εκεί, μου είπαν ότι είχα λάβει 40 ή 400.000 δολάρια- δε θυμάμαι το ακριβές ποσό- για να το δώσω στους ανθρώπους, ώστε να βγουν στους δρόμους, να φωνάξουν συνθήματα εναντίον του Ανώτατου Ηγέτη και να τραγουδάνε «ο Αλλάχ είναι μεγάλος». Έπειτα ισχυρίστηκαν πως θα κατέγραφα όλα αυτά με το κινητό και την κάμερά μου, μιας κι ήξεραν ότι είμαι κινηματογραφιστής, θα τα μόνταρα και θα τα έστελνα στο Radio Farda, το BBC και τη VOAVoice of America»). Τους ρώτησα πώς μπορεί κάποιος να εκπαιδευτεί μέσα σε 48 ώρες για κάτι τέτοιο και μου απάντησαν: «Για αυτό έγινε η συνάντησή σου στο Ντουμπάι».
 
Ήξεραν, επίσης, ότι προσπαθούσα να κάνω μια ταινία σχετικά με την κατάσταση που βίωναν οι Ιρανοί δημοσιογράφοι με τίτλο «Είμαστε δημοσιογράφοι». Ξεκίνησα να φιλμάρω, όταν ανέβηκε ο Αχμαντινετζάντ στην εξουσία το 2005. Προσπάθησα να γυρίσω ένα underground ντοκιμαντέρ, αλλά δυστυχώς ένας από τους καλύτερους φίλους μου με πρόδωσε κι οι δυνάμεις ασφαλείας με συνέλαβαν, για πρώτη φορά, το 2007.
 
Τον Αύγουστο του 2010, εγκατέλειψα το Ιράν μετά την αποφυλάκισή μου, πρώτα με κατεύθυνση την Τουρκία και μετά την Κοπεγχάγη. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ CPH-DOX είχε προσκαλέσει εμένα και τη μικρού μήκους ταινία μου «Sofar» σχετικά με τους Ιρανούς ράπερ που διαδήλωναν, και 24 ώρες μετά την προβολή το όνομά μου ήταν στη λίστα της Basij (σημ.: πρόκειται για παραστρατιωτική εθελοντική ομάδα που συγκροτήθηκε στη διάρκεια του καθεστώτος Χομεϊνί, λογοδοτεί στους «Φρουρούς της Ιρανικής Επανάστασης» κι είναι επιφορτισμένη με την καταστολή των διαφωνούντων στη χώρα) με τα άτομα που ήθελαν νεκρά. Τότε η οικογένειά μου κι εγώ αποφασίσαμε να μείνουμε στη Δανία και κάναμε αίτηση για άσυλο.
 
Το 2012, ξεκίνησα να δουλεύω για τη Danish Doc Production ως κινηματογραφιστής και μοντέρ. Μια μέρα, ένας από τους καλύτερους φίλους μου, που είναι στη φυλακή μέχρι σήμερα, μου έστειλε μήνυμα ζητώντας μου να ολοκληρώσω ως σκηνοθέτης το ντοκιμαντέρ «Είμαστε δημοσιογράφοι». Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω το υπόλοιπο υλικό της ταινίας στο Ιράν από φίλους μου, ώστε να ολοκληρωθεί η δουλειά. Αλλά τότε οι δυνάμεις ασφαλείας άρχισαν να απειλούν την οικογένειά μου στο Ιράν. Απέλυσαν την αδερφή μου από τη δουλειά της και της είπαν ότι ότι «αν ο αδερφός σου δε σταματήσει, θα τον βρούμε και θα τον σκοτώσουμε».  Ακόμη και τώρα, οι δυνάμεις ασφαλείας συνεχίζουν να απειλούν την οικογένειά μου κι εμένα μέσω e-mail και facebook. Κάποιες φορές μου αφήνουν και σχόλια.

Πρωτοξεκίνησες, λοιπόν, τα γυρίσματα αυτού που αργότερα θα εξελισσόταν σε ντοκιμαντέρ το 2005. Υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκες ότι ήθελες να τα παρατήσεις;
Ξεκίνησα την ταινία το 2005, όταν ο Αχμαντινετζάντ ήρθε στην εξουσία ως Πρόεδρος. Ένιωσα ότι ο δεσποτισμός επέστρεφε με τη μορφή του λαϊκισμού, μετά από μια περίοδο μεταρρυθμίσεων με τον πρόεδρο Χαταμί, πριν το 2005. Άκουγα πολύ καλά τον επερχόμενο ισλαμικό φασισμό να παρελαύνει. Σκέφτηκα πως έπρεπε να κάνω κάτι για την επόμενη γενιά στο Ιράν και τον κόσμο. Στην αρχή, δε σχεδίαζα να σκηνοθετήσω ένα πραγματικό ντοκιμαντέρ για τη δημοσιογραφία στο Ιράν, απλώς κατέγραφα όσα περισσότερα μπορούσα. Το 2008, όπως σου είπα, με συνέλαβαν, ενώ κινηματογραφούσα ένα σεμινάριο για την κατάσταση της δημοσιογραφίας στο Ιράν. Τους υποσχέθηκα ότι θα σταματούσα το φιλμ. Αλλά, όταν ξεκίνησε η προεδρική εκλογή το 2009 κι είδα πόσο ενθουσιασμένοι ήταν οι άνθρωποι ελπίζοντας σε μια μικρή αλλαγή με την εκλογή ενός νέου μεταρρυθμιστή προέδρου, του Μουσαβί,, άλλαξα γνώμη και ξανάρχισα να κινηματογραφώ. Αφότου ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις ενάντια στην εκλογική απάτη, συνέχισα την κινηματογράφηση όχι με επαγγελματικό εξοπλισμό, αλλά με φορητό. Όταν με συνέλαβαν για τρίτη φορά, αισθάνθηκα πως ήθελα να τα παρατήσω κι έκαψα τμήμα του υλικού για λόγους ασφαλείας μερικών φίλων. Όταν, όμως, εγκατέλειψα το Ιράν και πήρα άσυλο στη Δανία το 2012, αποφάσισα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για αυτά τα 10 χρόνια της ζωής μου και των ζωών των φίλων μου, έπειτα από πρόταση ενός από αυτούς που βρισκόταν στη φυλακή. Η ταινία ολοκληρώθηκε το 2014, όταν πήρα αρκετά χρήματα από το Δανέζικο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο.

Ποιος είναι, επομένως, ο στόχος της ταινίας σου;
Όπως ήδη είπα, θέλω να μιλήσω στην επόμενη γενιά όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο σχετικά με την πραγματική κατάσταση στη χώρα. Θα πρέπει να ξέρουν ότι η μορφωμένη μεσαία τάξη στο Ιράν δε συμφωνεί με το ισλαμικό καθεστώς κι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους περισσότερους Ιρανούς και τους μουλάδες. Αν μια μέρα τα εγγόνια μου με ρωτήσουν «Τι έκανες την περίοδο του καθεστώτος του Αχμαντινετζάντ;», μπορώ να τους δείξω την ταινία. Ξέρω πως κάποια στιγμή το καθεστώς θα πέσει κι η επόμενη γενιά στο Ιράν και τον κόσμο θα έχει μια καταγραφή αυτών των ημερών. Βεβαίως, υπάρχει πολύ οπτικοακουστικό υλικό στο ίντερνετ σχετικά με τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά η ιστορία δείχνει ότι τα γεγονότα ξεχνιούνται εύκολα κι είναι ευθύνη μου ως δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή να κάνω κάτι για τη μνήμη.

Τόσο εσύ, όσο κι άλλοι Ιρανοί δημοσιογράφοι, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα στη διάρκεια του καθεστώτος του Αχμαντινετζάντ, αντιμετώπισαν προβλήματα ενσωμάτωσης, καθώς και ψυχικής υγείας. Σε ό,τι σε αφορά, βελτιώθηκε κάπως η κατάσταση; Αισθάνεσαι ασφαλής κι ικανός να κάνεις τη δουλειά σου, όπως την έχεις οραματιστεί, στη Δανία;
Ειλικρινά όχι! Ακόμη κι αν εδώ στη Δανία ζω σε μια ελεύθερη χώρα με ελευθερία λόγου κ.λπ., νιώθω ότι δεν έχει σημασία για τη δανέζικη κυβέρνηση και τους Δανούς ποιος είμαι και γιατί είμαι εδώ. Νομίζουν απλώς πως μου αρκεί που μου επιτρέπεται να μένω εδώ και για αυτό το λόγο περιμένουν να είμαι ευγνώμων. Μια μέρα, όταν είπα σε κάποιο μέλος του προσωπικού της τοπικής αυτοδιοίκησης ότι είμαι δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής κι επομένως δεν μπορώ να εργαστώ ως υπάλληλος, λόγω της αποστολής μου για τη χώρα μου, απάντησε: «Κάνεις λάθος! Για μένα είσαι απλώς ένας αριθμός δελτίου ταυτότητας». Βλέπεις, εδώ χρειάζεται να παλέψω, για να είμαι δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής. Αν κι είμαι στρατιώτης της δημοκρατίας κι έχασα τη ζωή, το μέλλον, τη δουλειά και το δελτίο ταυτότητάς μου στη χώρα μου, οι Δανοί με αντιμετωπίζουν ως ξένο κάθε μέρα, λες και νομίζουν ότι θέλω να κλέψω τη χώρα και τα υπάρχοντά τους. Από την άλλη, πρέπει να προσπαθήσω να μάθω μια καινούρια γλώσσα, μια καινούρια κουλτούρα και μια καινούρια κοινωνία.

Ο καινούριος Πρόεδρος του Ιράν Ρουχανί έχει περιγραφεί ως πολιτικά μετριοπαθής και μεταρρυθμιστής. Από όσο γνωρίζεις, τι έχει αλλάξει μετά την άνοδό του στην εξουσία το 2013 όσον αφορά την ελευθερία του τύπου στο Ιράν;
Τίποτα δεν έχει αλλάξει κι η κατάσταση είναι χειρότερη από πριν. Το καθεστώς θέλει να πετύχει μια συμφωνία με την Ομάδα των 5+1 (σημ.: πρόκειται για μια ομάδα αποτελούμενη από τις 6 υπερδυνάμεις- Η.Π.Α., Κίνα, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και Γερμανία- που διεξάγουν διπλωματικές συνομιλίες με το Ιράν σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα) και για αυτό προσπαθεί να καταστείλει τα Μ.Μ.Ε. και τους διανοούμενους στο Ιράν περισσότερο για να διατηρήσει το status quo στη χώρα. Μετά τον Ρουχανί απαγόρευσαν περισσότερα Μ.Μ.Ε. και συνέλαβαν περισσότερους δημοσιογράφους από ότι στο παρελθόν. Ο νέος Πρόεδρος είναι απλώς μια διακοσμητική παρουσία αποδεκτή από τη Δύση.

Θα ήθελα, τέλος, το δημοσιογραφικό σου σχόλιο για το μακελειό στη Charlie Hebdo, καθώς και τη διπλή επίθεση από εξτρεμιστές ισλαμιστές στην Κοπεγχάγη προ μερικών εβδομάδων, άλλη μια απόδειξη της ανάδυσης του φονταμενταλισμού στις μέρες μας- τόσο του χριστιανικού, όσο και του ισλαμικού.
Ως δημοσιογράφος, κινηματογραφιστής και μορφωμένος άνθρωπος, γνωρίζω πολύ καλά ότι η θρησκεία είναι εναντίον της δημοκρατίας. Δε θέλω να πω πως όλα τα προβλήματα στον κόσμο οφείλονται στη θρησκεία ή τους θρησκευόμενους, αλλά ότι η θρησκεία δεν μπορεί να προστατέψει το σύγχρονο πολιτισμό και τις δημοκρατικές αξίες. Ασφαλώς καταδικάζω έντονα όσα συνέβησαν στη Γαλλία κι εδώ. Εννοώ, όμως, πως πρέπει να ψάξουμε βαθιά τους λόγους για αυτές τις λανθασμένες αντιδράσεις. Μπορώ να δω πόσο αναπτύσσονται στο δυτικό κόσμο ο ρατσισμός κι ο σοβινισμός, όπως συμβαίνει με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό στη Μέση Ανατολή. Και τα δύο αυτά κινήματα είναι εναντίον της ελευθερίας του λόγου ως αξίας της δημοκρατίας και της νεωτερικότητας. Ο δημοσιογράφος κι η δημοσιογραφία είναι τα πρώτα θύματα αυτής της κατάστασης. Πραγματικά θέλω να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτό το μεγάλο ερώτημα: «Ο τρόμος στην Κοπεγχάγη και το Παρίσι ήταν δράση ή αντίδραση;».

Το ντοκιμαντέρ του Ahmad Jalali Farahani Είμαστε δημοσιογράφοι προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 23:00) και το Σάββατο 21 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 20:00).
 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Πάολα Ρεβενιώτη: «Μου αρέσει να δημιουργώ νοσταλγίες, όχι να ζω με αυτές»


Ακτιβίστρια για τα LGBT δικαιώματα, εκδότρια του θρυλικού περιοδικού Κράξιμο, δημοσιογράφος, φωτογράφος, σκηνοθέτρια, η Πάολα Ρεβενιώτη είναι ένας άνθρωπος με άποψη, που δε «μασά» τα λόγια του. Την συναντήσαμε στα Εξάρχεια, παρέα με την αγαπημένη της σκυλίτσα, την Λούση, με αφορμή το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ Καλιαρντά, το οποίο σκηνοθέτησε με τη συνεργασία της Paola Team Documentaries και χρησιμοποιεί ως βασικό θεματικό του άξονα τα «καλιαρντά», την κρυφή, δηλαδή, γλώσσα των ομοφυλόφιλων από τη δεκαετία του ’40 μέχρι τη Μεταπολίτευση. Τα Καλιαρντά κάνουν την πρεμιέρα τους στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου.

Να ξεκινήσουμε από τις κινηματογραφικές σου περιπλανήσεις. Η ενασχόληση με το γύρισμα ντοκιμαντέρ πώς γεννήθηκε ως ανάγκη;
Ποτέ δεν έχω κάτσει να σκεφτώ πώς ξεκίνησαν ορισμένα πράγματα. Είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει να εκφράζεται και να δημιουργεί. Ποτέ μου δεν ένιωσα καλλιτέχνις. Κι όταν μου το λένε, τους απαντώ: «Εγώ καλλιτέχνις;». Δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Από την άλλη, απλώς αγαπούσα τα ντοκιμαντέρ, πάντοτε ονειρευόμουν να κάνω ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ. Ξεκίνησα, λοιπόν, γυρίζοντας μερικά για την αρχαία Ελλάδα, πράγμα όχι εύκολο, γιατί έπρεπε να ερευνήσω, ώστε να δω και τις δυνατότητές μου. Βλέποντας ότι με «παίρνει», χωρίς να γελοιοποιούμαι, έπειτα ξεκίνησα τα «κοινωνικά», ας πούμε, ντοκιμαντέρ. Ζούσα, για παράδειγμα, σε μια περιοχή με πολλούς μετανάστες, άκουγα διάφορα για αυτούς, κι έτσι μια μέρα πήρα την κάμερα και πήγα να κάνω ρεπορτάζ. Είδα και την αγάπη του κόσμου, είναι και κάτι που με βοηθάει να μη «σκουριάζω», να νιώθω πως κάνω κάτι δημιουργικό. Τα τελευταία ντοκιμαντέρ τα έχω κάνει με ορισμένα πολύ αξιόλογα, ταλαντούχα κι οργανωτικά παιδιά που σέβονται και αγαπούν αυτό που κάνουν, και, το κυριότερο, σέβονται κι αγαπούν εμένα. Όταν υπάρχει «χημεία» με τους συνεργάτες σου, κάνεις ωραία πράγματα.
Τα Καλιαρντά ήταν κάτι που «έτρεχες» στο μυαλό σου;
Ήθελα να κάνω ένα μικρό ντοκιμαντέρ για τα καλιαρντά, αλλά, από τη στιγμή που ξεκίνησα, διαπίστωσα ότι δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τα καλιαρντά, αλλά για μια τεράστια εποχή της ομοφυλόφιλης ζωής στην Ελλάδα, από πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση. Για αυτό, μέσα από τα «Καλιαρντά» δε φαίνεται μόνο η γλώσσα, αλλά και μια ολόκληρη εποχή. Με τα καλιαρντά μεγάλωσε χιλιάδες κόσμος. Ήθελα, λοιπόν, να τιμήσω, σε πείσμα των σύγχρονων ακτιβιστών, οι περισσότεροι από τους οποίους ό,τι κάνουν το κάνουν για να έχουν κάποιο όφελος πλέον, αυτές τις λαϊκές αδερφές που έτρεχαν στα πάρκα και τσακωνόντουσαν με την αστυνομία, οι οποίες δημιούργησαν αυτή τη γλώσσα, για να διεκδικήσουν την καύλα τους. Δεν ήθελα να αφήσω όλο αυτό να περάσει στη λήθη.
Είναι κι ένας φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο; Επειδή κι εκείνος είχε ασχοληθεί με το αντικείμενο με το δικό του, μοναδικό τρόπο.
Όχι ακριβώς. Εκείνος απλώς τα κατέγραψε. Εγώ κατέγραψα την εποχή που δημιούργησαν τα καλιαρντά.
Τον Πετρόπουλο τον είχες γνωρίσει κι είχατε συνεργαστεί, βέβαια.
Τον είχα γνωρίσει. Ήμουν και πιτσιρίκα τότε, ξέρεις. Τους σημαντικούς ανθρώπους δεν τους παίρνεις και τόσο στα σοβαρά. Ήταν ένας άνθρωπος που πραγματικά με αγαπούσε. Τον είχα γνωρίσει, 16-17 χρονών, σε ένα οτοστόπ που έκανα με μια φιλενάδα μου. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του να πάμε μέχρι την Ομόνοια μιλώντας στα καλιαρντά, κάναμε κάπου λάθος, και πετάγεται ο Πετρόπουλος λέγοντάς μας «κορίτσια, δεν είναι έτσι». Έπειτα μας συστήθηκε. Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να εκδίδω το «Κράξιμο», μόνος του ο Πετρόπουλος με πλησίασε. Το θεωρούσε πολύ ξεχωριστό να γράφει στο περιοδικό μου, παρά να του ζητάνε στο «Βήμα». Ήταν σημαντική προσωπικότητα και σπουδαίος λαογράφος. Από την άλλη, παρότι τον γνώριζα, δεν τον «εκμεταλλεύτηκα», με την έννοια να μου στέλνει κείμενα για το περιοδικό. Πιτσιρίκα ήμουν, ό,τι χρήματα έβγαζα τα έβαζα σε αυτό. Δεν έδινα και πολλή σημασία.
Νοσταλγείς την περίοδο του Κραξίματος;
Όχι. Δεν έχω μάθει ποτέ μου να νοσταλγώ το παρελθόν. Αν αρχίσεις να νοσταλγείς το παρελθόν, κάτσε στον καναπέ σου και μη μιλάς. Φυσικά θυμάμαι ωραίες εποχές, αλλά μου αρέσει να δημιουργώ νοσταλγίες, όχι να ζω με αυτές.
Τα καλιαρντά έχουν επιβιώσει κάπως;
Τα καλιαρντά τελείωσαν, παρά τη σεξουαλική απελευθέρωση και την ορατότητα των ομοφυλόφιλων. Τα καλιαρντά έπαψαν να υπάρχουν, αναφέρεται και στο ντοκιμαντέρ, όταν οι ομοφυλόφιλοι αποφάσισαν να μην τους λένε «πούστηδες», να μην τις λένε «φτερούδες», αλλά να αποκαλούνται gay, ώστε να αποκτήσουν ορατότητα. Από τότες που δημιουργήθηκε το ομοφυλόφιλο κίνημα, προσπάθησε βάναυσα και με άσκημο τρόπο να εξαφανίσει τα καλιαρντά, γιατί, καλώς ή κακώς, είχε τις ενοχές του, και χωρίς να σεβαστεί την παράδοση ενός ολόκληρου χώρου. Για αυτό κι ήταν υποχρέωσή μου να τα ξαναφέρω στην επιφάνεια.
Σε απασχολεί να τύχει το ντοκιμαντέρ ευρύτερης διανομής;
Με απασχολεί, γιατί η ομάδα είναι πιτσιρίκια, πρέπει να έχουν ένα έναυσμα, για να κάνουν πράγματα. Εγώ δεν έχω αυτό το «ψώνιο».
 
Τι έχει αλλάξει από την εποχή που πρωτοϋπήρξες ενεργή στο ακτιβίστικο επίπεδο;
Απλώς η εποχή μας έγινε πιο ανεκτική. Βλέπεις πολλά πιτσιρίκια που έχουν πλέον ένα πολιτικό λόγο, κι αυτό είναι θαυμάσιο. Από την άλλη, έμεινε αντιερωτική, γιατί νομίζω ότι περνάμε μια μεταβατική περίοδο. Την εποχή των καλιαρντών, το να γαμήσει κάποιος άντρας έναν άλλο άντρα σήμαινε πως είναι διπλά άντρας, δεν υπήρχε καμία ενοχή. Από τη στιγμή που η σεξουαλικότητα στον Έλληνα, ο οποίος είναι τελείως αναρχικός στην καύλα του, μπήκε σε «κουτάκια», αυτόματα ενοχοποιήθηκε ένα μέρος των σεξουαλικών επιλογών. Τι είναι άντρας, τελικά; Την έχουμε υπερεκτιμήσει τη λέξη.
Για κάποιο διάστημα είχες εμπλακεί και στη θεσμική πολιτική μέσα από την υποψηφιότητά σου με τους «Οικολόγους Εναλλακτικούς». Τι σου άφησε αυτή η εμπειρία;
Από τη μία, με ψήφισε αρκετός κόσμος. Από την άλλη, υπήρξε μια τραυματική εμπειρία. Μου φέρθηκαν βάρβαρα μέσα στους Οικολόγους. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν ότι, για να επιβιώσω, έκανα πεζοδρόμιο. Κι αν ζητούσες δουλειά, δε θα σου έβρισκε κανείς. Θα προτιμούσαν έναν «καθωσπρέπει» υποψήφιο. Αλλά για εκείνη την περίοδο ήταν μια πρωτοποριακή και σημαντική διαδικασία. Ήταν μια εποχή που δεν υπήρχε τόσο έντονη ομοφοβία.
Θεωρείς ότι στις μέρες μας είναι εντονότερη; Ή έχει πάρει άλλο χαρακτήρα;
Τότες όλοι οι άντρες «είχαν τη φωλιά τους χεσμένη», δεν υπήρχε άντρας που να μην έχει «πάει» με άλλον, η ομοφυλοφιλία ήταν διάχυτη παντού. Τι ομοφοβία να είχε; Κομπλεξικοί, μαλάκες κι υποκριτές ήταν. Τώρα που δεν έχουν την παιδεία αυτή και τις εμπειρίες, μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο ποσοστό ομοφοβίας, αν κι η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ομοφοβική.
Τώρα, πώς τα βλέπεις τα πράγματα, μετά και την πολιτική αλλαγή του τελευταίου διαστήματος;
Ελπίζω. Κι εγώ στήριξα τον ΣΥΡΙΖΑ, τον ψήφισα.
Πέρα από το κομμάτι της θεσμικής πολιτικής, αισθάνεσαι ότι υπάρχει κάτι που κινείται σε «τροχιά» εξόδου από το ζόφο των τελευταίων ετών;
Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη, γιατί δεν υπάρχει χρήμα. Το βλέπεις και στον κόσμο, έχει γίνει πιο κακός, πιο ανυπόφορος. Αν στερήσεις από τον Έλληνα το πορτοφόλι από την τσέπη, βγάζει τον κακό του εαυτό. Για αυτό βλέπουμε και την άνοδο της Χρυσής Αυγής, και τόσα άλλα γύρω μας. Ελπίζω, όμως. Για να δούμε.
Ακροδεξιά, πάντοτε υπήρχε, ωστόσο, στην Ελλάδα. Απλώς ήταν, ως επί το πλείστον, ενσωματωμένη στον «εθνικό κορμό».
Πάντοτε υπήρχε. Τώρα, όμως, αποθρασύνθηκαν. Δεν είναι οι παραδοσιακοί αστοί φασίστες, όπως επί Παπαδόπουλου. Αυτοί είναι αλήτες κι αγράμματοι. Σκατάνθρωποι, με λίγα λόγια. Βρήκαν στη Χρυσή Αυγή στέγη, για να βγάλουν την αρρώστια και τη σκατοψυχιά τους. Κι αυτό που μας σώζει είναι πως δεν είναι έξυπνοι. Φαντάσου, αν ήταν έξυπνοι. Με την κρίση θα είχαν 20%.
Έχουν, όμως, κοινωνικό έρεισμα.
Ο Έλληνας δεν είναι για τέτοια. Εδώ βασιλιά δεν μπόραγε, θα μπορέσει με φασίστες;
Να μιλήσουμε λίγο και για τα Εξάρχεια. Τα έχεις ζήσει επί χρόνια.
Τα Εξάρχεια τα θυμάμαι σαν τα καλύτερα ερωτικά μου χρόνια. Ήμουν μικρούλα, ομορφούλα κι ερωτικιά.
Πόσα χρόνια έζησες εδώ;
16. Αλλά και πριν μείνω, πάντοτε ερχόμουν στα Εξάρχεια. Από πολιτική άποψη, δε θέλω να είμαι αχάριστη, έμαθα, κι αυτό γιατί έκανα παρέα και με φοιτητές και με μορφωμένα άτομα. Από την άλλη, όμως, περισσότερα έμαθαν εκείνα από εμένα. Έχω την έπαρση να το πω μετά από χρόνια. Δεν είμαι σεμνή, για να το κρύψω.
Τώρα πώς τα βιώνεις; Τι σε ενοχλεί περισσότερο στην περιοχή;
Το ότι δε βρίσκεις ανθρώπους να πεις εύκολα μια κουβέντα. Βλέπω πως πλέον δεν ταιριάζω με αυτό τον κόσμο, της πλατείας. Από την άλλη, δεν έχω τίποτε με τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Αντίθετα. Στην Κομοτηνή με είχε καλέσει μια αντιεξουσιαστική ομάδα- καταπληκτικά παιδιά όλα τους, όμορφα, καλοφτιαγμένα, περιποιημένα, χωρίς τη μαυρίλα, τη μιζέρια και τον αντιερωτισμό που είχε η προηγούμενη γενιά και μερικοί των Εξαρχείων τώρα. Το ίδιο και στην Κρήτη, σε μια άλλη κατάληψη, όπου με είχαν προσκαλέσει. Ήταν όλοι τους καταπληκτικοί. Εξοικειώνονται, σιγά σιγά, αλλά περισσότερο παρέες, ομάδες. 

Η κυρίαρχη «ανθρωπογεωγραφία» της πλατείας Εξαρχείων, πάντως, δεν ενθαρρύνει υγιείς κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις.
Μα επιτρέπεται να πουλάνε έναν «παπά» 10 ευρώ σε πιτσιρίκια σε έναν, υποτίθεται, εναλλακτικό χώρο και να έχουν θησαυρίσει; Δε γίνεται να υπάρχει μια τόσο σκληρή εκμετάλλευση πάνω στη φούντα, που είναι ένα χορταράκι, και σε άλλες συνοικίες να είναι πιο φτηνά. Υπάρχει, επίσης, πολλή αντρίλα, πολλή μαγκιά, «να τους γαμήσουμε τους μπάτσους τους πουσταράδες». Ή βλέπω κοπελίτσες να φωνάζουν τους μπάτσους «μουνιά». Τι έχει το μουνί και το υποτιμάς; Δε σε καταλαβαίνω.
Υπάρχει, εξάλλου, πολλή, κι ίσως ανομολόγητη, ομοφοβία, ακόμη και σε πολιτικούς χώρους που, κατά τα άλλα, θέλουν να χαρακτηρίζονται ριζοσπαστικοί.
Αυτό είναι μια ιδιαίτερη ομοφοβία σε σχέση με τον «απλό λαό». Γιατί το λαϊκό παιδί θα πάει με έναν άντρα, ενώ ο πιο πολιτικοποιημένος, αναρχικός ή αριστερός, θα το σκεφτεί πολύ, και μέχρι τότε θα έχει ξεκαυλώσει.
Και δε συνάδει καθόλου με τα, κατά άλλα, ριζοσπαστικά πολιτικά σου προτάγματα. Γιατί, όταν θίγονται τέτοια θέματα, επικρατεί μια αμήχανη σιωπή.
Παγωμάρα. Κομπλεξικούς θα τους πω. Δεν μπορείς να ονειρεύεσαι μια κοινωνία ισότιμη, και όσον αφορά στη σεξουαλικότητα, που είναι το φαΐ και το γαμήσι, να συμπεριφέρεσαι έτσι στον εαυτό σου και το κορμί σου.
Τα Καλιαρντά της Πάολας Ρεβενιώτη και της κινηματογραφικής ομάδας Paola Team Documentaries προβάλλονται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 20:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Μάρσια Τζιβάρα: «Ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν»


«Γεννημένο» στους δρόμους της Αθήνας και του Βερολίνου και χρησιμοποιώντας την ανάδυση της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής ως κύριο άξονά του, το κοινωνικό-πολιτικό ντοκιμαντέρ Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα, μέλους της γερμανικής κινηματογραφικής κολεκτίβας Ak-Kraak, αποκαλύπτει τις φασιστικές δομές που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τη σκοπιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Το Burning from the inside αντανακλά, όπως γράφεις και στο επίσημο site της ταινίας, την αγωνία και τα αισθήματά σου για την Ελλάδα και την αηδία σου για όσους προσπαθούν να την καταστρέψουν. Πώς ξεκίνησαν όλα και ποιος είναι ο στόχος του ντοκιμαντέρ;
Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Γενάρη του 2013, όταν η Χ.Α αποπειράθηκε να ανοίξει γραφεία εδώ στη Γερμανία και συγκεκριμένα στη Νυρεμβέργη. Αυτό για μας ξεπερνούσε κάθε όριο και δε σου κρύβω ότι η οργή μας υπερέβη την ανασφάλειά μας για όλα τα επικείμενα εμπόδια που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο δρόμο μας. Χωρίς συγκεκριμένο πλάνο, χωρίς βοήθεια από κάποιον φορέα και χωρίς λεφτά, αρχικά με τον Demian von Prittwitz, τον οπερατέρ της ταινίας, και εν συνεχεία με μια μικρή ομάδα κινηματογραφιστών-αντιφασιστών από Αθήνα και Βερολίνο, προβήκαμε σε guerilla γυρίσματα που κράτησαν σχεδόν 1.5 χρόνο.
Ο αρχικός στόχος ήταν να αποκαλύψουμε την αληθινή φύση της συμμορίας, αφού τη δεδομένη στιγμή κανείς από τα mainstream media δεν τολμούσε να το κάνει, και παράλληλα να τονίσουμε το παράδοξο που βιώναμε εμείς ως μετανάστες: το να ζούμε στη χώρα που «γέννησε» το ναζισμό και να παρακολουθούμε από μακριά, την αναβίωση του με πρωταγωνίστρια τη χώρα που «γέννησε» τη δημοκρατία. Βασικός στόχος λοιπόν, ήταν να θέσουμε ερωτήματα όσον αφορά τη λειτουργικότητα και εφαρμογή της δημοκρατίας σε μια χώρα τσακισμένη από τη διαφθορά και την καπιταλιστική λύσσα, τον ρόλο των νεοναζί ως κρατικού και παρακρατικού εργαλείου και φυσικά τη θέση της Γερμανίας μέσα σε όλο αυτό.
 
Ο δεύτερος μεγάλος στόχος ήταν η ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι στους μεγάλους αδικημένους της Ευρώπης-φρούριο: τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Τέλος -χωρίς αυτό να αποτελεί συλλογικό στόχο της ομάδας μας, αλλά ίσως μια προσωπική ανάγκη- ήθελα να δώσουμε μια έμπρακτη απάντηση στις σκληρές κριτικές που κατά καιρούς δεχόμαστε όλοι εμείς που φύγαμε από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια: ότι εγκαταλείπουμε στα δύσκολα, ότι δεν είμαστε μαχητές, ότι βολευτήκαμε και αδιαφορήσαμε. Η ταινία κατά κάποιο τρόπο απαντάει σε όλους αυτούς, αποδεικνύοντας πως οι αγώνες έχουν πολλαπλές μορφές και πως μέσα σε αυτούς υπάρχει μια θέση για όλους. Αρκεί ο καθένας να βρει τον τρόπο και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο  μπορεί να δράσει και να προσφέρει.

Το ντοκιμαντέρ σου αποσκοπεί, επίσης, στο να αναδείξει τη σπουδαιότητα της συνύπαρξης «ντόπιων» και μεταναστών. Πόσο εύκολο ήταν να εξασφαλίσεις τη συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων στην πραγματοποίηση της δουλειάς σου;
Η συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων, πολιτικών ομάδων, αλλά και όλων των αντιφασιστικών φορέων που προσεγγίσαμε (γερμανικών και ελληνικών) ήταν άμεση και δυναμική. Όπως είπα και πριν, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων που έχουν έντονη πολιτική και κοινωνική δράση και αυτοί οι άνθρωποι μας άνοιξαν τον δρόμο και μας στήριξαν με τα όποια μέσα διέθεταν. Κάτι που ίσως ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει, είναι ότι εδώ στο Βερολίνο υπάρχουν διάφορες ομάδες και επιτροπές αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, οι οποίες απαρτίζονται από Γερμανούς του αναρχικού ή αριστερού/αντικαπιταλιστικού χώρου και η δράση τους απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικό-πολιτικού αγώνα: Από την συλλογή χρημάτων και φαρμάκων, μέχρι την αποστολή αντιπροσώπων, προκειμένου να στηρίξουν μια σημαντική προσπάθεια. Έχουν βρεθεί κατά καιρούς, αρκετοί Γερμανοί αλληλέγγυοι  σε μεγάλες γενικές απεργείς, ή σε μεγάλες αντιφασιστικές δράσεις στην Ελλάδα. Αυτές οι επισκέψεις, εκτός από το να στηρίξουν με την παρουσία τους, αποσκοπούν κυρίως και στο σχηματισμό μιας εικόνας για την Ελλάδα και τα προβλήματα του κόσμου, πέρα από την εικόνα που παρουσιάζουν τα  mainstream media. Αυτοί είναι οι άνθρωποι αν θέλεις, που δημιουργούν τον αντίλογο, σε μια χώρα, όπως η Γερμανία, που τον Έλληνα τον έχει συνδέσει με τον φτωχό-τεμπέλη συγγενή που του τρώει τα λεφτά. Σε γενικές γραμμές, όταν λέγαμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να κάνουμε, οι πόρτες άνοιγαν εύκολα και τους ευχαριστούμε όλους για αυτό.

Βέβαια, για να μην τα παρουσιάζουμε όλα ρόδινα και ουτοπικά, πρέπει να πω ότι υπάρχει  και ένα άλλο κομμάτι μεταναστών – που ευτυχώς δε χρειάστηκε να συναναστραφούμε - το οποίο αναπαράγει είτε την καθεστωτική λογική του «βολέματος» που ο Έλληνας ξέρει τόσο καλά, είτε την «απολιτίκ» στάση του «δε μιλάω για να «τα έχω καλά με όλους», είτε ακόμα και το νεοναζισμό. Κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να «λασπώσουν» κατά καιρούς την προσπάθειά μας μέσω των social media και άλλου είδους προπαγάνδας, αλλά το μόνο πραγματικότητα. Η μετανάστευση δε μας κάνει απαραίτητα ούτε πιο ευαίσθητους, ούτε πιο αγωνιστές.
 
Δεδομένης της διαπλοκής κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, θέλεις να αναφερθείς στους κινδύνους που το συνεργείο σου κι εσύ αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τόσο από την πλευρά της αστυνομίας, όσο και των νεοναζί;
Τα γυρίσματα στην Γερμανία ήταν πολύ πιο εύκολα από ότι τα γυρίσματα στην Ελλάδα. Η βερολινέζικη αστυνομία, χωρίς βέβαια να θέλω να την εξευμενίσω, θεωρείται από τις λιγότερο βίαιες της Γερμανίας και έτσι είχαμε πιο «εύκολη» πρόσβαση στις ομάδες των νεοναζί, χωρίς να κινδυνεύουμε άμεσα. Υπήρχαν στιγμές βέβαια που γινόμασταν στόχος στα μάτια τους, κυρίως λόγω του «μεσσογειακού» παρουσιαστικού μας. Όμως, η αλήθεια είναι πως δε νιώσαμε ποτέ πραγματική απειλή.

 Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν οτι κάποιοι  ήμασταν γνωστοί  στους φασιστικούς κύκλους, λόγω της αντιφασιστικής μας δράσης, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τους κινηματογραφήσουμε. Παρόλο που δεν εμφανιζόμασταν ως συνεργείο αλλά ως υποτιθέμενοι «οπαδοί» τους (ακόμα και μεταμφιεσμένοι), κυνηγηθήκαμε όλες τις φορές που προσπαθήσαμε να τους πλησιάσουμε. Πάντα βάβαια, με τις ευλογίες της αστυνομίας. Μετά από μια άσχημη εμπειρία που είχα σε μια συγκέντρωση  στα γραφεία τους και συγκεκριμένα όταν γιόρταζαν 1 χρόνο μετά την εκλογή τους στη βουλή, όπου με κυνήγησαν οι μπράβοι που περιφρουρούσαν την συγκέντρωση και προσπάθησαν να μου πάρουν την κάμερα, άρχισα να σκέφτομαι σοβάρά το ενδεχόμενο να σταματήσω αυτές τις απόπειρες, γιατί πια άρχισαν να γίνονται επικίνδυνες. ‘Ετσι, καταφύγαμε στην χρήση πλάνων αρχείου που μας παραχώρησαν αφιλοκερδώς οι αγωνιστές της αυτόνομης ΕΡΤ και της ΕΡΤ3, λύνοντας  το πρόβλημα. Όσο για την αστυνομία, δεν έχω λόγια. Σε όλες τις επιθέσεις ήταν παρούσα και έκανε οτι δε βλέπει, ενώ την ημέρα της σύλληψης των χρυσαυγιτών έξω από την ΓΑΔΑ, εφαρμόζοντας ένα πρωτοφανές «σχέδιο ασφαλείας» κατάφερε να με εγκλωβίσει για πάνω από τρεις ώρες (όπως και κάποιους τυχαίους περαστικούς) στο μετρό των Αμπελοκήπων, μαζί με περίπου 200 πωρωμένους νεοναζί που βρίσκονταν εκεί για συμπαράσταση στους χρυσαυγίτες- δολοφόνους! Αυτό είναι το μεγαλείο της ΕΛ.ΑΣ.

Οι βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου αναδεικνύουν, αναπάντεχα ίσως, ως τρίτο κόμμα τη νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Όπως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται, η νεοναζιστική ακροδεξιά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης, καθώς και πρακτικών, είναι στέρεα ριζωμένη σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.
Δε μου προκαλεί καμία εντύπωση το εκλογικό αποτέλεσμα και αυτό το λέω με μεγάλη μου λύπη. Όπως υποστηρίζουμε και στην ταινία, ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν. Και η καραμέλα του «παραπληροφορημένου ψηφοφόρου», εμένα προσωπικά δε μου κάνει. Κατά τη γνώμη μου,  η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι είναι στρατευμένοι νεοναζί, φασίστες και μαφιόζοι, που υπήρχαν όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα μας και δρούσαν υπόγεια στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό. Και για αυτή την εξέλιξη, έχουνε ευθύνες όλοι. Ακόμα και η καθεστωτική Αριστερά, γιατί τόσα χρόνια δεν επέδειξε αντιφασιστική δράση, παρά μόνο όταν το πρόβλημα είχε γίνει πια απροσπέλαστο. Για μένα, η Ελλάδα χρειάζεται μια μεγάλη περίοδο «αποναζιστικοποίησης» προκειμένου να φύγει το μικρόβιο από τα σπλάχνα της και αυτό δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Πρέπει να επενδύσουμε στην παιδεία -όσο κλισέ και να ακούγεται αυτό- στη δημιουργική ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων μέσα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στο συλλογικό αγώνα που δίνεται στους δρόμους και στις γειτονιές. Δε θα είναι εύκολα τα πράγματα, αλλά θα τα καταφέρουμε.

Πότε και πού πρόκειται να προβληθεί το Burning from the inside;
Το «Βurning from the inside» είναι μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή και για αυτό η διανομή του είναι ακόμα κάπως «θολή». Αυτή τη στιγμή, κάνει τον κύκλο του σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο και το Μάρτη θα κάνει την ελληνική του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Από κει και πέρα, η επιθυμία μας είναι να κάνουμε πολλαπλές παρουσιάσεις σε ελεύθερους κοινωνικούς χώρους σε Ελλάδα και εξωτερικό, προσπαθώντας να αγγίξουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό.

Το Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 22:30).

Το επίσημο site του ντοκιμαντέρ είναι http://www.burningfromtheinsidedoc.com/
 
 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Μαργαρίτα Μαντά: «Θεωρώ ότι η Αθήνα είναι μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά»


Η έρημη πόλη, η Αθήνα, η σιωπή, δύο μοναχικοί άνθρωποι, η Άννα (Άννα Μάσχα) κι ο Κώστας (Κώστας Φιλίππογλου), μια τυχαία συνάντηση, η αγάπη που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτός είναι ο αφηγηματικός «καμβάς» της, δωρικής απλότητας και συνάμα εξαιρετικά συγκινητικής, ασπρόμαυρης ταινίας της Μαργαρίτας Μαντά Για Πάντα, μιας ταινίας- φόρου τιμής στους Ντράγιερ, Μπρεσόν, Αντονιόνι, Βέντερς και Αγγελόπουλο. Συναντιόμαστε με την σκηνοθέτρια ένα ασυνήθιστα ηλιόλουστο μεσημέρι του Γενάρη, λίγες μέρες πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ.

 
Πώς οδηγήθηκες στο μονοπάτι της κινηματογραφικής δημιουργίας;

Κατ’ αρχάς ο πατέρας μου, ο οποίος εργαζόταν ως δημοσιογράφος, ήταν φοβερά σινεφίλ. Μπορεί να έβλεπε και 3 ταινίες την ημέρα. Έφευγε από τα γραφεία της εφημερίδας, στο διάλειμμά του πήγαινε σινεμά, το βράδυ το ίδιο. Εγώ κι ο αδερφός μου, όταν τα Σαββατοκύριακα ήμαστε μαζί του, γιατί οι γονείς είχαν χωρίσει, πηγαίναμε σινεμά. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω δει τις ταινίες του Σαρλό. Θυμάμαι ότι με είχε πάει να δω τον «Πολίτη Κέιν», όταν ήμουν 12-13 χρονών. Ο άλλος λόγος είναι πως, απέναντι από το σπίτι στο Κουκάκι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ερεχθείου, βρισκόταν ένα θερινό σινεμά, το «Ερέχθειο», και κάθε που άνοιγε η γιαγιά μου μας ανέβαζε στην ταράτσα, μας έφτιαχνε μια γαβάθα ντοματοσαλάτα, για να μείνει ήσυχη, κι εμείς βλέπαμε ταινίες. Εκείνη την εποχή της μόδας στα θερινά ήταν ο Βισκόντι. Δεν τον καταλαβαίναμε, αλλά κάτι πρέπει να συνέβη.

Παράλληλα με το σχολείο, πήγαινα και στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Γυρνώντας, λοιπόν, ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι του Απρίλη, ηλιόλουστο όπως το σημερινό, από το σχολείο, δεν είχα καμία διάθεση να πάω στο άλλο μου σχολείο, είχα διάθεση για κοπάνα. Βλέπω ότι στο «Άστυ» έπαιζε μια ταινία με τίτλο «Κόκκινη έρημος» του Αντονιόνι. «Ωραία», λέω, «γουέστερν θα είναι», που μου άρεσαν. Φυσικά δεν επρόκειτο για γουέστερν. Ήμουν 15 χρονών τότε, δεν τα είχα κλείσει ακόμα, κι έφαγα ένα «χαστούκι» τεράστιο. Δεν καταλάβαινα τίποτα από την ταινία, αλλά μου ήταν αδύνατο να φύγω. Όταν βγήκα στην Κοραή, ήμουν σε κατάσταση trance. Νομίζω πως κάπως έτσι ερρίφθη ο κύβος της ζωής μου. Παρότι σπούδασα πολιτικές επιστήμες και γαλλική φιλολογία, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Έτσι, στα 20 γράφτηκα στη Σχολή Σταυράκου και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Το Για Πάντα εμπεριέχει πολλή σιωπή. Θα έλεγα πως το σενάριο λειτουργεί περισσότερο επικουρικά. Αυτή ήταν η αρχική σου πρόθεση, να κάνεις, δηλαδή, μια ταινία, όπου ο κεντρικός ήρωας, πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, είναι η σιωπή- κι η πόλη, βέβαια, η Αθήνα;

 Απολύτως. Το «Για Πάντα» γεννήθηκε μέσα μου από την ίδια ανάγκη που είχε γεννηθεί κι η «Χρυσόσκονη», να γυρίσω μια ταινία που να έχει ως αφετηρία της την Αθήνα. Προσωπικά νομίζω ότι η Αθήνα είναι μια πολύ μόνη της πόλη, μια πόλη όπου ασελγούν όλοι πάνω της- κάτοικοι, αρχές, οι πάντες. Δεν την αγαπάνε, κι έτσι τη θεωρώ μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά. Έχει φασαρία, αλλά αυτό δε σημαίνει ζωή ουσίας. Παρόλα αυτά, είναι μια πόλη τρομακτικά αξιοπρεπής μέσα στη μοναξιά της. Κι επειδή εμένα η Αθήνα είναι το χωριό μου, με πονάει αυτό το πράγμα- πολύ. Είχα, επίσης, την ανάγκη, ως θεατής, επειδή έχω κουραστεί πολύ τα τελευταία χρόνια από όλον αυτό τον ορυμαγδό εικόνων, να επιστρέψω σε πολύ δομικά συστατικά του κινηματογράφου: μια κάμερα ακίνητη, δυο ηθοποιοί. Ήθελα, λοιπόν, να συνθέσω μια ελεγεία πάνω στη σιωπή και να κάνω μια ταινία όπου δεν εικονοποιείται η ιστορία, αλλά οι ίδιες οι εικόνες αφηγούνται μια ιστορία.

Ήθελα, τέλος, να αποτίσω ένα φόρο τιμής σε 5 κινηματογραφιστές, τους «θεμέλιους λίθους», για μένα, του κινηματογράφου, τους πνευματικούς μου δασκάλους: τον Ντράγιερ, τον Μπρεσόν, τον Αντονιόνι, τον  Βέντερς και τον Αγγελόπουλο, γι’ αυτό κι η ταινία έχει πολλές αναφορές σε αυτούς τους 5 σκηνοθέτες. Δεν είναι τυχαίο. Το γεγονός ότι υπήρχε μια ηχητική μπάντα σιωπής, που όμως ήθελα να φτιάχνεται από ήχους, όπως οι ήχοι των γλάρων, αυτός είναι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούσε τον ήχο ο Μπρεσόν. Η αρχιτεκτονική των πλάνων της ταινίας, εξάλλου, έχει πολύ μεγάλη επιρροή από την αρχιτεκτονική των πλάνων των ταινιών του Αντονιόνι.

Το ασπρόμαυρο επιλέχτηκε συνειδητά;

Δεν είναι ασπρόμαυρη η ταινία, εγώ τη δηλώνω έγχρωμη! Είναι ένα πολύ ιδιότυπο, αποχρωματισμένο φιλμ προς το ασπρόμαυρο, όπως είναι κι η Αθήνα. Είναι μόνη της, άλλα άλλο πράγμα η μοναξιά κι άλλο η ερημιά κι η μιζέρια. Αν ήταν έγχρωμη η ταινία αυτή, θα ήταν μια μιζέρια και μισή, πίστεψέ με. Αν ήταν ασπρόμαυρη, θα έπεφτε πολύ «βαριά».Τρεισήμισι άνθρωποι συνεργείο ερημώσαμε την Αθήνα. Ήταν μια low budget παραγωγή, δε μας βοήθησε κανείς, τα υπόλοιπα δεν τα πειράξαμε, ήταν σαν ντοκιμαντέρ.

Η εσωτερική ερήμωση της πόλης αντανακλάται και στους ήρωες, την Άννα (Άννα Μάσχα) και τον Κώστα (Κώστας Φιλίππογλου).

Ακριβώς. Είναι μοναχικοί, αλλά δεν είναι «μοναξιασμένοι». Eίναι φοβερά αξιοπρεπείς μέσα στη μοναξιά τους. Αναζητούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, τρελά την αγάπη- όχι, όμως, υποκατάστατο μοναξιάς, αλλά για αυτή καθεαυτή. Τους θεωρώ εξαιρετικούς και ως ηθοποιούς και ως συνεργάτες και ως φίλους. Την Άννα την ήξερα από παλιά, τον Κώστα τον πρωτογνώρισα στη «Χρυσόσκονη». Αυτή η ταινία, πέραν των υπολοίπων ιδιομορφιών της, δεν έχει ούτε κάστινγκ, ούτε ρεπεράζ. Έγραψα πάνω στους συγκεκριμένους ανθρώπους.

Όταν μου ήρθε η ιδέα το 2010, τα δύο πρόσωπα που πρώτα σκέφτηκα ήταν η Άννα κι ο Κώστας. Τους πήρα τηλέφωνο και τους μίλησα για την ιδέα μου: «μάλλον με τρεις κι εξήντα θα κάνουμε την ταινία, αν τα καταφέρουμε. Είσαστε οκ να γράφει πάνω σας; Γιατί εγώ εσάς βλέπω» «Γράφε», μου είπαν, κι έτσι έγραφα πάνω τους, γι’ αυτό και διατηρούν τα πραγματικά τους ονόματα, κι οι χώροι της ταινίας είναι εκείνοι που τη γέννησαν. Όσον αφορά το physique του Κώστα, ήθελα να είναι ένας άνθρωπος γλυκός, ευγενικός, αξιοπρεπής. Eίναι ο «άχρωμος» άνθρωπος που δε θα γυρίσεις να κοιτάξεις. Ήταν στην κόψη του κινδύνου να θεωρηθεί ματάκιας ή ανώμαλος, που ακολουθεί την Άννα κατά πόδας. Δεν την παρενοχλεί, όμως, απλώς την περιμένει. Αντίστοιχα κι η Άννα, η οποία, για να την ερωτευτεί, έπρεπε να έχει κάτι, όχι κραυγαλέο. Ένα είδος κομψότητας. Οι άνθρωποι που είναι εσωτερικά γοητευτικοί, είναι κι εξωτερικά, άλλωστε.

Αφήνει μια «χαραμάδα» ελπίδας ο τρόπος, με τον οποίο ολοκληρώνεται, με τη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών στο σταθμό του Ηλεκτρικού.

Βλέπεις ελπίδα εσύ στο τέλος της ταινίας;

Αυτή είναι μία ερμηνεία. Μια άλλη θα μπορούσε να είναι ότι πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια ονειρική συνάντησή και πως ο Κώστας έχει πεθάνει, ας πούμε. Κλείνοντας με το κοινό, τι προσδοκίες έχεις σε σχέση με αυτό; Εκτιμώ ότι η ταινία σου είναι αφηγηματικά βατή, όχι με την έννοια της ευκολίας, πάντως.

Και οι ολίγοι, αλλά εξαιρετικά πολύτιμοι, συνεργάτες μου, και ορισμένοι διανομείς, με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, πιστεύουν πως είναι μια ταινία πολύ δύσκολη για τους θεατές. Σίγουρα δεν είναι εύκολη, αν εύκολο θεωρούμε ό,τι είναι εύπεπτο. Από πολλούς έχω ακούσει τη χαρακτηριστική φράση: «έχεις βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για το κοινό», «τους έχεις βάλει δύσκολα». Χαίρομαι, λοιπόν, με αυτό που μου λες, γιατί τρία διαφορετικά κοινά (σημ.: στις «Νύχτες Πρεμιέρας», στη Θεσσαλονίκη και στο Κάιρο, όπου απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας) στη συντριπτική τους πλειονότητα συγκινήθηκαν, τουλάχιστον έβγαιναν βουρκωμένοι. Οπότε, μήπως αυτό που θεωρούμε δύσκολο τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο; Μήπως ο «πήχης που μπαίνει ψηλά» είναι κάτι που το έχουμε ανάγκη σε εποχές που μας έχει κατακλύσει η «εύκολη» ευκολία κι ο πήχης που πέφτει, στα πάντα, πάρα πολύ χαμηλά; Μήπως έχουμε ανάγκη κάτι άλλο, πιο δύσκολο, με την έννοια «δε σου πετάω ένα κοκαλάκι, να έρθεις να το γλείψεις και να κάνεις πολλά εισιτήρια, επειδή σε αυτό το κοκαλάκι έχεις μάθει»;  Αναρωτιέμαι…

 
Η φωτογραφία της Μαργαρίτας Μαντά είναι του Νίκου Πηλού.
 
Η ταινία Για Πάντα της Μαργαρίτας Μαντά προβάλλεται από την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλέξάνδρου 134, Κεραμεικός).