Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμίν Αλπέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμίν Αλπέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Εμίν Αλπέρ: «Αν ζεις στην Τουρκία, πάντα ασχολείσαι με την πολιτική»

 

Εμίν Αλπέρ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Το «βραδυφλεγές», πολυδιάστατο και υπνωτιστικό πολιτικό νεο-νουάρ/νεο-γουέστερν του Τούρκου σκηνοθέτη Εμίν Αλπέρ, Μέρες ξηρασίας, αποτελεί μια διεισδυτική «ανατομία» της τουρκικής κοινωνίας.

Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 2 Φεβρουαρίου. Συναντώντας τον σκηνοθέτη στο περσινό ΦΚΘ.

Οι περισσότερες ταινίες σου έχουν προβληθεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Όλες! Αυτή είναι η δεύτερη φορά που παρευρίσκομαι στο Φεστιβάλ. Η σύζυγός μου, η Άννα, κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη.

Πόσο βαθιά συνδέεσαι με την πόλη, λοιπόν; Νιώθεις σαν στο σπίτι σου εδώ;

Ερχόμαστε δυο φορές τον χρόνο, ενώ το καλοκαίρι μένουμε περισσότερο. Στα δεκαπέντε χρόνια γάμου με την σύζυγό μου αισθάνομαι τη Θεσσαλονίκη σαν γενέτειρά μου κατά το ήμισυ, αν και δεν μπορώ ακόμα να μιλήσω ελληνικά.

Από κινηματογραφικής άποψης, βελτιώνεσαι με κάθε καινούριο φιλμ σου.

Ας ελπίσουμε να μπορώ να πω το ίδιο για τα ελληνικά μου!

Η πιο πρόσφατη δουλειά σου, Μέρες ξηρασίας, που κάνει την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 63ου ΦΚΘ, είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο και πολυδιάστατο. Τι το ιδιαίτερο είχε η τοποθεσία όπου γυρίστηκε;

Κατ’ αρχάς έπρεπε να είναι ένα ξηρό μέρος, σχεδόν σαν έρημος, οπότε από νωρίς είχα τη Μέση Ανατολία κατά νου. Ταυτόχρονα, αυτή η περιοχή είναι και η πιο συντηρητική στην Τουρκία.

Μετά από εκτεταμένη έρευνα, αποφασίσουμε να γυρίσουμε την ταινία στην Καισάρεια, πολύ κοντά στην Καππαδοκία. Ανέκαθεν θεωρούσα το φιλμ ένα είδος νεο-νουάρ και νεο-γουέστερν.

Εκτιμάς αυτά τα κινηματογραφικά είδη και ως θεατής; Με εξαίρεση τη Φρενίτιδα, θυμάμαι πως οι υπόλοιπες δουλειές σου είναι γυρισμένες στην τουρκική ενδοχώρα.

Είμαι οπαδός και των δύο ειδών. Τα γουέστερν, ιδίως, έχουν ασκήσει μεγάλη επίδραση στη φαντασία μας από την παιδική μας ηλικία. Έβλεπα χιλιάδες γουέστερν στην Τηλεόραση ως παιδί.

Αισθητικά, μού αρέσουν και τα νουάρ, κι έχουν υπάρξει εξίσου επιδραστικά.




Οι Μέρες ξηρασίας είναι μια έντονα πολιτική ταινία, αν και με έμμεσο τρόπο. Συνδέεσαι, επομένως, με την πολιτικοποιημένη εκδοχή των νουάρ;

Μολονότι δεν είναι ο αρχικός μου στόχος, πάντα καταλήγω να γυρίζω πολιτικά φιλμ. Αν ζεις σε μια χώρα όπως η Τουρκία, πάντα ασχολείσαι με την πολιτική. Δεν μπορείς να την αποφύγεις.

Αποτελεί αυτό πρόκληση για σένα το να αποτυπώνεις φιλμικά αυτό το περίπλοκο -και συχνά ασφυκτικό- κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον χωρίς να κάνεις «εκπτώσεις» στο καλλιτεχνικό σου όραμα;

Πάντα βιώνω ένα άγχος και μια ένταση και δεν μπορώ να αποτυπώσω πλήρως όσα έχουμε ζήσει στη χώρα μου: το να συλλαμβάνονται οι φίλοι σου, να απειλείσαι με σύλληψη.

Είναι δύσκολο να αποτυπώσεις αυτή την αίσθηση ασφυξίας, οπότε ναι, είναι πρόκληση.

Είναι επίσης πρόκληση να κάνεις ταινίες χωρίς συμβιβασμούς, καθώς υφίστανται σοβαρές πιέσεις σε σχέση με τη χρηματοδότηση των ταινιών μας, μιας και εξαρτώμαστε από δημόσιους πόρους.

Οι Μέρες ξηρασίας ήταν ίσως το φιλμ που δυσκολεύτηκα πιο πολύ να γυρίσω από όλες τις απόψεις: σεναριακά, και σε επίπεδο παραγωγής και χρηματοδότησης.

Θίγει μια πλειάδα ζητημάτων, από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά στη σεξουαλική κακοποίηση των γυναικών και την αναπαράσταση LGBTQ χαρακτήρων. Ποιο από αυτά τα θεματικά «νήματα» λειτούργησε ως η αφετηρία;

Ο αρχικός άξονας ήταν ο πολιτικός, ιδίως αυτός που συνδέεται με το ζήτημα της λειψυδρίας, και η διαμάχη ανάμεσα στον δήμαρχο και τον εισαγγελέα. Ήταν, όμως, ανεπαρκής, γι’ αυτό και ήθελα να εισαγάγω επιπλέον επίπεδα.

Έτσι προέκυψε το αφηγηματικό στοιχείο του εγκλήματος σχετικά με την κακοποίηση του γυναικείου χαρακτήρα. Αυτό έκανε το φιλμ πιο νουάρ.

Το τρίτο επίπεδο ήταν εκείνο της ομοφοβίας. Κάποια άλλα επίπεδα δε λειτούργησαν και τα αφαίρεσα. Στο τέλος, προσπαθώ να κάνω την ταινία πιο οργανική.

Η νοοτροπία, οι κοινωνικές στάσεις που αναδεικνύεις συναντώνται μόνο στην Τουρκία ή σε συγκεκριμένες περιοχές της;

Θίγει ζητήματα που έχουν καθολικό χαρακτήρα. Αυτό το φιλμ θα μπορούσε να έχει γυριστεί στον αμερικανικό Νότο, γιατί η έμπνευσή μου αντλείται από βορειοαμερικανικές ταινίες.

Μπορεί να εμπνεύστηκα τους κυνηγούς αγριογούρουνων από τα Αδέσποτα σκυλιά του Σαμ Πέκινπα. Η λειψυδρία μπορεί να παραπέμπει στο Τσάιναταουν του Πολάνσκι.

Δεν προσφέρει πολλή ελπίδα, ωστόσο: ούτε στον θεατή, ούτε σε σχέση με την ανθρώπινη κατάσταση, ούτε και αναφορικά με το κοινωνικοπολιτικό κλίμα στην Τουρκία.

Παρ’ όλα αυτά, μπορώ να πω πως πρόκειται για το πιο αισιόδοξο φιλμ μου, κυρίως λόγω της τελευταίας σκηνής του. Κι έτσι το εξέλαβαν στην Τουρκία.




Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για τον καλών προθέσεων, ευάλωτο εισαγγελέα Εμρέ, που προσπαθεί να βρει την αλήθεια κάτω από την επιφάνεια και συντρίβεται από πολλές απόψεις;

Ο εισαγγελέας αντιπροσωπεύει -περισσότερο ή λιγότερο- εμάς, τους ανθρώπους της πόλης, τους «πολιτισμένους διανοούμενους» που δεν καταλαβαίνουν γιατί εκλέγονται από την πλειοψηφία αυτές οι αυταρχικές, διεφθαρμένες φυσιογνωμίες.

Ασφυκτιούμε λόγω της αδικίας και της διαφθοράς και δεν κατανοούμε γιατί εκλέγονται διαρκώς αυτοί οι άνθρωποι. Ο εισαγγελέας πρέπει, λοιπόν, να βιώνει τα δικά μας συναισθήματα: την απελπισία, την απομόνωση, τον θυμό.

Κι η δικαστίνα Ζεϋνέπ; Φαίνεται βολεμένη και προσαρμοστική.

Η Ζεϋνέπ ενσαρκώνει τον τυπικό γραφειοκράτη που έχει συμβιβαστεί και προσαρμοστεί στην κατάσταση, ενδιαφερόμενη για την καριέρα της. Πάντα συμβουλεύει τον Εμρέ να ακολουθήσει τον δρόμο της, να μην είναι ξεροκέφαλος.

Έπειτα έχουμε τον όχλο.

Έχουμε βιώσει αυτή την οχλοκρατική νοοτροπία τα τελευταία χρόνια: μερικές φορές μέσω των social media, άλλες μέσα από σωματικές απειλές.

Υπάρχουν, εξάλλου, θλιβερά γεγονότα όπως τη Σφαγή της Σεβάστειας τον Ιούλιο του 1993, κατά την οποία 35 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί από όχλο. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως οι Κούρδοι είναι στόχοι αυτής της οχλοκρατικής βίας.

Πρόσφατα, ένας σκηνοθέτης φίλος μου «λιντσαρίστηκε» διαδικτυακά επειδή υπερασπίστηκε μια γιατρό που είχε συλληφθεί. Πάντα ζούμε με αυτές τις απειλές. Ήθελα, λοιπόν, να αποτυπώσω την αίσθηση φόβου και τρόμου.




Πώς κι έχεις ξεφύγει -από σωματικής άποψης- από αυτόν τον τρόμο;

Ως σκηνοθέτες καλλιτεχνικών ταινιών δεν αποτελούμε ακόμα σοβαρούς στόχους της κυβέρνησης. Δεν είμαστε τόσο δημοφιλείς.

Κι όμως, το τελευταίο σου φιλμ επαινέθηκε ευρέως και έλαβε πολλά βραβεία- και στην Τουρκία.

Προφανώς νιώθουμε απειλή. Δεχόμαστε επιθέσεις στα μίντια, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν είμαστε, πάντως, τόσο επικίνδυνοι ώστε να συλληφθούμε. Πρέπει, βέβαια, να προσέχουμε, να μην είμαστε καμικάζι, να αυτοπροστατευόμαστε.

Διευθύνεις και μια Ταινιοθήκη.

Είναι καινούρια.

Πώς και διορίστηκες εσύ σ’ αυτή τη θέση; Ή σε επέλεξαν οι συνάδελφοί σου;

Αυτή η Ταινιοθήκη δεν επιχορηγείται από το κράτος, ιδρύθηκε από τον Δήμο του Καντίκιοϊ, που διοικείται από την αντιπολίτευση. Δεν είναι κάτι κεντρικό, αλλά είναι σημαντικός θεσμός, άρχισε να λειτουργεί το 2021 και πηγαίνει καλά.

Στην αρχή δεν ήθελα να αναλάβω αυτή τη θέση. Δεν πρόκειται για πλήρη απασχόληση, αλλιώς δε θα μπορούσα να κάνω ταινίες.

Είχες προηγούμενη εμπειρία;

Ως φοιτητής, οπότε και εκδίδαμε ένα κινηματογραφικό περίοδο στο οποίο έγραφα άρθρα.

Χαίρομαι που ατή η Ταινιοθήκη έχει απήχηση σε ολοένα και μεγαλύτερο κοινό, κυρίως νεανικό.

Μιας κι είσαι άνθρωπος του σινεμά, αισθάνεσαι πως ο κινηματογράφος θα εξακολουθήσει να ασκεί επιρροή μετά από ή ανάμεσα σε περιόδους πανδημίας και άλλων κρίσεων;

Η Τουρκία είναι εξαιρετικά διαιρεμένη. Από τη μια, έχουμε μια δυναμική, σκεπτόμενη, γεμάτη ελπίδες νέα γενιά ανθρώπων- είναι ο λόγος να νιώθουμε ελπίδα γι’ αυτή τη χώρα.

Στην Τουρκία το σινεφίλ κοινό είναι νεανικό, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λογοτεχνία ή την πολιτική.

Από την άλλη, οι υποστηρικτές του Ερντογάν έχουν πολύ μικρή απήχηση στη νέα γενιά. Στους/στις κάτω των 30 το κόμμα του δεν αποσπά περισσότερο από το 15%, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.

Αν στις επικείμενες εκλογές ηττηθεί ο Ερντογάν, θα υπάρχουν πολλοί λόγοι να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της Τουρκίας.

Είναι πιθανή μια τέτοια εξέλιξη;

Επί του παρόντος, ναι, γιατί υπάρχει οικονομική κρίση κι έχει υποχωρήσει η δημοφιλία του. Θα έκανε, όμως, τα πάντα για να κερδίσει αυτές τις εκλογές.

Υφίσταται βιώσιμη εναλλακτική στο καθεστώς του;

Η κατάσταση στην Τουρκία είναι τόσο σκοτεινή, ώστε δεν έχεις την πολυτέλεια να σκέφτεσαι για τους διαδόχους. Ο οποιοσδήποτε θα ήταν καλύτερος από τον Ερντογάν. Ζούμε σε μια ημι-φασιστική δικτατορία.

Έξι κόμματα συνθέτουν τον συνασπισμό της Αντιπολίτευσης και συμπράττουν.

Υπάρχει και το φιλοκουρδικό HDP, που λειτουργεί ως ανεξάρτητος αντιπολιτευτικός πόλος.

Το HDP είναι πάντα απομονωμένο, και το πιο πιθανό είναι ότι θα υποστηρίξει τον υποψήφιο του συνασπισμού της Αντιπολίτευσης. Ο χειρότερος υποψήφιος της Αντιπολίτευσης θα ήταν πολύ καλύτερος από τον Ερντογάν.

Η συνέντευξη με τον σκηνοθέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Κερκινό, «ψυχή» του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια όπου το φιλμ έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του, για την πολύτιμη συνδρομή του στη διοργάνωσή της.

Η ταινία του Εμίν Αλπέρ Μέρες ξηρασίας προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 2 Φεβρουαρίου σε διανομή του Mικρόκοσμου.



Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Εμίν Αλπέρ: «Η Τουρκία πάντα ήταν ενός είδους αστυνομικό κράτος»


«Παντρεύοντας» δεξιοτεχνικά το πολιτικό σχόλιο με την υπαρξιακή καταβύθιση, ο Εμίν Αλπέρ, από τους πλέον ταλαντούχους σκηνοθέτες του σύγχρονου τουρκικού σινεμά και συνάμα ιστορικός, παραδίδει με τις Υποψίες ένα «καλοκουρδισμένο» κι εξαιρετικά επίκαιρο θρίλερ. Ένα θρίλερ εκτυλισσόμενο σε μια Ισταμπούλ βυθισμένη στη δίνη της κρατικής καταστολής και της πολιτικής βίας, με πρωταγωνιστές δύο αδέρφια, τον Καντίρ, που αποφυλακίζεται υπό τον όρο να γίνει πληροφοριοδότης της αστυνομίας, και τον Αχμέτ, που δουλεύει στην ομάδα εξολόθρευσης αδέσποτων σκύλων. Οι ζωές τους θα συναντηθούν, με δραματικές συνέπειες. Συνομιλώντας με τον Εμίν Αλπέρ, ενόψει της κυκλοφορίας της ταινίας του στις αίθουσες στις 2 Μαρτίου.  

Έχοντας υπάρξει λάτρης του σινεμά πριν γίνεις σκηνοθέτης, απέκτησες έτσι μεγαλύτερη επίγνωση των απαιτήσεων της τέχνης σου και των δικών σου εκφραστικών τρόπων και αναγκών; Ποιοι σκηνοθέτες, εγχώριοι και από το εξωτερικό, υπήρξαν οι πιο θεμελιώδεις επιρροές σου και γιατί;

Πραγματικά αγαπώ τον Βισκόντι, τον Φάσμπιντερ, τον Κιούμπρικ, τον πρώιμο Πολάνσκι και τον Χάνεκε. Βρίσκω τον κινηματογράφο τους οξύ, έντονο, κριτικό κι ευφυή. Έμαθα πολλά από τον Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν: πώς μπορούν οι λεπτομέρειες να είναι σημαντικές, πώς η σιωπή μπορεί να δημιουργήσει αγωνία. Το σινεμά του με δίδαξε τη σπουδαιότητα του σχεδιασμού του ήχου και, το πιο σημαντικό, πώς η νατουραλιστική και πειστική ηθοποιία μπορεί να αλλάξει τα πάντα σε μια ταινία. Αλλά πάντα νομίζω ότι οι λογοτεχνικές επιδράσεις είναι το ίδιο σημαντικές με εκείνες των σκηνοθετών για μένα. Νιώθω πως είμαι βαθιά εντυπωσιασμένος από τους Ρώσους συγγραφείς: τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Τσέχοφ. Από πολλούς κλασικούς, όπως τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Ουίλιαμ Φόκνερ- και από την Τουρκία τον Γιασάρ Κεμάλ, βεβαίως.

Εκτός του ότι είσαι σκηνοθέτης, είσαι και ιστορικός. Με ποια έννοια αυτές οι δύο πτυχές των ενασχολήσεών σου συνυφαίνονται στην κινηματογραφική σου δουλειά;

Είναι δύσκολο να προσδιορίσω ακριβώς πώς αυτές οι δύο πλευρές μου αλληλεπιδρούν. Αλλά, αναμφίβολα, αλληλοτροφοδοτούνται. Συνειδητοποιώ ότι και στην Ιστορία και στο σινεμά διατυπώνω παρόμοια ερωτήματα. Προσπαθώ να καταλάβω τη «διαβολική» πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ως ιστορικός, ενδιαφέρομαι για τους πολέμους, τις γενοκτονίες, τις πολιτικές συγκρούσεις. Προσπαθώ να κατανοήσω, όπως το θέτει ο Καρλ Σμιτ, πώς οι κατηγορίες του «εχθρού» και του «φίλου» κατασκευάζονται διαμέσου της Ιστορίας και γιατί οι ανθρώπινες υπάρξεις πάντα χρειάζονταν εχθρούς. Θέτω παρόμοια ερωτήματα στις ταινίες μου. Επιχειρώ να καταλάβω μέσα από τους χαρακτήρες μου πώς λειτουργεί η παράνοια στο ψυχολογικό τους σύμπαν και τους πείθει ότι η απειλή/εχθρός θα έπρεπε να εξαλειφθεί.



Γιατί επέλεξες την Ισταμπούλ ως τοποθεσία για τα γυρίσματα των Υποψιών, κατ’ αρχήν; Σε ποια γειτονιά γυρίστηκε το φιλμ και γιατί;

Οι εμπνεύσεις μου προέρχονται από τις φτωχογειτονιές της Ισταμπούλ. Έζησα εκεί τα τελευταία 25 χρόνια και την ξέρω πολύ καλά, και γνωρίζω ότι υπάρχουν τέτοιες τοποθεσίες στην περιφέρεια της πόλης, που έχουν καταληφθεί από παράνομες πολιτικές ομάδες, κι έγιναν το πεδίο μάχης ανάμεσα σ’ αυτές και την αστυνομία. Η γειτονιά, όπου γυρίσαμε την ταινία, βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Ισταμπούλ. Η τοποθεσία με έλκυσε από την πρώτη φορά που την είδα, γιατί ήταν τριγυρισμένη με φυσικό τρόπο από τα καινούρια ψηλά κτίρια. Η εντύπωση του αποκλεισμού γινόταν αντιληπτή ακόμα κι από το τοπίο της γειτονιάς.

Η τελευταία σου ταινία μέχρι σήμερα δε θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη τον καιρό της κυκλοφορίας της και, ίσως ακόμα περισσότερο, στις μέρες μας, καθώς καταπιάνεται με το σπιράλ της κρατικής καταστολής που εισχωρεί σε κάθε «πόρο» της κοινωνικής και προσωπικής ζωής και της εναντιωματικής πολιτικής βίας. Ποια ήταν η αφετηρία του σεναρίου σου και πώς θα οριοθετούσες την πολυσυζητημένη έννοια «τρομοκρατία» σήμερα- και όχι μόνο στην Τουρκία;

Το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου γράφτηκε το 2009, πολύ πριν τα πρόσφατα γεγονότα. Η έμπνευσή μου προερχόταν, κυρίως, από τη δεκαετία του ’90, την περίοδο, κατά την οποία ο πόλεμος ανάμεσα στους Κούρδους ένοπλους και το κράτος ήταν στο ζενίθ του. Εκείνα τα χρόνια υπήρχαν ακόμα ένοπλες αριστερές ομάδες δραστήριες στις παραγκουπόλεις. Επηρεάστηκα από τις αναμνήσεις μου εκείνων των χρόνων. Επομένως, η διασταύρωση του περιεχομένου της ταινίας και της πολιτικής ατζέντας της χώρας μου είναι, από τη μία, ενός είδους σύμπτωση. Αλλά, από την άλλη, δεν είναι, γιατί, στη χώρα μας, βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο σπιράλ κάθε τόσο. Η τουρκική κοινωνία αμαυρώνεται από συγκρούσεις και βαθιά κοινωνικά χάσματα. Και, δυστυχώς, οι πολιτικοί χρησιμοποιούν και χειραγωγούν αυτά τα χάσματα, για να παραμείνουν στην εξουσία. Πολύ σπάνια κάποιοι μεταρρυθμιστές τολμούν να λύσουν αυτά τα προβλήματα, αλλά γρήγορα καταλαβαίνουν ότι η επίλυσή τους δεν είναι προς το συμφέρον τους, μιας και δεν τους βοηθά να κρατηθούν στην εξουσία.



Αναφορικά με την «τρομοκρατία», πρόκειται για εξαιρετικά αμφιλεγόμενη έννοια. Ως ιστορικός, προσπαθώ, επίσης, να βρω έναν ορισμό της με νόημα. Αλλά, προς το παρόν στη χώρα μου, αυτοί οι ακαδημαϊκοί ορισμοί είναι άσχετοι. Γιατί τώρα «τρομοκράτης» μπορεί να είναι κάθε είδους αντιπολιτευόμενος. Όλα τα είδη αντιπολίτευσης μπορούν να οριστούν ως βλαπτικά για τους ανθρώπους, και τόσο επικίνδυνα όσο κι η «τρομοκρατία».  

Θα έλεγες, λοιπόν, πως η Τουρκία μετατράπηκε σταδιακά εκ νέου σε αστυνομικό κράτος, κυρίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και την ανελέητη δίωξη σχεδόν όλων όσοι θεωρούνται «εχθροί του κράτους», είτε πραγματικοί ή φανταστικοί, από το τρέχον καθεστώς;

Ακριβώς. Τώρα δεν υπάρχει κράτος δικαίου στην Τουρκία. Η Τουρκία πάντα ήταν ενός είδους αστυνομικό κράτος. Αλλά, τώρα, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη. Δεν υπάρχει Σύνταγμα, δεν υπάρχει δικαιοσύνη, υπάρχουν μόνο εντολές. Όπως λες, η προτεραιότητα του κράτους είναι να εξαλείψει τους «εχθρούς». Και ο «εχθρός» δεν είναι δικαστική κατηγορία, είναι πολιτική κατηγορία κατασκευασμένη από την «ηγεσία» μας.

Από το Abluka (Μπλόκο) στο Frenzy (Φρενίτιδα) και στις Υποψίες (η ελληνική εκδοχή του τίτλου της ταινίας σου), το φιλμ σου μοιάζει να ενθαρρύνει διαφορετικές «αναγνώσεις», αν αυτό αντανακλάται στην επιλογή των αντίστοιχων τίτλων. Πού αποδίδεις το γεγονός αυτό;  

Μου αρέσουν οι διαφορετικές «αναγνώσεις» και προτιμώ σενάρια που είναι ανοιχτά σε αυτές. Αλλά οι διαφορετικοί τίτλοι δε σχετίζονται με το γεγονός αυτό, αλλά με τις διαμάχες ανάμεσα σε μένα και τους παραγωγούς μας. Ήθελα να μείνω σταθερός στον τουρκικό τίτλο Abluka, που σημαίνει «μπλόκο», αλλά δε συμφώνησαν μαζί μου. Ο αρχικός τίτλος του εγχειρήματος ήταν Φρενίτιδα, και θεώρησαν πως αυτός ήταν πιο ελκυστικός για το διεθνές κοινό. Υποψίες είναι η επιλογή του Έλληνα διανομέα μας.



Από ένα ορισμένο σημείο κι εξής, τα όρια ανάμεσα στην «πραγματικότητα» και το «όνειρο» στις Υποψίες θολώνουν, κι αυτό είναι μια από τις αρετές της ταινίας. Γιατί η δημιουργία αυτής της αίσθησης αβεβαιότητας, αν όχι παράνοιας, είναι τόσο σημαντική;

Βρίσκω την παράνοια και την τρέλα και αισθητικά και πολιτικά αποκαλυπτικές. Η φαντασία των παρανοϊκών χαρακτήρων ανοίγει πολλούς δρόμους στο μυαλό μας και βελτιώνει τη φαντασία μας. Ίσως να πρόκειται για την ντοστογιεφσκική επιρροή, πάντα θεωρώ ότι οι ψευδαισθήσεις ενός τρελού μυαλού είναι καλλιτεχνικά έντονες. Για το πολιτικό μας πλαίσιο, η παράνοια λέει κάτι ακόμα σημαντικό. Σε μια συγκρουσιακή κοινωνία, όπου οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο και τείνουν να νομίζουν πως ο «εχθρός» είναι εντός, χάρη στην κρατική προπαγάνδα που διαρκώς μας λέει ότι είμαστε περικυκλωμένοι από εχθρούς- εκτός κι εντός-, η παράνοια είναι από τους κεντρικούς τρόπους να βλέπουμε τα πράγματα. Πάντα σκεφτόμαστε μέσω θεωριών συνωμοσίας. Καθένας πιστεύει πως η χώρα και ο ίδιος είναι θύματα διαρκών συνωμοσιών. Η παράνοια διογκώνει τη διάκριση ανάμεσα στον «εχθρό» κι «εμάς». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο «εχθρός» πάντα οργανώνει συνωμοσίες εναντίον μας, και, στην πραγματικότητα, οι αποτυχίες, τα προβλήματα κι οι κρίσεις μας οφείλονται σ’ αυτές τις συνωμοσίες. Αυτός ο παρανοϊκός τρόπος σκέψης ενθαρρύνει την ιδέα πως, αν εξαλείψουμε τον «εχθρό», όλα θα γίνουν ειρηνικά και σπουδαία. Στην πραγματικότητα, η ίδια η παράνοια είναι εμπόδιο για την κοινωνική ειρήνη.



433 κινηματογραφιστές βρίσκονται υπό καθεστώς αστυνομικής έρευνας στην Τουρκία, επειδή συνυπέγραψαν μια διακήρυξη υποστήριξης της ειρήνης με τους Κούρδους και της επιστροφής της τουρκικής κυβέρνησης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ως σκηνοθέτης με πολιτική συνείδηση, αισθάνεσαι αλληλέγγυος απέναντί τους; Ή νομίζεις ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει, βασικά, να εκφράζεται μέσω της δουλειάς του;

Στην πραγματικότητα, οι 433 κινηματογραφιστές υπέγραψαν τη διακήρυξη για να υποστηρίξουν τους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι είχαν υπογράψει την αρχική διακήρυξη υποστηρίζοντας την ειρήνη και ασκώντας κριτική στις κυβερνητικές πολιτικές. Και είμαι ανάμεσα σ’ εκείνους τους ακαδημαϊκούς. Είμαστε, επίσης, υπό καθεστώς έρευνας. Και πολλοί φίλοι μας έχουν απολυθεί από τα πανεπιστήμια κατά τις τελευταίες εκκαθαρίσεις εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Πιστεύω πως, σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν μπορείς απλώς να λες «ο καλλιτέχνης πρέπει να εκφράζεται μέσω της δουλειάς του». Είμαστε πολίτες, και ως τέτοιοι πρέπει και να μιλάμε.

Μιλώντας για το τουρκικό σινεμά συνολικά, αλληλεπιδρά ικανοποιητικά με το εγχώριο κοινό; Κι αυτό αφορά στις ταινίες που κερδίζουν προβολή κι αναγνώριση σε ξένα φεστιβάλ, ή σε άλλους τίτλους, που δεν απολαμβάνουν απαραιτήτως διεθνή «καριέρα»;

Ο αριθμός των παραγωγών στην Τουρκία έχει αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Πέρσι παρήχθησαν 170 φιλμ. Τα περισσότερα είναι εμπορικά, αλλά και τα ανεξάρτητα αυξάνονται αριθμητικά. Όλα αυτά σημαίνουν έντονο ανταγωνισμό στις αίθουσες. Ούτε ο αριθμός των αιθουσών, ούτε το κοινό αυξάνονται εξίσου γρήγορα με τον αριθμό των παραγωγών. Δημιουργείται ενός είδους «μποτιλιάρισμα». Έτσι, οι καλλιτεχνικές ταινίες δυσκολεύονται να φτάσουν στο κοινό στις αίθουσες. Αν έχεις φεστιβαλική επιτυχία, πρέπει να νιώθεις τυχερός. Το πρώτο μου φιλμ έκοψε 30.000 εισιτήρια και το δεύτερο 22.000, συνεπώς η κατάσταση χειροτερεύει, λόγω του ανταγωνισμού. Αλλά η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη, αν έχεις μόνο μέτρια φεστιβαλική επιτυχία. Μερικές πολύ καλές ταινίες, των οποίων η φεστιβαλική φήμη ήταν σχετικά μέτρια, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν τα 10.000 εισιτήρια.  



Όταν βρίσκεσαι σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, αισθάνεσαι ως «εκπρόσωπος» μιας ορισμένης Τουρκίας- της δικής σου Τουρκίας, σε κάθε περίπτωση;

Δε νιώθω πως είμαι εκπρόσωπος του οτιδήποτε. Στα φεστιβάλ, μισώ τις ερωτήσεις που υποθέτουν ότι είμαι εκπρόσωπος ενός είδους Πολιτιστικού Γραφείου ή Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας. Θέλω να κάνω τέχνη, κι η χώρα μου είναι το υλικό μου. Αυτό είναι όλο.

Υποθέτω πως δουλεύεις πάνω στην καινούρια σου ταινία μυθοπλασίας. Ξεδιπλώνει παρόμοια θεματικά, στιλιστικά κι αφηγηματικά «νήματα» με τις προηγούμενες;

Όχι. Αυτή τη φορά δεν υπάρχει παράνοια, δεν υπάρχει τρέλα, δεν υπάρχει αυτή η εναλλαγή ονείρου-πραγματικότητας, και θα υπάρξουν περισσότερες γυναίκες πρωταγωνίστριες. Αλλά, καθόλου περιέργως, δεν μπορέσαμε να λάβουμε χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, το μόνο δημόσιο χρηματοδοτικό φορέα στην Τουρκία. Προσπαθούμε να βρούμε καινούριες πηγές.

Ευχαριστώ θερμά τον Εμίν Αλπέρ για το χρόνο του και τον Γιώργο Στεργιάκη της AMA Films για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Εμίν Αλπέρ Υποψίες προβάλλεται στις αίθουσες από τις 2 Μαρτίου σε διανομή της AMA Films.