Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρόκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρόκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Aμπντελά Ταϊά: «Η Δυτική αποικιοκρατία δεν τελείωσε ποτέ»

 

Αμπντελά Ταϊά (Φωτογραφία: Abderrahim Annag)

Καταγόμενος από φτωχή οικογένεια, ο Μαροκινός συγγραφέας και σκηνοθέτης Αμπντελά Ταϊά είναι ένας από τους πρώτους ανοιχτά γκέι σύγχρονους Άραβες καλλιτέχνες.

Συνομιλώντας μαζί του με αφορμή το αφιερωμένο στην μητέρα του μυθιστόρημά του, Η ζωή με το δικό σου φως, για το Μαρόκο, την Γαλλία, την Ευρώπη, την Παλαιστίνη, την τέχνη και την ομοφυλοφιλία.

Μεγαλώνοντας στο Μαρόκο της δεκαετίας του 1970 ως γκέι, ήταν η «Δύση» -ιδίως η Γαλλία- συνώνυμα της καλλιτεχνικής/υπαρξιακής/σεξουαλικής απελευθέρωσης, το πλαίσιο μέσα στο οποίο είχες οραματιστεί να υλοποιήσεις τα όνειρά σου;

Γεννήθηκα σε μια φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια. Μιλούσαμε στα αραβικά, όπως και η πλειοψηφία των Μαροκινών.

Η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε από τους πολύ πλούσιους Μαροκινούς για να ξεχωρίσουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό και εναντίον ημών, των φτωχών.

Ποτέ δεν ονειρευόμουν ότι η εκμάθηση γαλλικών θα με ελευθερώσει και θα με βοηθήσει να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.

Από την αρχή ήμουν τόσο πολύ δεμένος με την αραβική γλώσσα μου και τα καλλιτεχνικά μου όνειρα ήταν στα αραβικά και τα πρότυπά μου ήταν οι μεγάλες παλιές αιγυπτιακές ταινίες και οι Αιγύπτιοι αστέρες του κινηματογράφου. 

Η Γαλλία ήταν τόσο μακριά από την πραγματικότητά μου. Δεν επηρεάστηκα από αυτή.

Πιο πολύ επηρεάστηκα από τους αγώνες και τις στρατηγικές επιβίωσης που εφευρέθηκαν από τη μητέρα μου και τις έξι αδερφές μου για να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από τη φτώχεια. Πάντα ήθελα να είμαι μέρος αυτών των στρατηγικών.

Ως γκέι, επιβίωσα μιμούμενος τη μητέρα μου και τις έξι αδερφές μου.

Η Δύση ήταν εκτός «κάδρου» εκείνη την εποχή για μένα.

Φτάνοντας στην Γαλλία πριν από 25 χρόνια, απογοητεύτηκες ή, αντίθετα, αυτό που αρχικά συνάντησες/βίωσες ενίσχυσε τη θέλησή σου να παραμείνεις «εκπατρισμένος»;

Μόλις έφτασα στη Γαλλία, κατάλαβα πως οι αγώνες μου θα ήταν μεγαλύτεροι εδώ. Γιατί, ξαφνικά, για τους Δυτικούς ήμουν ο Άραβας, ο Μουσουλμάνος.

Με έβλεπαν με τρόπο που δεν περίμενα. Ο ρατσισμός ήταν εκεί, αμέσως. Η ελευθερία στη Γαλλία δεν είναι για όλους, δυστυχώς. Οι άνθρωποι μας έβλεπαν, εμένα, ως κατώτερους: γκέι, ναι, αλλά Άραβα, μουσουλμάνο, όχι τόσο σημαντικό όσο αυτοί.

Η περιορισμένη οπτική τους για την Ιστορία του Ισλάμ και των Αράβων ήταν συγκλονιστική για μένα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να βρεθεί ο σωστός τρόπος να αντισταθώ σε αυτόν τον ωμό ρατσισμό.

«Για να κατακτήσω [τα φτωχά γαλλικά μου], αποφάσισα να γράψω το ημερολόγιό μου στα γαλλικά. Η λογοτεχνική μου γραφή προέκυψε από αυτή τη σχέση και από εκείνο το ημερολόγιο, που κρατούσα για πολλά χρόνια στο Μαρόκο. Έτσι έγινα συγγραφέας» δηλώνεις σε συνέντευξή σου.

Θα ήθελες ν’ αναλύσεις την επίπονη διαδικασία μέσω της οποίας, αρχικά ως φοιτητής, «ανέκτησες» την «γλώσσα των πλουσίων», του καταπιεστή, μετατρέποντάς τη σε ισχυρό εργαλείο για την εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού σου;

Σε ηλικία δώδεκα ετών, επηρεασμένος από τον αιγυπτιακό κινηματογράφο, αποφάσισα πως θα γίνω σκηνοθέτης στο μέλλον. Μια μέρα, ανακάλυψα ότι στο Παρίσι υπάρχει μια σπουδαία σχολή κινηματογράφου: η FEMIS.

Ενστικτωδώς, ήξερα πως έπρεπε να πάω εκεί για να σπουδάσω κινηματογράφο. Αλλά ήμουν φτωχός. Δεν είχα τα χρήματα για να κάνω ακριβά ταξίδια στην Γαλλία.

Ποια ήταν τότε η πρώτη κίνηση για να πραγματοποιηθεί αυτό το όνειρο; Να τελειοποιήσω το επίπεδό μου στην γαλλική γλώσσα. Να δω τι υπάρχει μέσα της χωρίς να υποκύψω σ’ αυτή.

Γι’ αυτό, στο πανεπιστήμιο του Ραμπάτ, σπούδασα γαλλική φιλολογία επί έξι χρόνια.

Τον πρώτο χρόνο, συνειδητοποίησα ότι τα γαλλικά μου ήταν πραγματικά πολύ άσχημα επειδή προερχόμουν από δημόσιο κυβερνητικό σχολείο όπου το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας γινόταν στα αραβικά.

Το όνειρο του κινηματογράφου οδήγησε στην δεύτερη πολύ σημαντική απόφαση, κάθε μέρα να γράφω σημειώσεις στο ημερολόγιο στα γαλλικά.

Να γράφω για ό,τι βλέπω γύρω μου: για μένα, το παρελθόν, το παρόν, τους αγώνες, την μητέρα μου, την ομοφυλοφιλία μου, την επιθυμία, το φύλο. Να γράφω τα πάντα σε μια γλώσσα που δεν έμαθα, για να γίνω τέλειος σ’ αυτή.

Διαισθητικά, στις σημειώσεις δε μιμήθηκα τα γαλλικά βιβλία, την γαλλική πραγματικότητα, τους Γάλλους συγγραφείς, τις γαλλικές θεωρίες.

Απλώς επέβαλλα στην γαλλική γλώσσα την δική μου πραγματικότητα, τα δικά μου όνειρα, το δικό μου σπίτι, το Μαρόκο των φτωχών, αλλά χωρίς να είμαι μίζερος ή συγκαταβατικός.

Βλέπεις, στο πανεπιστήμιό μου μελετούσα Σταντάλ, Zολά, Φλωμπέρ, Mαργκερίτ Ντυράς, Aρτούρ Ρεμπώ κ.λπ., αλλά δεν τους φοβόμουν, δεν ένιωθα κατώτερός τους.

Έγραφα ταυτόχρονα για την μαροκινή μου πραγματικότητα με την δική της λογική και δυναμική. Το έκανα ασταμάτητα επί επτά χρόνια. Απλώς συνέχισα να προσπαθώ να κυριαρχήσω στα γαλλικά.

Και μια μέρα, κατάλαβα ότι μπορώ να γράφω, είχα στο μυαλό μου τις μεγάλες εμμονές που μπορούν να με κάνουν συγγραφέα. Ίδρυσα τότε έναν λογοτεχνικό κύκλο, με άλλους τρεις φίλους.

Τον ονομάσαμε  Λογοτεχνικό Κύκλο του Ωκεανού. Η γενέτειρά μου, Σαλέ, είναι δίπλα στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Εντός αυτού του κύκλου έγραψα τα πρώτα μου αληθινά διηγήματα. Ήταν όλα για το σπίτι μου, την γειτονιά μου, την μητέρα μου, τις πόρνες...

Στα γαλλικά, ναι, αλλά με αραβική «γεύση», με βαθιές ρίζες στην μαροκινή πραγματικότητα. Και, φυσικά, υπό την οπτική γωνία ενός φτωχού γκέι Μαροκινού νεαρού: εμένα.

Εκτός από συγγραφέας είσαι και σκηνοθέτης κινηματογράφου. Τι υπαγορεύει την ακριβή μορφή που κάθε φορά προσλαμβάνει η καλλιτεχνική σου έκφραση;

Στο μυαλό και στην καρδιά μου, δε βλέπω διαφορά μεταξύ κινηματογράφου και λογοτεχνίας.

Και τα δύο είναι πολύ συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και τα δύο ασχολούνται με το αόρατο. Με αυτά που συμβαίνουν μεταξύ μας, μπροστά μας, και δεν τα βλέπουμε.

Η τέχνη έχει να κάνει με αυτό το πολύ ακριβές μέρος: με το πώς να εξιστορείς, να γράφεις για, να κινηματογραφείς το αόρατο...

Πρέπει να ομολογήσω ότι, επειδή έβλεπα τις υπέροχες παλιές αιγυπτιακές ταινίες στην τηλεόραση την δεκαετία του 1980, έχω μεγαλύτερη εμμονή με τον κινηματογράφο παρά με την λογοτεχνία.

Ο τρόπος που γράφω είναι πολύ κινηματογραφικός. Οι ασπρόμαυρες εικόνες των Αιγύπτιων γυναικών ηθοποιών που μιλούν, χορεύουν, τραγουδούν, ουρλιάζουν, τσακώνονται στα αραβικά εξακολουθούν να υπάρχουν έντονα μέσα μου.

Κάτι συναρπαστικό και τολμηρό επινοήθηκε από τις ηθοποιούς που μιμούμαι. Αυτές οι ηθοποιοί ήταν για μένα το πραγματικό νόημα της Επανάστασης. Το αληθινό. Και στα αραβικά. Τις βρίσκω υπέροχες και εξαιρετικά πολιτικές...

Λοιπόν, ναι, το όνειρο δεν ήταν η Γαλλία, αλλά το να υπάρξω σαν σε μια αιγυπτιακή κινηματογραφική πραγματικότητα, με επαναστατικό τρόπο.

Διαρθρωμένο σε τρία κεφάλαια που καλύπτουν σχεδόν μισό αιώνα Ιστορίας του Μαρόκου, Η ζωή με το δικό σου φως, το τελευταίο σου μυθιστόρημα, αφιερώνεται στην αείμνηστη μητέρα σου, MΜπαρκά Αλλαλί, την αφηγήτρια του βιβλίου.

Θα περιέγραφες εξίσου αυτό το μυθιστόρημα ως φόρο τιμής στην μητέρα σου, δικαίωσή της και -ίσως- συμφιλίωση μαζί της;

Αυτό το βιβλίο δεν είναι φόρος τιμής. Είναι το αντίθετό του. Δεν είμαι εγώ, ο συγγραφέας Aμπντελά, που εξηγώ τη ζωή της μητέρας μου και της δίνω τα εύσημα που της αξίζουν. Όχι. Ο συγγραφέας είναι σχεδόν απών σ’ αυτό το βιβλίο.

Η μητέρα μου πέθανε το 2010. Και από τότε είναι πιο παρούσα μέσα μου και μαζί μου από ποτέ.

Αυτό το βιβλίο είναι η φωνή της, η φρασεολογία της, η μουσική της, το πνεύμα της, οι πολιτικοί και κοινωνικοί της αγώνες. Η ίδια εξιστορεί την ζωή και τους αγώνες της.

Απλώς την παρακολουθώ χωρίς να προσπαθώ να της επιβάλλω καμία δυτική θεωρία για να δικαιολογήσω αυτό που έκανε ή δεν έκανε.

Είμαι ο γιος της, προέρχομαι από το σώμα της, από την σάρκα και το αίμα της. Η φωνή της είναι η φωνή μου. Η φωνή μου είναι η φωνή της.

Είμαι συγγραφέας γιατί επί πολλά χρόνια έβλεπα πώς αγωνιζόταν διαρκώς για να μας σώσει από την φτώχεια.

Ούρλιαζε χωρίς σταματημό. Ήταν πεισματάρα, τόσο πολύ. Δεν ήταν καλή όλη την ώρα. Είχε πλήρη επίγνωση τού τι συνέβαινε γύρω της πολιτικά.

Και δεν ήθελε ποτέ να πάω στην Γαλλία, επειδή η Γαλλία έστειλε την δεκαετία του 1950 τον πρώτο της σύζυγο στην Ινδοκίνα να πολεμήσει για τους Γάλλους. Εκεί σκοτώθηκε. Εκεί είναι θαμμένος.

Η μητέρα μου δε συγχώρεσε ποτέ την Γαλλία γι’ αυτό το έγκλημα. Μου έλεγε: «Η Γαλλία θα σε σκοτώσει, μην πας...» Αυτό το βιβλίο δεν αφορά σ’ εμένα και την μητέρα μου. Με τίποτα.

Είναι ένα βιβλίο για μια φτωχή μητέρα που παλεύει και παλεύει, πολεμά την Γαλλία, το Μαρόκο, τους άντρες και το μοιραίο.

Και γιατί επέλεξες ν’ αποτυπώσεις αυτά τα τρία περιστατικά -μυθοπλαστικά ή μη- που συμβαίνουν εντός της διάρκειας της ζωής της ή συμπίπτουν μ’ αυτή;

Αυτές οι τρεις περίοδοι μάς δείχνουν μια Μαροκινή εν δράσει. Χωρίς να αυτομαστιγώνεται ή να αυτοθυματοποιείται. Την βλέπουμε να στοχάζεται σχετικά με την διαμόρφωση στρατηγικής πολέμου και αντίστασης.

Είναι φτωχή και προέρχεται από την επαρχία, ναι, αλλά είναι απολύτως ικανή να καταλάβει τι συμβαίνει και να ενεργήσει. Η μητέρα μου δεν ταυτιζόταν με το στερεότυπο που έχουμε για τις Αράβισσες και τις μουσουλμάνες στην Δύση.

Αυτό το βιβλίο όχι μόνο το δείχνει πολύ ξεκάθαρα αλλά δείχνει επίσης μια Μαροκινή που αντιστέκεται στην γαλλική αποικιοκρατία, αντιστέκεται στις κοντόφθαλμες οπτικές που επινοεί η Δύση για τους ανθρώπους του Νότου.

«Οι άνθρωποι είναι προικισμένοι μόνο με ένα χάρισμα: να επινοούν ψέματα, να τα παίρνουν στα σοβαρά και να ζουν μέσα τους πιστεύοντας πως είναι αλήθεια», ισχυρίζεται η αφηγήτρια. Είναι όλα τα ψέματα βλαπτικά μακροπρόθεσμα;

Πολύ συχνά, νιώθουμε ότι η ζωή μας απλώς προσποιείται πως... Λειτουργούμε σαν... Η εξουσία μάς χρησιμοποιεί και βάζει στο στόμα μας την γλώσσα της για να μας εξουσιάσει και να μας διχάσει...

Είναι πολύ δύσκολο να μπορείς να το δεις αυτό, να το αποδομήσεις και να προχωρήσεις πέρα ​​από τα ψέματα... Είναι πολύ σπάνιο να έχουμε μια γλώσσα αλήθειας μεταξύ μας...

Είμαστε ακόμα πολύ εποικισμένοι, δυστυχώς... Αλλά πρέπει ν’ αντισταθούμε και να μη σταματήσουμε ποτέ ν’ αντιστεκόμαστε.

«Κανένας δεν μπορεί να αψηφήσει τον βασιλιά χωρίς συνέπειες. Κανένας δεν πρέπει να επισκιάσει τον βασιλιά. Κανένας. Ούτε στο Μαρόκο, ούτε έξω από το Μαρόκο», συνεχίζει.

Γιατί ο βασιλιάς παραμένει ο βασικός πυλώνας εξουσίας στο Μαρόκο, ακόμη και μετά την Αραβική Άνοιξη;

Στο Μαρόκο, στην Γαλλία, στις Η.Π.Α., η εξουσία έχει πάντα τους πόρους να εφεύρει εκ νέου τον τρόπο τού να μας εξουσιάζει. Έχει τον στρατό, τα λεφτά, τα Μ.Μ.Ε.

Η Αραβική Άνοιξη είναι μια εξαιρετική στιγμή σ’ αυτόν τον μετα-αποικιακό κόσμο.

Χωρίς καμία «ευλογία» από την Δύση, οι νεαροί Άραβες/νεαρές Αράβισσες μπόρεσαν ν’ αψηφήσουν τους δικτάτορες και να πουν στον αραβικό λαό: ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να τους φοβόμαστε.

Αυτό το μήνυμα παραμένει ακόμα στις αραβικές χώρες. Η Αραβική Άνοιξη δεν έχει πεθάνει. Πίστεψέ με.

«Δεν υπάρχει ελευθερία, Τζάφαρ. Η ελευθερία δεν υπάρχει. Ούτε εδώ, ούτε αλλού», συμπεραίνει. Ποιος είναι ο ορισμός σου για την ελευθερία; Είναι πραγματικά εφικτή μέσα στον καπιταλισμό;

Η ελευθερία δεν μπορεί να οριστεί μόνο από εμένα ή από σένα. Η ελευθερία έχει πολλές έννοιες και πολλούς τρόπους για να πετύχει τον στόχο της. Ο καπιταλισμός είναι πιο δυνατός από εμάς, φυσικά, και είναι μπροστά μας, φυσικά.

Αλλά μπορούμε να αντισταθούμε σ’ αυτόν κοιτάζοντας με την καρδιά τι κάνουν οι άλλοι, τι προσπαθούν να επινοήσουν για να ξεφύγουν από τον καπιταλιστικό ιστό.

Προσέχω ιδιαίτερα αυτό το οποίο κάνουν οι νέες γενιές την παρούσα στιγμή. Οι φοιτητές/φοιτήτριες που υπερασπίζονται την Παλαιστίνη είναι απίστευτη πηγή έμπνευσης.

Είναι σαν να συμβαίνει πάλι η Αραβική Άνοιξη, αλλά -αυτήν την φορά- στην Δύση. Όσα συντελούνται μπροστά στα μάτια μας είναι η αληθινή αντίσταση και η αληθινή ελευθερία.

Δεν καταλαβαίνω τους ενήλικες και τις ελίτ που καταδικάζουν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που ξεσηκώνονται.

«Δεν το θέλω αυτό το άσπλαχνο Μαρόκο που δεν κάνει τίποτα για τα παιδιά του. Τους το αφήνω. Ας κρατήσουν και τα σχέδιά τους για το μέλλον, και τις οικονομικές τους προοπτικές για το Μαρόκο του αύριο», οργίζεται ο Τζάφαρ.

Τι γίνεται με σένα; Έχεις επίσης απαρνηθεί το Μαρόκο, ή διατηρείς μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί του;

Δεν έχω μίσος για το Μαρόκο, όχι. Η σχέση μου μαζί του είναι εξαιρετικά περίπλοκη και πολύ τραγική. Εξαιτίας όσων μου συνέβησαν όταν ήμουν μικρό αγόρι: των βιασμών, επί σειρά ετών. Κανείς δε με έσωσε. Έπρεπε εγώ να σώσω τον εαυτό μου.

Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Αλλά είμαι ακόμα εδώ. Είμαι πενήντα τώρα. Και βλέπω ξεκάθαρα τις ζημιές μέσα μου, επειδή το Μαρόκο δεν προστάτεψε τον μικρό Aμπντελά.

Επειδή η οικογένειά μου γνώριζε τις τραγωδίες που συνέβαιναν καθημερινά στον μικρό Aμπντελά και δεν έκανε τίποτα για να με βοηθήσει.

Κανένας τους δεν έκανε τίποτα για μένα. Τίποτα. Σκέφτηκα ότι, επειδή επέζησα, αυτά τα τρομακτικά χρόνια είναι νεκρά, αλλά όχι, όλα είναι ακόμα μέσα μου. Οι ζημιές.

Γι’ αυτό θαυμάζω, ζηλεύω και υποστηρίζω τις νέες γενιές: επειδή βλέπω ξεκάθαρα ότι θέλουν να επιλύσουν αυτά τα ζητήματα και τα τραύματα τώρα, όχι αργότερα.

Να σταματήσουν τους βιασμούς και να σκοτώσουν την πατριαρχία παντού, παντού, όχι μόνο στο Μαρόκο.

«Θεωρώ τον εαυτό μου πολιτισμικά μουσουλμάνο. Αισθάνομαι συνδεδεμένος με τους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές του ισλαμικού πολιτισμού [...] Οι μουσουλμάνοι θα ήταν καλύτερα αν απελευθερώνονταν από την θρησκεία», υπογραμμίζεις.

Πώς μπορεί αυτό το «ρεύμα» της ισλαμικής σκέψης που υποστηρίζεις σταθερά να ανακτήσει την ζωτικότητα και την ελκυστικότητά του, κατά την γνώμη σου;

Το Ισλάμ είναι μια Ιστορία, ένας πολιτισμός, μια μνήμη, μια ευαισθησία, μια αρχιτεκτονική, ένας κήπος, μια λογοτεχνία. Ένα ποίημα στα αραβικά.

Γεννήθηκα στο Μαρόκο, μια μουσουλμανική χώρα. Η καρδιά μου είναι μαροκινή, μουσουλμάνα - σίγουρα. Δεν προσπαθώ καν να ξεφύγω από αυτή.

Αυτό, όμως, που προσπαθώ να πολεμήσω είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία χρησιμοποιεί την ίδια θρησκεία, το Ισλάμ, για να μας εξημερώσει, να μας υποδουλώσει, να μας φιμώσει.

Το πρόβλημα έγκειται πάντα στην εξουσία και σε όσους την εκπροσωπούν και την διατηρούν πάνω μας.

Πώς θα μπορούσε να καταπολεμηθεί η ισλαμοφοβία,  διαδεδομένη τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές ελίτ όσο και σε τμήματα του πληθυσμού, υπό το πρίσμα του γενοκτονικού πολέμου του ισραηλινού κράτους εναντίον των Παλαιστινίων;

Βλέπουμε σήμερα πολύ καθαρά ότι η Δυτική αποικιοκρατία δεν τελείωσε ποτέ. Εξακολουθούμε να κυριαρχούμαστε από την ισχύ, τους στρατούς, τα όπλα και τις ψεύτικες δημοκρατικές αξίες της.

Η ελευθερία που επιβάλλεται από τη Δύση είναι απλώς ένα ακόμη «κύμα» αποικιοκρατίας.

Οι Άραβες κι οι Μουσουλμάνοι -οι άνθρωποι του Νότου γενικά- εξακολουθούν να θεωρούνται κατώτεροι. Ο οριενταλισμός είναι ακόμα εδώ, πολύ ζωντανός, αλαζονικός και καταστροφικός.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τώρα, η ισλαμοφοβία είναι η σωστή πολιτική εκστρατεία για να κερδηθούν «δημοκρατικά» οι εκλογές. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν παντού στη Δύση.

Και σίγουρα ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στους Παλαιστίνιους είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα αυτού που λέω. Τα βάσανά τους είναι αόρατα για κάποιους ανθρώπους. Είναι «ζώα»... Αυτό είναι λυπηρό, εξαιρετικά λυπηρό.

Αλλά το να βλέπεις τα νέα «κύματα» της δυτικής αποικιοκρατίας σε υποχρεώνει να ξυπνήσεις και να προσπαθήσεις να βρεις τον δικό σου τρόπο ν’ αντισταθείς. Να υπάρξεις. Για να μην επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Τέλος, υπήρξε κάποια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη της ομοφυλοφιλίας σε κοινωνικό/θεσμικό επίπεδο και στη μεταχείριση των ομοφυλόφιλων στο Μαρόκο από τότε που αποκάλυψες την σεξουαλική σου ταυτότητα το 2006;

Το 2006, όταν αποκάλυψα την σεξουαλική μου ταυτότητα, ήμουν ο μόνος που το είχε κάνει στο Μαρόκο.

Σήμερα, στα μαροκινά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην πραγματικότητα, πολύ γενναία και πολύ εμπνευσμένα ΛΟΑΤΚΙ+ νεαρά άτομα ποστάρουν για τον εαυτό τους, τις ζωές τους και τις κοινότητές τους.

Η εξουσία εξακολουθεί να διατηρεί τους νόμους κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά τα άτομα αυτά δε φοβούνται πλέον. Όσοι τολμούν να είναι ο εαυτός τους, αναγκάζουν τους υπόλοιπους να τους ακολουθήσουν.

Επανεφευρίσκουν τρόπους αντίστασης. Τρόπους τού να είσαι γκέι. Τους κοιτάζω και νιώθω ενθαρρυμένος, χαρούμενος, θεραπευμένος. Τους αγαπώ τόσο πολύ!

Μόλις τελείωσα το post-production της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας μου, με τίτλο Cabo Negro: αφορά στα σημερινά Μαροκινά ΛΟΑΤΚΙ+ νεαρά άτομα.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Aμπντελά Tαϊά Η ζωή με το δικό σου φως κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Δημήτρη Δημακόπουλου.



Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Μοχάμαντ Σαΐντ Αχτζιούζ: «Μερικές φορές, βλέπω την συγγραφή ως κατάρα»

 


Φόρος τιμής στην Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα, το μυθιστόρημα του Μαροκινού συγγραφέα Μοχάμαντ Σαΐντ Αχτζιούζ, Ο Κάφκα στην Ταγγέρη, συνιστά συνάμα μια χειρουργική «ανατομία» της σύγχρονης μαροκινής κοινωνίας.

Μια σε βάθος συζήτηση με τον συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημά σου Ο Κάφκα στην Ταγγέρη, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, αποτελεί έναν φόρο τιμής στην Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.

Πότε συνάντησες για πρώτη φορά το υπαρξιακό και λογοτεχνικό σύμπαν του Κάφκα και ποια ήταν η επίδραση αυτής της συνάντησης σε σένα ως καλλιτέχνη/άνθρωπο;

Μπορεί να φανεί περίεργο αν πω ότι με επηρέασε περισσότερο το Ένας καλλιτέχνης της πείνας παρά η νουβέλα Η μεταμόρφωση.

Διάβασα τον Κάφκα καθυστερημένα, και δεν υπήρξε μια θετική εμπειρία, λόγω της ανεπάρκειας της μετάφρασης μέσω μιας ενδιάμεσης γλώσσας.

Αργότερα, μετά την έκδοση της νουβέλας μου, διάβασα μια μετάφραση της Μεταμόρφωσης που είχε γίνει απευθείας από τα γερμανικά και ένιωσα την διαφορά.

Το ζήτημα της μετάφρασης, μαζί με την απληστία των εκδοτών και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ποιότητα, μας περιορίζει, ως Άραβες αναγνώστες, όσον αφορά στο να διαβάζουμε την παγκόσμια λογοτεχνία πιο κοντά στην πρωτότυπη μορφή της.

Όταν πρωτοδιάβασα την Μεταμόρφωση, δε μου άρεσε πολύ. Ο Κάφκα δεν άφησε κανένα αντίκτυπο πάνω μου - ή έτσι νόμιζα.

Γιατί, λοιπόν, αποφάσισες να προσαρμόσεις το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του σε ένα σύγχρονο μαροκινό πλαίσιο;

Μου κέντρισε το ενδιαφέρον η γενική ιδέα της νουβέλας του, οπότε με έλκυσε η προσπάθεια να τη μιμηθώ ή, για να είμαι ειλικρινής, μπερδεύτηκα από το ουσιαστικό ενδιαφέρον των Αράβων για τον Κάφκα και την νουβέλα του, που την βρήκα μέτρια.

Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να γράψω ένα καλύτερο μυθιστόρημα από το δικό του. Φυσικά, ήμουν και είμαι αφελής και αδαής.

Έγραψα το πρώτο προσχέδιο μέσα σε τρεις μέρες και ο τίτλος της νουβέλας ήταν Azīf. Ήθελα να εστιάσω περισσότερο στο θέμα της μαγείας που ήταν βαθιά ριζωμένη στις προηγούμενες γενιές των Μαροκινών.

Ωστόσο, πριν από τη δημοσίευση, ο εκδότης διαπίστωσε ότι ο επιλεγμένος τίτλος είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν. Έτσι, κατέληξα στον τρέχοντα τίτλο, Ο Κάφκα στην Ταγγέρη.

Είχα, όμως, ήδη επιμεληθεί το μυθιστόρημα και είχε καταστεί ανοιχτό σε διάφορες ερμηνείες, με τη μαγεία να μην είναι το κεντρικό ζήτημα.

Έτσι, το σύντομο μυθιστόρημά μου Ο Κάφκα στην Ταγγέρη προέκυψε ως μια αφελής, παιδική πρόκληση να γράψω κάτι καλύτερο από τον Κάφκα.

Παρόλο που «αγκαλιάστηκε» από ορισμένους κριτικούς και μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ελληνικά, μερικές φορές μετανιώνω για την άγνοια και την αδέξια προσπάθειά μου να μιμηθώ τον Κάφκα, τον οποίο ελάχιστα γνώριζα εκείνη την εποχή.

Ωστόσο, με παρηγορεί το ότι, αν ο Κάφκα δε με είχε ωθήσει να γράψω αυτό το μυθιστόρημα σε μια περίοδο σύγχυσης, δε νομίζω πως θα μπορούσα να γράψω το άλλα μυθιστορήματά μου, τα οποία προσωπικά θεωρώ πολύ καλύτερα από το πρώτο μου.

Όσο για το Ένας καλλιτέχνης της πείνας, σύμφωνα με την ερμηνεία μου περιστρέφεται γύρω από την πάλη μεταξύ τέχνης και βιοπορισμού, ένα ζήτημα που διαρκώς απασχολεί τις σκέψεις μου.

Το ζήτημα αυτό εμφανίζεται υπαινικτικά στα μυθιστορήματά μου By Night in Tangier και A Labyrinth of Illusions.

Η εφιαλτική και γραφειοκρατική ατμόσφαιρα η οποία είναι γνωστή στον κόσμο του Κάφκα είναι επίσης παρούσα σ’ αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα.

Ωστόσο, οι Δυτικοί αναγνώστες μάλλον δε γνωρίζουν ότι αυτό που έγραψε ο Φραντς Κάφκα αντικατοπτρίζει τέλεια την κατάσταση στον αραβικό κόσμο, λες και ο Κάφκα ήταν ένας από εμάς. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος της δημοφιλίας του εδώ.

Αν και εμπνευσμένη από την Μεταμόρφωση του Κάφκα, η νουβέλα σου ευτυχώς δεν αποτελεί απομίμησή της.

Για μένα, λειτουργεί περισσότερο σαν μια χειρουργική «ανατομία» της σύγχρονης μαροκινής κοινωνίας. Είναι ακριβές αυτό;

Άντλησα την γενική ιδέα από το μυθιστόρημα του Κάφκα, αλλά όλες οι λεπτομέρειες είναι τελείως διαφορετικές. Η δομή και το στιλ γραφής, επίσης.

Για παράδειγμα, δε γνωρίζουμε τίποτα για το παρελθόν του πατέρα στο μυθιστόρημα του Κάφκα.

Ωστόσο, στο μυθιστόρημά μου το παρελθόν του πατέρα είναι κεντρικό, παρέχοντας στον αναγνώστη μια ευρύτερη «πανοραμική» άποψη της κατάστασης στην σύγχρονη μαροκινή κοινωνία.

Ναι, Γιάννη, σ’ αυτό ακριβώς στοχεύω γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα:

Να εξετάσω την μαροκινή κοινωνία και να επισημάνω τις αλλαγές που έχει υποστεί τις τελευταίες δεκαετίες, την επικρατούσα ηθική υποκρισία και πώς έχουν αλλάξει οι διασυνδέσεις της μαροκινής οικογένειας.

Επομένως, σε αντίθεση με τον Γκρέγκορ Σάμσα του Κάφκα, στο Κάφκα στην Ταγγέρη ο Τζαουάντ Ελ-Ιντρίσι δεν επιβάλλεται ως κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα.

Δεν είναι μια ιστορία για τον Τζαουάντ, αλλά μάλλον μια ιστορία για τις μεταμορφώσεις της πόλης.

Η μεταμόρφωση του Τζαουάντ είναι μια μεταφορά για τις μεταμορφώσεις οι οποίες έχουν συντελεστεί στην Ταγγέρη, και μάλιστα σ’ όλο το Μαρόκο.

Σε αυτή την μυθοπλαστική «ανατομία», η κοινωνία φαίνεται να κυριαρχείται από ηθική διαφθορά, μισογυνισμό, σεξισμό και προδοσία. Είναι πράγματι το σύγχρονο Μαρόκο ένας τόσο «μίζερος τόπος», όπως αναφέρεται αλλού στο βιβλίο σου;

Οι καλλιτέχνες είναι εκ φύσεως ευαίσθητοι και αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα υπό διαφορετικό πρίσμα σε σχέση με τους απλούς ανθρώπους, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο έργο του Κάφκα.

Επομένως, η λογοτεχνική γραφή τείνει να έχει μια «νότα» υπερβολής - αυτή είναι η φύση της.

Ωστόσο, κατά την άποψή μου, αυτό που έγραψα στο μυθιστόρημα είναι αλήθεια: η κοινωνία χαρακτηρίζεται από ελαττώματα όπως η διαφθορά, η προδοσία, η ηθική παρακμή και, το χειρότερο από όλα, άγνοια.

Το Μαρόκο, ως τόπος, δεν είναι κόλαση, εφόσον μπορείς να περιορίσεις τις συναλλαγές σου με ανθρώπους και θεσμούς στο ελάχιστο.

Θα περιέγραφες επίσης την μαροκινή κοινωνία ως παράλογη ή σουρεαλιστική;

Σε ορισμένες στιγμές, χωρίς δισταγμό, μπορώ να περιγράψω τη μαροκινή κοινωνία ως μια ζούγκλα όπου οι δυνατοί τρέφονται από τους αδύνατους και το ένστικτο κυριαρχεί έναντι της λογικής.

Θα ήταν άδικο, όμως, αν το περιέγραφα ευθέως ως μια παράλογη κοινωνία.

Ή, αν επρόκειτο να μεταφράσω την προηγούμενη δήλωσή μου σε άλλη μορφή, νιώθω αποξενωμένος, σαν να βρίσκομαι σε ένα παράξενο μέρος όπου δεν μπορώ να ανήκω πλήρως.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, σκέφτομαι αν υπάρχει πραγματικά ένα μέρος όπου μπορώ να νιώσω πως ανήκω ή αν το μέρος όπου βρίσκομαι αυτή τη στιγμή, με όλα τα ελαττώματα του, εξακολουθεί να είναι η καλύτερη επιλογή.

Η αφήγηση τοποθετείται στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης. «Πυροδότησε» το γεγονός αυτό κάποια αλλαγή στην χώρα;

Αυτή είναι μια από εκείνες τις απλές ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν απλά. Μιλάς για «αλλαγή στην χώρα», αλλά η πρόκληση έγκειται στον ορισμό αυτής της «αλλαγής».

Υποθέτω ότι εννοείς μια θετική αλλαγή σε πτυχές της ζωής, όπως καλύτερες συνθήκες διαβίωσης -υγεία και εκπαίδευση-, μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης και οικονομική σταθερότητα…

Λοιπόν, η αλλαγή που έχει συντελεστεί είναι ακριβώς το αντίθετη. Δυστυχώς, η Αραβική Άνοιξη δεν έφερε καλό σε καμία αραβική χώρα.

Υπάρχουν ξεκάθαρες περιπτώσεις, όπως της Συρίας και της Λιβύης, όπου η καταστροφή είναι εμφανής.

Υπάρχουν και χώρες όπου φαινόταν επιφανειακά πως η επανάσταση κατάφερε να ανατρέψει το κυρίαρχο δικτατορικό καθεστώς και να δημιουργήσει ένα άλλο σύστημα. Ωστόσο, το νέο καθεστώς δεν διαφέρει πραγματικά από το προηγούμενο.

Όσο για το Μαρόκο, το καθεστώς είναι πολύ ευέλικτο και έχει μάθει να γίνεται σαν καλάμι, να ταλαντεύεται με τους δυνατούς ανέμους χωρίς να σπάει.

Με μια πρώτη ματιά, φαινόταν ότι είχαμε μια πραγματική αλλαγή.

Ο βασιλιάς άκουσε τις απαιτήσεις του λαού, τροποποίησε το Σύνταγμα για να μειώσει ελαφρώς τις ευρείες εξουσίες του και επέτρεψε σε ένα «ημι-αντιπολιτευτικό» κόμμα να κερδίσει τις εκλογές και να σχηματίσει κυβέρνηση.

Εδώ, το καθεστώς σκότωσε μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια:

Από την μία, απορρόφησε την οργή του λαού και κατέπνιξε την επανάσταση στα σπάργανά της.

Από την άλλη, απαλλάχθηκε από ένα φαινομενικά ισχυρό κόμμα της αντιπολίτευσης, επειδή, μετά από δύο θητείες που ηγήθηκε της κυβέρνησης, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης μισήθηκε στο Μαρόκο ως η ενσάρκωση κάθε κακού.

Κι αυτό αν και όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι η «εκλεγμένη» κυβέρνηση που πραγματικά κυβερνά.

«Η φαντασία εισβάλλει ανελέητα στη διαμόρφωση της πραγματικότητας είτε αφορά στο παρόν, είτε στο μέλλον ή ακόμα και στο παρελθόν», ισχυρίζεται ο αφηγητής.

Είναι η διαδικασία τού να φανταζόμαστε εκ νέου το παρόν, το μέλλον και το παρελθόν μας ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή μας ως κοινωνικά όντα;

Δεν είναι η ικανότητά μας να φανταστούμε και η δημιουργία μέσω της γραφής αυτό που καθόρισε τη μοίρα της ανθρωπότητας και εξύψωσε τους λογικούς ανθρώπους να κυριαρχήσουν στον πλανήτη;

Υπάρχει ένα εκπληκτικό κόμικ του Neil Gaiman με τίτλο The Dream of a Thousand Cats.

Η ιστορία αναφέρεται σε μια γάτα-προφήτισσα που επιδιώκει να απελευθερώσει τις γάτες της Γης από την ανθρώπινη κυριαρχία και να τις επιστρέψει στον χαμένο τους Παράδεισο.

Το μόνο που απαιτείται από αυτές είναι να ονειρεύονται μαζί την ίδια στιγμή το ίδιο όνειρο. Τι έμαθε η γάτα στην αποκάλυψη που έλαβε: Αυτός ο κόσμος δεν ήταν έτσι πριν.

Πριν από αιώνες, οι γάτες κυριαρχούσαν στην Γη. Ήταν μεγαλύτερες σε μέγεθος και οι άνθρωποι ήταν μικροσκοπικοί, εξυπηρετούσαν γάτες και υφίσταντο τον έλεγχο και τις ιδιοτροπίες τους.

Ώσπου, μια μέρα, ένας άντρας ξύπνησε από ένα όνειρο με ένα μήνυμα να το μεταδώσει στην ανθρωπότητα.

Ο άνδρας στάθηκε κηρύττοντας στους ανθρώπους, υποσχόμενος το μήνυμά του: «Είναι καιρός να απαλλαγούμε από την κυριαρχία των γατιών. Οι άνθρωποι πρέπει να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο. Τα όνειρα μπορούν να διαμορφώσουν τον κόσμο».

Αυτό ήταν το μήνυμα του άντρα.

Οι άνθρωποι πρέπει να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο όπου κυριαρχούν εκείνοι κι όχι οι γάτες. Αν αρκετοί άνθρωποι ονειρεύονται, την ίδια στιγμή, το όνειρο θα γίνει πραγματικότητα και ο κόσμος θα αναδιαμορφωθεί με την δύναμη του ονείρου.  

Αυτό έγινε μετά από λίγο.

Η ιδέα/το μήνυμα διαδόθηκαν και χίλιοι άντρες και γυναίκες ονειρεύτηκαν, ταυτόχρονα, έναν διαφορετικό κόσμο, και το επόμενο πρωί ο κόσμος είχε αλλάξει τελείως.

Το συλλογικό όνειρο δεν άλλαξε τον κόσμο αλλά αναμόρφωσε την «πραγματικότητα» εντελώς.

Το όνειρο αναμόρφωσε την πραγματικότητα από την αρχή. Το όνειρο δεν άλλαξε μόνο το παρόν αλλά και το παρελθόν.

Φυσικά, αυτή είναι μια συμβολική ιστορία που υπόκειται σε πολλαπλές ερμηνείες,

Αυτό που θέλω να πω, όμως, είναι ότι η απόκτηση της ικανότητας να φαντάζεται, να ονειρεύεται, είναι αυτή που επέτρεψε στην ανθρωπότητα να εξελιχθεί στον πλανήτη και να υπερέχει έναντι άλλων όντων.

«Ο κύριος σκοπός των εκλογών είναι απλώς να παράγουν πολιτικές ελίτ ικανές να υλοποιήσουν το όραμα του παλατιού», γράφει η Yasmina Allouche στον The New Arab, υποστηρίζοντας πως στο Μαρόκο, «η μοναρχία κυριαρχεί απόλυτα».

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, ο βασιλιάς στο Μαρόκο εξακολουθεί να διατηρεί την συμβολική και πραγματική του ισχύ; Είναι ο πιο αξιοσέβαστος πυλώνας του πολιτικού Ισλάμ στη χώρα; Ποια είναι η άποψή σου για το πολιτικό Ισλάμ, γενικά;

Πρόκειται για μια ευαίσθητη ερώτηση στην οποία δε θα μπορούσα να απαντήσω αν η συνέντευξη διεξαγόταν στα αραβικά!

Αν και θα δημοσιευθεί στα ελληνικά, ξέρω ότι θα βρει τον δρόμο του στις υπηρεσίες ασφαλείας/κατασκοπείας και πως ό,τι λέω εδώ θα προστεθεί στον φάκελό μου εκεί.

Ακούγεται καφκικό; Ναι, ακούγεται, κι αυτή είναι η πραγματικότητά μας.

Κατά την διάρκεια της μαροκινής εκδοχής της Αραβικής Άνοιξης, η κριτική δεν επεκτάθηκε στον βασιλιά.

Ο βασιλιάς συμβόλιζε ακόμη την σταθερότητα και την θρησκευτική ταυτότητα της χώρας, διατηρώντας τον ισλαμικό χαρακτήρα του Μαρόκου.

Αλλά μετά την αντεπανάσταση, ειδικά αφότου η σημερινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον φίλο του βασιλιά, κ. Aziz Akhannouch, φτωχοποίησε τους Μαροκινούς, τα πράγματα άλλαξαν.

Η κριτική, άλλοτε ψιθυριστά και άλλοτε δυνατά, δε διστάζει πλέον να στοχοποιήσει και τον ίδιο τον βασιλιά, κι αυτό είναι ατυχές. Είναι λυπηρό γιατί ο βασιλιάς είναι ο εγγυητής της σταθερότητας ελλείψει μιας πραγματικής ελίτ ικανής να κυβερνήσει.

Το μόνο που έχουμε είναι ανίδεοι πολιτικοί χωρίς μεταρρυθμιστικές βλέψεις, το αποκλειστικό  μέλημα των οποίων είναι οι προσωπικές τους φιλοδοξίες.

Ειλικρινά, από καθαρά θεωρητική σκοπιά, δεν τείνω προς ένα μοναρχικό σύστημα διακυβέρνησης. Ποια είναι, όμως, η εναλλακτική;

Τα δημοκρατικά συστήματα χειραγωγούνται εύκολα, με τα εκλογικά αποτελέσματα να  παραποιούνται και την κοινή γνώμη να επηρεάζεται συναισθηματικά για να εκλέξει ηγέτες όπως ο Τραμπ και πριν από αυτόν, ο Χίτλερ.

Για το Μαρόκο, αν θεωρητικά παραμερίζαμε τη μοναρχία, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με δύο ζοφερές επιλογές: ένα επισφαλές στρατιωτικό καθεστώς ή ανίδεους που κυβερνούν τον εαυτό τους, ελεγχόμενοι από μια ομάδα διεφθαρμένων πολιτικών.

Ως εκ τούτου, προς το παρόν είναι προς το συμφέρον του Μαρόκου ο βασιλιάς να είναι ισχυρός, αλλά η τρέχουσα κατάσταση δεν προμηνύεται καλή.

Όσον αφορά στην άποψή μου για το πολιτικό Ισλάμ, δε βλέπω αυτόν τον όρο παρά ως μύθο ή μια μορφή πολιτικής διαφθοράς.

Εξ αρχής, το Ισλάμ ήταν ένα σύστημα διακυβέρνησης κι όχι απλώς μια θρησκεία. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε το θρησκευτικό και το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό είναι απλώς ανοησία.

Στο Μαρόκο, για παράδειγμα, όπου η απόλυτη πλειοψηφία ασπάζεται το Ισλάμ  και ο ίδιος ο βασιλιάς κυβερνά υπό τον τίτλο του Διοικητή των Πιστών και ανήκει στη γενεαλογία του Προφήτη, τι σημαίνει να μιλάς για ισλαμικό πολιτικό κόμμα;

Με συγχωρείς, αλλά αυτό είναι ανοησία.

«Νομίζω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο το είδος των βιβλίων που μας πληγώνουν ή μας μαχαιρώνουν», ισχυρίστηκε κάποτε ο Κάφκα. Συμμερίζεσαι τον αφορισμό του; Αν ναι -και ακόμα κι αν όχι-, γιατί;

Για να προχωρήσουμε και να εξελιχθούμε, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό, τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας. Επομένως ναι, όπως είπε ο Κάφκα, πρέπει να διαβάζουμε βιβλία που μας πληγώνουν ή μας μαχαιρώνουν.

Και η συγγραφή αυτού του είδους βιβλίου δεν είναι εύκολη.

Αλλά η ανάγνωση είναι επίσης ευχαρίστηση, και υπάρχουν βιβλία που μπορούμε -και πρέπει- να διαβάσουμε απλά και μόνο για να απολαύσουμε τον χρόνο μας και να απαλύνουμε τις στενοχώριες μας.

Αλλού, πρόσθετε: «Η συγγραφή είναι η απόλυτη μοναξιά, η κάθοδος στην κρύα άβυσσο του εαυτού σου».

Τι σημαίνει για σένα η διαδικασία της συγγραφής τόσο ως άτομο όσο και ως μέλος μιας κοινότητας/κοινωνίας γεμάτης αντιφάσεις;

Στα τρία τελευταία μου μυθιστορήματα (By Night in Tangier, Labyrinth of Illusions, Cave of Tablets), η γραφή είναι ένα εξέχον θέμα στα γεγονότα, ένα θέμα γύρω από το οποίο και μέσα στο οποίο περιστρέφεται η πλοκή.

Με απασχολεί και επιστρέφω συνεχώς σε αυτό.

Μερικές φορές, βλέπω την συγγραφή ως κατάρα. Είναι σαν μια γενετική ανωμαλία ή ο καρκίνος που προκαλεί χάος στο σώμα και το μυαλό.

Ωστόσο, είναι επίσης, και αυτό ισχύει για τον Κάφκα, μια εναλλακτική σε μια άλλη γενετική ανωμαλία που πυροδοτεί εικόνες στον εγκέφαλο, οδηγώντας το άτομο να γίνει προφήτης και να ξεκινήσει μια νέα θρησκεία.

Εννοώ ότι κάποια στιγμή, αν δεν «κατέλθει στην κρύα άβυσσο του εαυτού του» και δε σκάψει εκεί με την πένα της γραφής, θα γίνει, θέλοντας και μη, προφήτης που λαμβάνει θεία αποκάλυψη.

Σύμφωνα με έναν ακόμη αφορισμό του Κάφκα, «Είμαι ελεύθερος και γι’ αυτό είμαι χαμένος».

Πώς επιτυγχάνουμε την ατομική και συλλογική ελευθερία μέσα σ’ ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που, παρά τις παραπλανητικές του υποσχέσεις, συνθλίβει όποιον επιχειρεί να λειτουργήσει εκτός των επιβεβλημένων κανόνων;

Η ατομική ελευθερία δε θα επιτευχθεί εκτός εάν οι άνθρωποι απομακρυνθούν από την κοινότητα και απομονωθούν από την κοινωνία και τους περιορισμούς της.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτής της σωτηρίας δεν είναι στο χέρι κανενός, καθώς αυτή η πράξη απομόνωσης είναι μια πρόκληση ενάντια στα έθιμα της κοινωνίας και του συστήματος, μια πράξη που οι κυρίαρχοι θεσμοί δε θα επιτρέψουν.

Όσο για την συλλογική ελευθερία, δεν πιστεύω ότι είναι εφικτή. Η ανθρωπότητα έχει ξεπεράσει από καιρό αυτήν την πολυτέλεια με την πληθυσμιακή «έκρηξη». Η ανθρωπότητα έχει γίνει μια αγέλη που χαρακτηρίζεται από άγνοια και ένστικτο.

Αν δεν ελέγχεται από τους θεσμούς -θρησκευτικούς, πολιτικούς ή οικονομικούς-, θα είναι σαν ένα κοπάδι άγριων βοοειδών που κατεβαίνει από μια πλαγιά βουνού.

Ίσως η διαφορά μεταξύ του Κάφκα και εμένα είναι η εξής:

Παρά τον τρόμο και το μίσος μου για τους θεσμούς και την αίσθηση πως με βαραίνει το σύστημα, εγώ, σε αντίθεση με αυτόν, κατανοώ την αναγκαιότητα της ύπαρξής του και το ότι η κατάσταση θα ήταν χειρότερη χωρίς αυτό.

Υπάρχει εναλλακτική λύση; Μακάρι να υπήρχε.

Ο λεγόμενος «αραβικός κόσμος», οι αραβικές κουλτούρες και η αραβική γλώσσα με όλες τις συνδηλώσεις της συχνά παρερμηνεύονται, παρεξηγούνται και, σε πολλές περιπτώσεις, απαξιώνονται στην «Δύση».

Το να μιλάμε για παρανόηση της αραβικής κουλτούρας από τη «Δύση» θα μας οδηγήσει να πέσουμε στην παγίδα των θεωριών συνωμοσίας, υπονοώντας ότι ο αραβικός κόσμος στοχοποιείται από την Δύση. Όχι, δεν κλίνω προς αυτό το επιχείρημα.

Πράγματι, υπάρχει μια φαινομενική υποτίμηση της αξίας μας ως Άραβες, μια υποτίμηση της γλώσσας, του πολιτισμού, των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών παραγωγών μας, αλλά ο λόγος δεν είναι η Δύση, είμαστε εμείς.

Έχουμε ένα συγκλονιστικά υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού και ένα πολύ υψηλό ποσοστό φτώχειας παρά την διαθεσιμότητα φυσικών πόρων που θα επέτρεπαν στον αραβικό κόσμο να προχωρήσει όπως τουλάχιστον έχει προχωρήσει η Ευρώπη.

Ωστόσο, τα καθεστώτα μας έχουν διαφορετικές προτεραιότητες: καθαρή προσωπική απληστία και μια εμμονική επιθυμία να προσκολλώνται στην εξουσία.

Η φροντίδα για τον πολιτισμό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον γι’ αυτούς τους θεσμούς. Ορισμένοι, μάλιστα, επιδιώκουν άμεσα και σκόπιμα να «χαζέψουν» την κοινωνία για να διατηρήσουν την εξουσία του θρόνου.

Σε αντίθεση με τους μορφωμένους διανοούμενους, τα αδαή άτομα είναι πιο εύκολο να χειραγωγηθούν συναισθηματικά και, επομένως, να ελεγχθούν, ή τουλάχιστον να κατευθυνθεί ο θυμός τους μακριά από τα τείχη του παλατιού.

Η Δύση δε δίνει μεγάλη αξία στον αραβικό πολιτισμό γιατί, στην πραγματικότητα, είναι έτσι.

Φυσικά, αυτή είναι μια γενίκευση που δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπάρχουν διάσπαρτα άτομα σε όλο τον αραβικό κόσμο που παράγουν δημιουργικότητα και γνώση οι οποίες δεν είναι κατώτερες εκείνων των δυτικών ομολόγων τους, αλλά μάλλον τις ξεπερνούν.

Ωστόσο, πρόκειται για άτομα που δεν έχουν καμία δύναμη να διαμορφώσουν την γενική κουλτούρα.

Συμβάλλει το λογοτεχνικό σου έργο συμβάλλει στην κατάλληλη εκ νέου γνωριμία αυτού του σύμπαντος με ευρύτερα κοινά;

Δεν μπορώ να προβώ σ’ αυτήν την κρίση ο ίδιος. Βρίσκεται στα χέρια των αναγνωστών και των κριτικών. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως προσπάθησα. Λοιπόν, κατάφερα;

Έτσι νομίζω!

Και όσον αφορά στο μείζον ηθικό και πολιτικό διεθνές ζήτημα των καιρών μας, τα δεινά των Παλαιστινίων υπό την βάναυση κατοχή/τον γενοκτονικό πόλεμο του ισραηλινού κράτους, πού στέκεσαι;

Μπορώ να απαντήσω ξεκάθαρα με μια σύντομη πρόταση: «Είμαι με τους Παλαιστίνιους».

Προτιμώ, όμως, να παραθέσω ένα μεγάλο απόσπασμα από την ομιλία αποδοχής που εκφώνησε ο Χαρούκι Μουρακάμι όταν έλαβε το Βραβείο της Ιερουσαλήμ το 2009:

«Ανάμεσα σ’ έναν ψηλό, συμπαγή τοίχο και σ’ ένα αυγό που σπάει πάνω του, θα στέκομαι πάντα πλάι στο αυγό.

Ποιο είναι το νόημα αυτής της μεταφοράς; Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι πολύ απλό και ξεκάθαρο. Τα βομβαρδιστικά και οι δεξαμενές και οι πύραυλοι και τα βλήματα λευκού φωσφόρου είναι αυτό το ψηλό, συμπαγές τείχος.

Τα αυγά είναι οι άοπλοι πολίτες που συνθλίβονται και καίγονται και πυροβολούνται από αυτά. Αυτό είναι ένα νόημα της μεταφοράς.

Αυτό δεν είναι όλο, όμως. Κουβαλά ένα βαθύτερο νόημα. Σκεφτείτε το με τον εξής τρόπο: Kαθένας μας είναι, λίγο πολύ, ένα αυγό. Καθένας από εμάς είναι μια μοναδική, αναντικατάστατη ψυχή κλεισμένη σε ένα εύθραυστο κέλυφος.

Αυτό ισχύει για μένα, και ισχύει για τον καθένα από εσάς. Και καθένας από εμάς, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, είναι αντιμέτωπος μ’ έναν ψηλό, συμπαγή τοίχο. Ο τοίχος έχει ένα όνομα: είναι “Το Σύστημα”.

Το Σύστημα υποτίθεται ότι μας προστατεύει, αλλά μερικές φορές αποκτά την δική του ζωή και μετά αρχίζει να μας σκοτώνει και να μας κάνει να σκοτώνουμε άλλους: ψυχρά, αποτελεσματικά, συστηματικά».

Το μυθιστόρημα του Μοχάμαντ Σαΐντ Αχτζιούζ Ο Κάφκα στην Ταγγέρη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Εντύποις σε μετάφραση από τα αραβικά της Βίκυς Μπούτρη.