Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Aμπντελά Ταϊά: «Η Δυτική αποικιοκρατία δεν τελείωσε ποτέ»

 

Αμπντελά Ταϊά (Φωτογραφία: Abderrahim Annag)

Καταγόμενος από φτωχή οικογένεια, ο Μαροκινός συγγραφέας και σκηνοθέτης Αμπντελά Ταϊά είναι ένας από τους πρώτους ανοιχτά γκέι σύγχρονους Άραβες καλλιτέχνες.

Συνομιλώντας μαζί του με αφορμή το αφιερωμένο στην μητέρα του μυθιστόρημά του, Η ζωή με το δικό σου φως, για το Μαρόκο, την Γαλλία, την Ευρώπη, την Παλαιστίνη, την τέχνη και την ομοφυλοφιλία.

Μεγαλώνοντας στο Μαρόκο της δεκαετίας του 1970 ως γκέι, ήταν η «Δύση» -ιδίως η Γαλλία- συνώνυμα της καλλιτεχνικής/υπαρξιακής/σεξουαλικής απελευθέρωσης, το πλαίσιο μέσα στο οποίο είχες οραματιστεί να υλοποιήσεις τα όνειρά σου;

Γεννήθηκα σε μια φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια. Μιλούσαμε στα αραβικά, όπως και η πλειοψηφία των Μαροκινών.

Η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε από τους πολύ πλούσιους Μαροκινούς για να ξεχωρίσουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό και εναντίον ημών, των φτωχών.

Ποτέ δεν ονειρευόμουν ότι η εκμάθηση γαλλικών θα με ελευθερώσει και θα με βοηθήσει να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.

Από την αρχή ήμουν τόσο πολύ δεμένος με την αραβική γλώσσα μου και τα καλλιτεχνικά μου όνειρα ήταν στα αραβικά και τα πρότυπά μου ήταν οι μεγάλες παλιές αιγυπτιακές ταινίες και οι Αιγύπτιοι αστέρες του κινηματογράφου. 

Η Γαλλία ήταν τόσο μακριά από την πραγματικότητά μου. Δεν επηρεάστηκα από αυτή.

Πιο πολύ επηρεάστηκα από τους αγώνες και τις στρατηγικές επιβίωσης που εφευρέθηκαν από τη μητέρα μου και τις έξι αδερφές μου για να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από τη φτώχεια. Πάντα ήθελα να είμαι μέρος αυτών των στρατηγικών.

Ως γκέι, επιβίωσα μιμούμενος τη μητέρα μου και τις έξι αδερφές μου.

Η Δύση ήταν εκτός «κάδρου» εκείνη την εποχή για μένα.

Φτάνοντας στην Γαλλία πριν από 25 χρόνια, απογοητεύτηκες ή, αντίθετα, αυτό που αρχικά συνάντησες/βίωσες ενίσχυσε τη θέλησή σου να παραμείνεις «εκπατρισμένος»;

Μόλις έφτασα στη Γαλλία, κατάλαβα πως οι αγώνες μου θα ήταν μεγαλύτεροι εδώ. Γιατί, ξαφνικά, για τους Δυτικούς ήμουν ο Άραβας, ο Μουσουλμάνος.

Με έβλεπαν με τρόπο που δεν περίμενα. Ο ρατσισμός ήταν εκεί, αμέσως. Η ελευθερία στη Γαλλία δεν είναι για όλους, δυστυχώς. Οι άνθρωποι μας έβλεπαν, εμένα, ως κατώτερους: γκέι, ναι, αλλά Άραβα, μουσουλμάνο, όχι τόσο σημαντικό όσο αυτοί.

Η περιορισμένη οπτική τους για την Ιστορία του Ισλάμ και των Αράβων ήταν συγκλονιστική για μένα. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να βρεθεί ο σωστός τρόπος να αντισταθώ σε αυτόν τον ωμό ρατσισμό.

«Για να κατακτήσω [τα φτωχά γαλλικά μου], αποφάσισα να γράψω το ημερολόγιό μου στα γαλλικά. Η λογοτεχνική μου γραφή προέκυψε από αυτή τη σχέση και από εκείνο το ημερολόγιο, που κρατούσα για πολλά χρόνια στο Μαρόκο. Έτσι έγινα συγγραφέας» δηλώνεις σε συνέντευξή σου.

Θα ήθελες ν’ αναλύσεις την επίπονη διαδικασία μέσω της οποίας, αρχικά ως φοιτητής, «ανέκτησες» την «γλώσσα των πλουσίων», του καταπιεστή, μετατρέποντάς τη σε ισχυρό εργαλείο για την εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού σου;

Σε ηλικία δώδεκα ετών, επηρεασμένος από τον αιγυπτιακό κινηματογράφο, αποφάσισα πως θα γίνω σκηνοθέτης στο μέλλον. Μια μέρα, ανακάλυψα ότι στο Παρίσι υπάρχει μια σπουδαία σχολή κινηματογράφου: η FEMIS.

Ενστικτωδώς, ήξερα πως έπρεπε να πάω εκεί για να σπουδάσω κινηματογράφο. Αλλά ήμουν φτωχός. Δεν είχα τα χρήματα για να κάνω ακριβά ταξίδια στην Γαλλία.

Ποια ήταν τότε η πρώτη κίνηση για να πραγματοποιηθεί αυτό το όνειρο; Να τελειοποιήσω το επίπεδό μου στην γαλλική γλώσσα. Να δω τι υπάρχει μέσα της χωρίς να υποκύψω σ’ αυτή.

Γι’ αυτό, στο πανεπιστήμιο του Ραμπάτ, σπούδασα γαλλική φιλολογία επί έξι χρόνια.

Τον πρώτο χρόνο, συνειδητοποίησα ότι τα γαλλικά μου ήταν πραγματικά πολύ άσχημα επειδή προερχόμουν από δημόσιο κυβερνητικό σχολείο όπου το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας γινόταν στα αραβικά.

Το όνειρο του κινηματογράφου οδήγησε στην δεύτερη πολύ σημαντική απόφαση, κάθε μέρα να γράφω σημειώσεις στο ημερολόγιο στα γαλλικά.

Να γράφω για ό,τι βλέπω γύρω μου: για μένα, το παρελθόν, το παρόν, τους αγώνες, την μητέρα μου, την ομοφυλοφιλία μου, την επιθυμία, το φύλο. Να γράφω τα πάντα σε μια γλώσσα που δεν έμαθα, για να γίνω τέλειος σ’ αυτή.

Διαισθητικά, στις σημειώσεις δε μιμήθηκα τα γαλλικά βιβλία, την γαλλική πραγματικότητα, τους Γάλλους συγγραφείς, τις γαλλικές θεωρίες.

Απλώς επέβαλλα στην γαλλική γλώσσα την δική μου πραγματικότητα, τα δικά μου όνειρα, το δικό μου σπίτι, το Μαρόκο των φτωχών, αλλά χωρίς να είμαι μίζερος ή συγκαταβατικός.

Βλέπεις, στο πανεπιστήμιό μου μελετούσα Σταντάλ, Zολά, Φλωμπέρ, Mαργκερίτ Ντυράς, Aρτούρ Ρεμπώ κ.λπ., αλλά δεν τους φοβόμουν, δεν ένιωθα κατώτερός τους.

Έγραφα ταυτόχρονα για την μαροκινή μου πραγματικότητα με την δική της λογική και δυναμική. Το έκανα ασταμάτητα επί επτά χρόνια. Απλώς συνέχισα να προσπαθώ να κυριαρχήσω στα γαλλικά.

Και μια μέρα, κατάλαβα ότι μπορώ να γράφω, είχα στο μυαλό μου τις μεγάλες εμμονές που μπορούν να με κάνουν συγγραφέα. Ίδρυσα τότε έναν λογοτεχνικό κύκλο, με άλλους τρεις φίλους.

Τον ονομάσαμε  Λογοτεχνικό Κύκλο του Ωκεανού. Η γενέτειρά μου, Σαλέ, είναι δίπλα στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Εντός αυτού του κύκλου έγραψα τα πρώτα μου αληθινά διηγήματα. Ήταν όλα για το σπίτι μου, την γειτονιά μου, την μητέρα μου, τις πόρνες...

Στα γαλλικά, ναι, αλλά με αραβική «γεύση», με βαθιές ρίζες στην μαροκινή πραγματικότητα. Και, φυσικά, υπό την οπτική γωνία ενός φτωχού γκέι Μαροκινού νεαρού: εμένα.

Εκτός από συγγραφέας είσαι και σκηνοθέτης κινηματογράφου. Τι υπαγορεύει την ακριβή μορφή που κάθε φορά προσλαμβάνει η καλλιτεχνική σου έκφραση;

Στο μυαλό και στην καρδιά μου, δε βλέπω διαφορά μεταξύ κινηματογράφου και λογοτεχνίας.

Και τα δύο είναι πολύ συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και τα δύο ασχολούνται με το αόρατο. Με αυτά που συμβαίνουν μεταξύ μας, μπροστά μας, και δεν τα βλέπουμε.

Η τέχνη έχει να κάνει με αυτό το πολύ ακριβές μέρος: με το πώς να εξιστορείς, να γράφεις για, να κινηματογραφείς το αόρατο...

Πρέπει να ομολογήσω ότι, επειδή έβλεπα τις υπέροχες παλιές αιγυπτιακές ταινίες στην τηλεόραση την δεκαετία του 1980, έχω μεγαλύτερη εμμονή με τον κινηματογράφο παρά με την λογοτεχνία.

Ο τρόπος που γράφω είναι πολύ κινηματογραφικός. Οι ασπρόμαυρες εικόνες των Αιγύπτιων γυναικών ηθοποιών που μιλούν, χορεύουν, τραγουδούν, ουρλιάζουν, τσακώνονται στα αραβικά εξακολουθούν να υπάρχουν έντονα μέσα μου.

Κάτι συναρπαστικό και τολμηρό επινοήθηκε από τις ηθοποιούς που μιμούμαι. Αυτές οι ηθοποιοί ήταν για μένα το πραγματικό νόημα της Επανάστασης. Το αληθινό. Και στα αραβικά. Τις βρίσκω υπέροχες και εξαιρετικά πολιτικές...

Λοιπόν, ναι, το όνειρο δεν ήταν η Γαλλία, αλλά το να υπάρξω σαν σε μια αιγυπτιακή κινηματογραφική πραγματικότητα, με επαναστατικό τρόπο.

Διαρθρωμένο σε τρία κεφάλαια που καλύπτουν σχεδόν μισό αιώνα Ιστορίας του Μαρόκου, Η ζωή με το δικό σου φως, το τελευταίο σου μυθιστόρημα, αφιερώνεται στην αείμνηστη μητέρα σου, MΜπαρκά Αλλαλί, την αφηγήτρια του βιβλίου.

Θα περιέγραφες εξίσου αυτό το μυθιστόρημα ως φόρο τιμής στην μητέρα σου, δικαίωσή της και -ίσως- συμφιλίωση μαζί της;

Αυτό το βιβλίο δεν είναι φόρος τιμής. Είναι το αντίθετό του. Δεν είμαι εγώ, ο συγγραφέας Aμπντελά, που εξηγώ τη ζωή της μητέρας μου και της δίνω τα εύσημα που της αξίζουν. Όχι. Ο συγγραφέας είναι σχεδόν απών σ’ αυτό το βιβλίο.

Η μητέρα μου πέθανε το 2010. Και από τότε είναι πιο παρούσα μέσα μου και μαζί μου από ποτέ.

Αυτό το βιβλίο είναι η φωνή της, η φρασεολογία της, η μουσική της, το πνεύμα της, οι πολιτικοί και κοινωνικοί της αγώνες. Η ίδια εξιστορεί την ζωή και τους αγώνες της.

Απλώς την παρακολουθώ χωρίς να προσπαθώ να της επιβάλλω καμία δυτική θεωρία για να δικαιολογήσω αυτό που έκανε ή δεν έκανε.

Είμαι ο γιος της, προέρχομαι από το σώμα της, από την σάρκα και το αίμα της. Η φωνή της είναι η φωνή μου. Η φωνή μου είναι η φωνή της.

Είμαι συγγραφέας γιατί επί πολλά χρόνια έβλεπα πώς αγωνιζόταν διαρκώς για να μας σώσει από την φτώχεια.

Ούρλιαζε χωρίς σταματημό. Ήταν πεισματάρα, τόσο πολύ. Δεν ήταν καλή όλη την ώρα. Είχε πλήρη επίγνωση τού τι συνέβαινε γύρω της πολιτικά.

Και δεν ήθελε ποτέ να πάω στην Γαλλία, επειδή η Γαλλία έστειλε την δεκαετία του 1950 τον πρώτο της σύζυγο στην Ινδοκίνα να πολεμήσει για τους Γάλλους. Εκεί σκοτώθηκε. Εκεί είναι θαμμένος.

Η μητέρα μου δε συγχώρεσε ποτέ την Γαλλία γι’ αυτό το έγκλημα. Μου έλεγε: «Η Γαλλία θα σε σκοτώσει, μην πας...» Αυτό το βιβλίο δεν αφορά σ’ εμένα και την μητέρα μου. Με τίποτα.

Είναι ένα βιβλίο για μια φτωχή μητέρα που παλεύει και παλεύει, πολεμά την Γαλλία, το Μαρόκο, τους άντρες και το μοιραίο.

Και γιατί επέλεξες ν’ αποτυπώσεις αυτά τα τρία περιστατικά -μυθοπλαστικά ή μη- που συμβαίνουν εντός της διάρκειας της ζωής της ή συμπίπτουν μ’ αυτή;

Αυτές οι τρεις περίοδοι μάς δείχνουν μια Μαροκινή εν δράσει. Χωρίς να αυτομαστιγώνεται ή να αυτοθυματοποιείται. Την βλέπουμε να στοχάζεται σχετικά με την διαμόρφωση στρατηγικής πολέμου και αντίστασης.

Είναι φτωχή και προέρχεται από την επαρχία, ναι, αλλά είναι απολύτως ικανή να καταλάβει τι συμβαίνει και να ενεργήσει. Η μητέρα μου δεν ταυτιζόταν με το στερεότυπο που έχουμε για τις Αράβισσες και τις μουσουλμάνες στην Δύση.

Αυτό το βιβλίο όχι μόνο το δείχνει πολύ ξεκάθαρα αλλά δείχνει επίσης μια Μαροκινή που αντιστέκεται στην γαλλική αποικιοκρατία, αντιστέκεται στις κοντόφθαλμες οπτικές που επινοεί η Δύση για τους ανθρώπους του Νότου.

«Οι άνθρωποι είναι προικισμένοι μόνο με ένα χάρισμα: να επινοούν ψέματα, να τα παίρνουν στα σοβαρά και να ζουν μέσα τους πιστεύοντας πως είναι αλήθεια», ισχυρίζεται η αφηγήτρια. Είναι όλα τα ψέματα βλαπτικά μακροπρόθεσμα;

Πολύ συχνά, νιώθουμε ότι η ζωή μας απλώς προσποιείται πως... Λειτουργούμε σαν... Η εξουσία μάς χρησιμοποιεί και βάζει στο στόμα μας την γλώσσα της για να μας εξουσιάσει και να μας διχάσει...

Είναι πολύ δύσκολο να μπορείς να το δεις αυτό, να το αποδομήσεις και να προχωρήσεις πέρα ​​από τα ψέματα... Είναι πολύ σπάνιο να έχουμε μια γλώσσα αλήθειας μεταξύ μας...

Είμαστε ακόμα πολύ εποικισμένοι, δυστυχώς... Αλλά πρέπει ν’ αντισταθούμε και να μη σταματήσουμε ποτέ ν’ αντιστεκόμαστε.

«Κανένας δεν μπορεί να αψηφήσει τον βασιλιά χωρίς συνέπειες. Κανένας δεν πρέπει να επισκιάσει τον βασιλιά. Κανένας. Ούτε στο Μαρόκο, ούτε έξω από το Μαρόκο», συνεχίζει.

Γιατί ο βασιλιάς παραμένει ο βασικός πυλώνας εξουσίας στο Μαρόκο, ακόμη και μετά την Αραβική Άνοιξη;

Στο Μαρόκο, στην Γαλλία, στις Η.Π.Α., η εξουσία έχει πάντα τους πόρους να εφεύρει εκ νέου τον τρόπο τού να μας εξουσιάζει. Έχει τον στρατό, τα λεφτά, τα Μ.Μ.Ε.

Η Αραβική Άνοιξη είναι μια εξαιρετική στιγμή σ’ αυτόν τον μετα-αποικιακό κόσμο.

Χωρίς καμία «ευλογία» από την Δύση, οι νεαροί Άραβες/νεαρές Αράβισσες μπόρεσαν ν’ αψηφήσουν τους δικτάτορες και να πουν στον αραβικό λαό: ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να τους φοβόμαστε.

Αυτό το μήνυμα παραμένει ακόμα στις αραβικές χώρες. Η Αραβική Άνοιξη δεν έχει πεθάνει. Πίστεψέ με.

«Δεν υπάρχει ελευθερία, Τζάφαρ. Η ελευθερία δεν υπάρχει. Ούτε εδώ, ούτε αλλού», συμπεραίνει. Ποιος είναι ο ορισμός σου για την ελευθερία; Είναι πραγματικά εφικτή μέσα στον καπιταλισμό;

Η ελευθερία δεν μπορεί να οριστεί μόνο από εμένα ή από σένα. Η ελευθερία έχει πολλές έννοιες και πολλούς τρόπους για να πετύχει τον στόχο της. Ο καπιταλισμός είναι πιο δυνατός από εμάς, φυσικά, και είναι μπροστά μας, φυσικά.

Αλλά μπορούμε να αντισταθούμε σ’ αυτόν κοιτάζοντας με την καρδιά τι κάνουν οι άλλοι, τι προσπαθούν να επινοήσουν για να ξεφύγουν από τον καπιταλιστικό ιστό.

Προσέχω ιδιαίτερα αυτό το οποίο κάνουν οι νέες γενιές την παρούσα στιγμή. Οι φοιτητές/φοιτήτριες που υπερασπίζονται την Παλαιστίνη είναι απίστευτη πηγή έμπνευσης.

Είναι σαν να συμβαίνει πάλι η Αραβική Άνοιξη, αλλά -αυτήν την φορά- στην Δύση. Όσα συντελούνται μπροστά στα μάτια μας είναι η αληθινή αντίσταση και η αληθινή ελευθερία.

Δεν καταλαβαίνω τους ενήλικες και τις ελίτ που καταδικάζουν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που ξεσηκώνονται.

«Δεν το θέλω αυτό το άσπλαχνο Μαρόκο που δεν κάνει τίποτα για τα παιδιά του. Τους το αφήνω. Ας κρατήσουν και τα σχέδιά τους για το μέλλον, και τις οικονομικές τους προοπτικές για το Μαρόκο του αύριο», οργίζεται ο Τζάφαρ.

Τι γίνεται με σένα; Έχεις επίσης απαρνηθεί το Μαρόκο, ή διατηρείς μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί του;

Δεν έχω μίσος για το Μαρόκο, όχι. Η σχέση μου μαζί του είναι εξαιρετικά περίπλοκη και πολύ τραγική. Εξαιτίας όσων μου συνέβησαν όταν ήμουν μικρό αγόρι: των βιασμών, επί σειρά ετών. Κανείς δε με έσωσε. Έπρεπε εγώ να σώσω τον εαυτό μου.

Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Αλλά είμαι ακόμα εδώ. Είμαι πενήντα τώρα. Και βλέπω ξεκάθαρα τις ζημιές μέσα μου, επειδή το Μαρόκο δεν προστάτεψε τον μικρό Aμπντελά.

Επειδή η οικογένειά μου γνώριζε τις τραγωδίες που συνέβαιναν καθημερινά στον μικρό Aμπντελά και δεν έκανε τίποτα για να με βοηθήσει.

Κανένας τους δεν έκανε τίποτα για μένα. Τίποτα. Σκέφτηκα ότι, επειδή επέζησα, αυτά τα τρομακτικά χρόνια είναι νεκρά, αλλά όχι, όλα είναι ακόμα μέσα μου. Οι ζημιές.

Γι’ αυτό θαυμάζω, ζηλεύω και υποστηρίζω τις νέες γενιές: επειδή βλέπω ξεκάθαρα ότι θέλουν να επιλύσουν αυτά τα ζητήματα και τα τραύματα τώρα, όχι αργότερα.

Να σταματήσουν τους βιασμούς και να σκοτώσουν την πατριαρχία παντού, παντού, όχι μόνο στο Μαρόκο.

«Θεωρώ τον εαυτό μου πολιτισμικά μουσουλμάνο. Αισθάνομαι συνδεδεμένος με τους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές του ισλαμικού πολιτισμού [...] Οι μουσουλμάνοι θα ήταν καλύτερα αν απελευθερώνονταν από την θρησκεία», υπογραμμίζεις.

Πώς μπορεί αυτό το «ρεύμα» της ισλαμικής σκέψης που υποστηρίζεις σταθερά να ανακτήσει την ζωτικότητα και την ελκυστικότητά του, κατά την γνώμη σου;

Το Ισλάμ είναι μια Ιστορία, ένας πολιτισμός, μια μνήμη, μια ευαισθησία, μια αρχιτεκτονική, ένας κήπος, μια λογοτεχνία. Ένα ποίημα στα αραβικά.

Γεννήθηκα στο Μαρόκο, μια μουσουλμανική χώρα. Η καρδιά μου είναι μαροκινή, μουσουλμάνα - σίγουρα. Δεν προσπαθώ καν να ξεφύγω από αυτή.

Αυτό, όμως, που προσπαθώ να πολεμήσω είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία χρησιμοποιεί την ίδια θρησκεία, το Ισλάμ, για να μας εξημερώσει, να μας υποδουλώσει, να μας φιμώσει.

Το πρόβλημα έγκειται πάντα στην εξουσία και σε όσους την εκπροσωπούν και την διατηρούν πάνω μας.

Πώς θα μπορούσε να καταπολεμηθεί η ισλαμοφοβία,  διαδεδομένη τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές ελίτ όσο και σε τμήματα του πληθυσμού, υπό το πρίσμα του γενοκτονικού πολέμου του ισραηλινού κράτους εναντίον των Παλαιστινίων;

Βλέπουμε σήμερα πολύ καθαρά ότι η Δυτική αποικιοκρατία δεν τελείωσε ποτέ. Εξακολουθούμε να κυριαρχούμαστε από την ισχύ, τους στρατούς, τα όπλα και τις ψεύτικες δημοκρατικές αξίες της.

Η ελευθερία που επιβάλλεται από τη Δύση είναι απλώς ένα ακόμη «κύμα» αποικιοκρατίας.

Οι Άραβες κι οι Μουσουλμάνοι -οι άνθρωποι του Νότου γενικά- εξακολουθούν να θεωρούνται κατώτεροι. Ο οριενταλισμός είναι ακόμα εδώ, πολύ ζωντανός, αλαζονικός και καταστροφικός.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τώρα, η ισλαμοφοβία είναι η σωστή πολιτική εκστρατεία για να κερδηθούν «δημοκρατικά» οι εκλογές. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν παντού στη Δύση.

Και σίγουρα ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στους Παλαιστίνιους είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα αυτού που λέω. Τα βάσανά τους είναι αόρατα για κάποιους ανθρώπους. Είναι «ζώα»... Αυτό είναι λυπηρό, εξαιρετικά λυπηρό.

Αλλά το να βλέπεις τα νέα «κύματα» της δυτικής αποικιοκρατίας σε υποχρεώνει να ξυπνήσεις και να προσπαθήσεις να βρεις τον δικό σου τρόπο ν’ αντισταθείς. Να υπάρξεις. Για να μην επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Τέλος, υπήρξε κάποια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη της ομοφυλοφιλίας σε κοινωνικό/θεσμικό επίπεδο και στη μεταχείριση των ομοφυλόφιλων στο Μαρόκο από τότε που αποκάλυψες την σεξουαλική σου ταυτότητα το 2006;

Το 2006, όταν αποκάλυψα την σεξουαλική μου ταυτότητα, ήμουν ο μόνος που το είχε κάνει στο Μαρόκο.

Σήμερα, στα μαροκινά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην πραγματικότητα, πολύ γενναία και πολύ εμπνευσμένα ΛΟΑΤΚΙ+ νεαρά άτομα ποστάρουν για τον εαυτό τους, τις ζωές τους και τις κοινότητές τους.

Η εξουσία εξακολουθεί να διατηρεί τους νόμους κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, αλλά τα άτομα αυτά δε φοβούνται πλέον. Όσοι τολμούν να είναι ο εαυτός τους, αναγκάζουν τους υπόλοιπους να τους ακολουθήσουν.

Επανεφευρίσκουν τρόπους αντίστασης. Τρόπους τού να είσαι γκέι. Τους κοιτάζω και νιώθω ενθαρρυμένος, χαρούμενος, θεραπευμένος. Τους αγαπώ τόσο πολύ!

Μόλις τελείωσα το post-production της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας μου, με τίτλο Cabo Negro: αφορά στα σημερινά Μαροκινά ΛΟΑΤΚΙ+ νεαρά άτομα.

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Aμπντελά Tαϊά Η ζωή με το δικό σου φως κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Δημήτρη Δημακόπουλου.



Τρίτη 21 Μαΐου 2024

Χριστίνα Ματθαίου: «Το θέατρο ήταν πάντα συνδεδεμένο με την τελετουργία»

 


Εικαστικά άρτιο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Χριστίνας Ματθαίου, βάιζα, εμπνέεται από κείμενα του Παντελή Μπουκάλα, αλλά και από τον μύθο της LaLoba, προκειμένου να μιλήσει για την θηλυκότητα.

Μια συζήτηση με την σκηνοθέτρια με αφορμή τον δεύτερο κύκλο παραστάσεων του έργου, ο οποίος ολοκληρώνεται στις 29 Μαΐου, στο Θέατρο Επί Κολωνώ.

Στο εικαστικά άρτιο και υποβλητικό σκηνοθετικό σου ντεμπούτο, βάιζα, εμπνέεσαι από τα έργα του Παντελή Μπουκάλα Μηλιά μου αμίλητη και Ο Χριστός στα χιόνια, αλλά και από τον μύθο της LaLoba, για να μιλήσεις για τη θηλυκότητα.

Γιατί, κατ’ αρχάς, επέλεξες να διασκευάσεις και να συνθέσεις τα συγκεκριμένα κείμενα, μυθοπλαστικά και μυθικά, και πόσο επίπονη υπήρξε η διαδικασία μετάπλασής τους;

Πάντα σχεδόν είχα μια αγάπη προς το κομμάτι της παράδοσης και των ιστοριών που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Έχουν μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία.

Θυμάμαι όλα τα καλοκαίρια μου ως παιδί να τα περνάω με τους παππούδες μου στην Κεφαλονιά και ν’ ανυπομονώ ν’ ακούσω παλιές ιστορίες του νησιού.

Ειδικά ο παππούς μου είχε έρωτα με τις ιστορίες. Ήταν ο «θεματοφύλακας» του χωριού. Κάναμε ατελείωτες βόλτες και για κάθε σημείο είχε να μου αφηγηθεί και μια ιστορία.

Οπότε νομίζω ότι κάπως έτσι, σχεδόν φυσικά, στρέφομαι προς την παράδοση για να ενεργοποιήσω την έμπνευσή μου.

Όσον αφορά στα συγκεκριμένα κείμενα, ήδη από τη Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, όπου φοίτησα, ξεκίνησα να μελετώ το ερευνητικό έργο του Παντελή Μπουκάλα σε σχέση με το δημοτικό τραγούδι.

Δίνει πάρα πολλά στοιχεία για την ελληνική κοινωνία και τη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτήν.

Η πρώτη μου σκέψη, λοιπόν, ήταν να φτιάξω ένα κείμενο με παραλογές σε σχέση με τη γυναικεία κακοποίηση από όλη την Ελλάδα, μέχρι που έπεσε στα χέρια μου η Μηλιά μου αμίλητη.

Αυτό που έχει καταφέρει ο Μπουκάλας στην Μηλιά του είναι να φτιάξει ένα -ας πούμε- σύγχρονο δημοτικό τραγούδι, μια σημερινή παραλογή, που την κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα από ένα γνήσιο δημοτικό τραγούδι.

Όταν μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ σκηνικά την Μηλιά, διαπίστωσα ότι μου έλειπε ένα κομμάτι μετάβασης από τον ένα μονόλογο στον άλλο. Εκεί άρχισα να εξερευνώ και τα υπόλοιπα έργα του.

Ο Χριστός στα χιόνια, που είχα την τύχη να δω στη Λυρική το περασμένο φθινόπωρο, με είχε αγγίξει πολύ και λόγω της θρησκευτικότητας του ήχου του, αλλά και κειμενικά.

Κι αυτό γιατί περιγράφει τη σχέση ενός παιδιού με τον πατέρα του, το οποίο προσπαθεί να μάθει τον κόσμο μέσα από τα ερωτήματα που του θέτει.

Όμως, η μνήμη του πατέρα σταδιακά εξασθενεί και τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα.

Εκείνη την περίοδο αποχαιρετούσα και εγώ τον μπαμπά μου που είχε διαγνωστεί με άνοια και πραγματικά ήταν πολύ δύσκολο. Οπότε, ο Χριστός βρήκε και αυτός μια θέση στη βάιζά μου.

Όταν ολοκλήρωσα το πρώτο κομμάτι της διασκευής, αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που φέρνει στη σκηνή την Μηλιά να πει την ιστορία της, τι την ενεργοποιεί.

Εδώ μπαίνει ο μύθος της Λα Λόμπα αλλά και συνολικά η έρευνα της Κλαρίσσα Πίνκολα Έστες στις Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους, όπου έχει συγκεντρώσει μύθους και ιστορίες από όλο τον κόσμο σχετικά με τη δύναμη της θηλυκότητας.

Και ως προς τη διασκευή, αν και δεν βλέπουμε αυτούσια κομμάτια μέσα στο κείμενο, η έρευνα της Ελένης Ψυχογιού Μαυρηγή και Ελένη μου έδωσε τρομερά εργαλεία σε σχέση με το στήσιμο του έργου και την επιθανάτια τελετουργία.

Την ευχαριστώ πολύ.

Η Μηλιά, μια νεαρή γυναίκα που βρέθηκε «χαλασμένη» στο νυφικό κρεβάτι και δολοφονείται από πατέρα και αδέλφια προκειμένου να ξεπλυθεί η οικογενειακή «ντροπή», βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης.

Πόσο κοντά σε -ή μακριά από- μια οποιαδήποτε θηλυκότητα διαχρονικά, θύμα έμφυλης βίας/καταπίεσης ή επιζώσα, βρίσκεται;

Δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, βρίσκεται δίπλα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο κομμάτι της γυναικοκτονίας που είναι το προφανές σε σχέση με την ιστορία του έργου μας.

Βάιζα είναι οι μαμάδες, οι γιαγιάδες, τα αδέλφια, οι μπαμπάδες, οι παππούδες, οι φίλοι μας ανεξαρτήτως φύλου. Νομίζω αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που έκανε την βάιζα και τόσο αγαπητή στο κοινό.

Κάποια στιγμή η Μηλιά λέει:  

«Έλαβα τον όρκο της σιωπής, όρκο βαρύ, το ξέρω. Εύκολα τον δίνεις, δύσκολα τον κρατάς. Μα τώρα οφείλω να μιλήσω, και ας μην έχω κανένα δικαίωμα πια ούτε στο ίδιο μου το σώμα, ακόμα και το σώμα μου ανήκει σε αυτούς».

Όταν ακόμα, το 2024, για να καταφέρει μια γυναίκα να προχωρήσει σε διακοπή εγκυμοσύνης ή οποιοσδήποτε άνθρωπος, θηλυκότητα και μη, δεν έχει δικαίωμα ελευθερίας ως προς την αυτοδιάθεσή του σώματός του και συζητάμε για το δικαίωμα στην ευθανασία, στην τεχνητή γονιμοποίηση, στον γάμο, στη ζωή όπως θα θέλαμε να είναι, διαπιστώνουμε ότι το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο.

Έχει να κάνει με την πατριαρχία που καταπιέζει τους πάντες. Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος. Όλοι ακολουθούν τους κανόνες ενός καταπιεστικού «θεού» που έχουμε εφεύρει για να διατηρεί μια ανούσια ταξική ισορροπία.

Δεν έχει συγκεκριμένο όνομα, δεν είναι ο χριστιανικός θεός. Είναι το κράτος, οι νόμοι, οι προηγούμενες γενιές, ο γείτονας, ο «μη μιλήσεις γιατί θα χάσεις τη δουλειά σου».

Eίναι ο «τι θα πει ο κόσμος», ο «τι φόραγες», ο «έλα μωρέ με τις φεμινίστριες τα έχετε κάνει όλα καραμέλα» ο «αν δεν ήσουν γυναίκα θα σου απαντούσα αλλιώς», είναι και η εσωτερική μας φωνή που τα λέει όλα αυτά...




H ενασχόληση με το έμφυλο σε όλες του τις εκφάνσεις -από διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αφετηρίες και με διαφορετικές στοχεύσεις- φαίνεται να κερδίζει έδαφος στην εγχώρια δημόσια σφαίρα, γεγονός κατ’ αρχήν θετικό.

Σε προβληματίζει, ωστόσο, η φαινομενική ευκολία με την οποία διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικά δυνάμεις «ομνύουν» στη γυναικεία χειραφέτηση, χωρίς στην ουσία ν’ αμφισβητούν το σύστημα που γεννά την ίδια την έμφυλη βία;

Για αρχή, είναι ελπιδοφόρο ότι έχει έρθει επιτέλους ως θέμα προς συζήτηση και δεν είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο που κάνουμε όλοι ότι δεν τον βλέπουμε, όπως τόσα χρόνια.

Κατά τα άλλα δε θα διαφωνήσω, πολλές φορές όλος αυτός ο χώρος που δίνεται στο θέμα είναι λίγο υποκριτικός, αν στην ουσία δεν αλλάζει τίποτα.

Είτε γιατί η προσέγγιση είναι επιφανειακή, με δηλώσεις ρητορικές παρά ουσιαστικές, στοχεύοντας στην απόκτηση πολιτικού κεφαλαίου παρά στην πραγματική αλλαγή.

Είτε γιατί δεν αμφισβητούνται οι δομές που ενισχύουν την έμφυλη βία και τις ανισότητες, καταλήγοντας σε ανακύκλωση προβλημάτων.

Είτε γιατί το έμφυλο ζήτημα χρησιμοποιείται εργαλειακά, για την προώθηση άλλων ατζεντών ή για τη δημιουργία ενός προοδευτικού προφίλ χωρίς ουσιαστικές δεσμεύσεις.

Όταν μιλάμε για την γυναικεία κακοποίηση, αλλά μας προσβάλλει εθνικά μια καλλιτεχνική σημαία από ροζ σεντόνι ·

όταν με τεράστια ευκολία δικαιολογείται μία γυναικοκτονία  με ψευδοεπιστημονικά τσιτάτα ·

όταν  άνθρωποι με όπλα και μεσαιωνικούς σταυρούς στρέφονται εναντίον ενός νομοσχεδίου που δεν τους αγγίζει, παρά μόνο εξασφαλίζει ίσα δικαιώματα με αυτά που οι ίδιοι ήδη έχουν και για τους υπόλοιπους ανθρώπους ·

όταν σιωπούμε μπροστά σε έναν πόλεμο που σκοτώνει χιλιάδες παιδιά, τότε μάλλον όλα είναι για το φαίνεσθαι και όχι για ν’ αλλάξει πραγματικά κάτι.

«Νερό, χώμα και φωτιά συναντιούνται πάνω στη σκηνή. Σε μια τελετουργία θρήνου και αναγέννησης», γράφεις στο σκηνοθετικό σημείωμα. Και πράγματι, η βάιζα αποπνέει αβίαστα μια αίσθηση αρχέγονης τελετουργίας.

Αποτελεί, για σένα, η θεατρική αφήγηση και δημιουργία ένα είδος τελετής με ένα καθορισμένο -ή προς εξερεύνηση- «τυπικό»; Και πώς αντιλαμβάνεσαι και βιώνεις -ή και όχι- τη θρησκευτικότητα, την πίστη και την πνευματικότητα;

Το θέατρο ήταν πάντα συνδεδεμένο με την τελετουργία. Για εμένα,  τώρα που κάνω τα πρώτα μου βήματα, έχει μεγάλη σημασία να αναδείξω τα κομμάτια αυτά του θεάτρου.

Οι τελετουργίες είναι μέρος των πολιτισμών που συνδέουν άμεσα το τότε με το τώρα. Και ίσως για αυτόν τον λόγο διατηρούνται μέσα στους αιώνες, με μικρές αλλοιώσεις, αλλά διατηρούνται.

Κάνοντας έρευνα κατά τη διαδικασία δημιουργίας της βάιζα, είδα ότι ένα μεγάλο κομμάτι εθίμων σε σχέση με τον γάμο και την ταφή είναι κοινά σε όλο τον κόσμο και ειδικά στις βαλκανικές χώρες.

Ακόμη πιο μεγάλο ενδιαφέρον είχαν τα κοινά στοιχεία που εμφανίζονται στις ίδιες τις τελετές του γάμου και της κηδείας.

Όταν πεθαίνει ένας νέος άνθρωπος, η κηδεία μετατρέπεται σε αιώνιο γάμο του νεκρού με τον Χάρο -τη Μαυρηγή-, την αρχέγονη Μητέρα. 

Η Μαυρηγή είναι αυτή στην οποία απευθύνονται οι μοιρολογίστρες κατά τη διαδικασία του θρήνου. Της ζητούν να ανοίξει για να δεχτεί το νεκρό σε ένα αέναο κύκλο ζωής θανάτου.

Και καθετί που συμβάλλει στην τελετή έχει μια συγκεκριμένη συμβολική σημασία.

Το ίδιο έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε και στην παράσταση. Θέλουμε ο θεατής μπαίνοντας στην αίθουσα να αισθανθεί ότι γίνεται μέρος μίας τελετής και δεν είναι απλά θεατής. 

Τα στοιχεία της φύσης είναι ένα κομμάτι που εμφανίζεται στην παράσταση σκηνικά, ηχητικά, αλλά και οσφρητικά.

Έχουν ενδιαφέρον οι αντιδράσεις κάποιων θεατών όταν, μπαίνοντας στον χώρο, βλέπουν καπνό και μυρίζουν λιβάνι. Η μυρωδιά είναι μηχανισμός ενεργοποίησης μνήμης και συναισθήματος.

Από εκεί ξεκινάει και το κομμάτι της τελετουργίας. Μπαίνοντας σε ένα θεατρικό χώρο δεν περιμένεις να μυρίσεις λιβάνι, οπότε αυτό κινητοποιεί τον θεατή εσωτερικά.

Αν μπει κάποιος σε μια εκκλησία, που είναι χώρος τελετής, ακόμα και αν η μυρωδιά είναι πολύ έντονη, το πιθανότερο είναι να μην το αντιληφθεί καν γιατί είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο.

Η πνευματικότητα είναι κάτι που αναζητώ στην καθημερινότητά μου, και έξω από τον χώρο της δουλειάς. Με βοηθάει να ισορροπήσω.

Η σχέση μου με τη θρησκεία είναι ιδιαίτερη. Διαφωνώ με τον ρόλο της εκκλησίας στην ζωή μας και στο πόσο εμπλέκεται με το κράτος.

Νομίζω ότι ο τρόπος που λειτουργούν σήμερα τα εκτελεστικά όργανα του χριστιανισμού είναι και ένας λόγος που απομακρυνόμαστε από τη θρησκεία.

Αν η βάση των θρησκειών είναι η αγάπη, μάλλον κάπου έχουν αρχίσει να διαστρεβλώνουν τη σημασία και τα μηνύματά της. Και σίγουρα η αλλαγή της θέσης της γυναίκας τους τελευταίους κάποιους αιώνες «χρωστάει» πολλά στις θρησκείες.

Οι περισσότεροι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν μητριαρχική οργάνωση. Οι γυναίκες ήταν αυτές που συνδέονταν απόλυτα με τη φύση, έφερναν τη ζωή. Και τις τιμούσαν γι’ αυτό.

Υπήρχε μια διαρκής ανταποδοτική σχέση με τη γη μια σχέση προσφοράς από και προς αυτή.

Ο χριστιανισμός άλλαξε κάπως τα πράγματα. Δημιούργησε έναν απρόσωπο τιμωρητικό θεό-πατέρα που έχει φτιαχτεί κατ’ εικόνα του άντρα και έχει για διάδοχο έναν υιό.

Οι γυναίκες σε αυτή τη θρησκεία δεν είναι καν κόρες του θεού. Έγινε μια θρησκεία που δεν βασίζεται στην προσφορά, αλλά στον φόβο και την ανδρική υπεροχή.

Ο μόνος ρόλος τον οποίο δεν κατάφερε ο χριστιανισμός να στερήσει από τις γυναίκες είναι αυτός της μάνας και της μοιρολογίστρας. Αυτό τονίζεται στο φινάλε της παράστασης.

Η γυναίκα είναι αυτή που φέρνει τη ζωή στον κόσμο και είναι η μόνη υπεύθυνη να την επιστρέφει στη γη. Και είναι και η μοναδική στιγμή που οι γυναίκες στον χριστιανισμό έχουν δημόσιο λόγο και απόλυτη σωματική έκφραση.

Και αυτός είναι και ένας λόγος που η εκκλησία προσπάθησε να περιορίσει τον ρόλο αυτό, γιατί καθιστούσε τις γυναίκες επικίνδυνες αφού τις έφερνε σε επαφή με την αρχέγονη δύναμή τους.

Ίσως γι’ αυτό με συγκινούν τόσο και όλες οι τελετές που συνδέονται με το Πάσχα. Γιατί εκεί η μορφή της Παναγίας είναι κυρίαρχη, είναι η στιγμή που η μάνα θρηνεί για το παιδί της το οποίο χάνεται.




Ο ήχος γενικότερα και η μουσική ειδικότερα συνιστούν οργανικά στοιχεία της παράστασης.

Δουλεύτηκαν παράλληλα με τη διασκευή των κειμένων, σε συνομιλία με την Μυρτώ Στύλου, υπεύθυνη για τη μουσική σύνθεση και επιμέλεια;

Στην πρώτη συνάντηση που έκανα με τη Μυρτώ συζητήσαμε πολύ για τους ήχους που ακούμε μέσα στο έργο και προσπαθήσαμε να αντιστοιχίσουμε τον κάθε χαρακτήρα με κάποιο στοιχείο της φύσης.

Η Μυρτώ ξεκίνησε να συνθέτει κάποια πρώτα ηχοτοπία. Νομίζω ότι η σημαντικότερη δουλειά, ωστόσο, έγινε μέσα στις πρόβες και καθάρισε πολύ και το τι θέλουμε να ακούγεται στην κάθε σκηνή.

Αλλά και η μουσική, όπως και όλη η βάιζα, είναι συνολική δουλειά και εκεί έρχεται η δυσκολία αλλά και η ομορφιά της.

Η Μυρτώ, λοιπόν, έφτιαχνε τα βασικά θέματα, τις μελωδικές και τα ηχοτοπία και μετά επενέβαινα σε σχέση με τα έξτρα layers που ήθελα σε κάθε σκηνή ή τα σημεία τα οποία ήθελα να τονίσουμε με κάποιον έξτρα ήχο.

Και εδώ εμφανίζεται ο Ραφαήλ Παπαδάκης που είναι η θεά Κάλλη της παράστασης. Η μουσική που φτιάχτηκε χωρίς τον Ραφαήλ θα ήταν το κείμενό μου χωρίς ηθοποιούς.

Δεν θα μιλήσω τόσο για τις ατελείωτες ώρες που περάσαμε οι τρεις μας (η Μυρτώ, ο Ραφαήλ κι εγώ) στο στούντιο όσο για τον ρόλο του μέσα στην παράσταση που είναι ο έξτρα ηθοποιός τον οποίο δεν βλέπει ποτέ ο θεατής.

Η μουσική είναι σαν μια ηλεκτρονική συμφωνία που παίζεται live και ο Ραφαήλ είναι ο μαέστρος.

Πολύς κόσμος παρατηρεί πόσο συγχρονισμένες είναι οι ηθοποιοί με τον ήχο. Αποκάλυψη! Ο ήχος συγχρονίζεται με αυτές γιατί την ώρα της παράστασης μετράμε μέχρι και τις ανάσες τους για να μην ακουστεί παραφωνία σε κάτι.

Ναυσικά Κοριαλού, Λίνα Λαζαρή, Μαριαλένα Σκαρώνη, Γιολάντα Σοφούλη λέγονται οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουντους χαρακτήρες της βάιζα κι αναμένω να ξεδιπλώσουν τις δυνατότητές τους με τη σωστή σκηνοθετική καθοδήγηση.

Είναι εξίσου πρωτοεμφανιζόμενες με σένα; Υπήρξατε ισότιμες «συμπαίκτριες» σ’ αυτή την πολύ αξιόλογη παραγωγή;

Μέσα στην παραγωγή καταφέραμε να είμαστε όλοι ισότιμοι και αυτό είναι κάτι που μας το δίνω γιατί δεν είναι πάντα εύκολο. Για να γίνει, έπρεπε να υπάρξουν πολύ σαφή όρια σε σχέση με τον ρόλο του καθενός μέσα σε αυτή.

Πιστεύω πολύ στις ομαδικές δουλειές, αλλά ταυτόχρονα καθόλου στο τα κάνουμε όλα όλοι.

Στην παράσταση βλέπεις αυτές τις τέσσερις ηθοποιούς, αλλά δε θα ήταν ίδια αν δεν είχαν υπάρξει οι Αλίκη Αχνιώτου και Κρίνα Δαλακλή που ερμήνευαν τον πατέρα και την μάνα αντίστοιχα στην πρώτη διανομή στο φεστιβάλ Οffff.

Και όταν μιλάω για τις ηθοποιούς, σκέφτομαι πάντα έξι.

Τις ευχαριστώ όλες για τον αέρα και την ψυχή που έδωσαν στην βάιζα, και για την προθυμία τους να δοκιμάσουν ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό.

Έχω υπάρξει σε παραγωγή που οι συντελεστές αποφασίζουν να μη σε πιστέψουν και να μην ακολουθήσουν κι αυτό είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορείς να βιώσεις ως σκηνοθέτις, γιατί μπαίνεις σε μια διαρκή αυτοαμφισβήτηση.

Τελικά, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία δεν μπορείς να κάνεις όντως τη δουλειά σου γιατί δεν την πιστεύεις ούτε εσύ ο ίδιος.




Είσαι πρωτοεμφανιζόμενη και πολλά υποσχόμενη δημιουργός. Πόσο περιθώριο αφήνει το εγχώριο θεατρικό κατεστημένο σε ανθρώπους νέους σε ηλικία και με φρέσκια ματιά και άποψη να υλοποιήσουν το καλλιτεχνικό τους όραμα;

Και ποιες, κατά τη γνώμη σου, είναι οι κύριες παθογένειες του θεατρικού πεδίου στην Ελλάδα;

Η συζήτηση αυτή είναι πολύ δύσκολη.

Έχω δουλέψει ως βοηθός σε πολύ μεγάλες αλλά και πολύ μικρές δουλειές που συνήθως από πίσω υπήρχε κάποιος παραγωγός ή κάποια κρατική επιχορήγηση.

Δεν είχα δει ποτέ πώς είναι το «κάνω μόνος μου παραγωγή». Και είναι πάρα πολύ δύσκολο εκτός αν έχεις κερδίσει το τζόκερ.

Την πρώτη παραγωγή της βάιζα για το Οffff την έκανα μόνη μου και με κάποια χρήματα που κατάφερα να βρω από χορηγούς.

Και επειδή ήθελα να κάνω τα πράγματα όπως τα θέλω και χωρίς εκπτώσεις, αναγκάστηκα να κόψω πολύ βασικά πράγματα από την καθημερινότητά μου για να δώσω όλα μου τα χρήματα εκεί.

Όταν αρχίσαμε να ψάχνουμε θέατρο για να παιχτεί η βάιζα τον χειμώνα, η «φούσκα» ότι μπορώ να το κάνω μόνη μου έσκασε και -ευτυχώς για την παράστασή μας, αλλά και για τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα από εδώ και πέρα- δημιουργήθηκε από δύο νέες γυναίκες η Artefficient.

Έτσι, η παράσταση μπόρεσε να γίνει πραγματικότητα.

Αλλά, δυστυχώς, υπάρχει ακόμα δρόμος για να θεωρείται το θέατρο δουλειά που πρέπει να πληρώνεται.

Ο χρόνος που αφιερώνουν οι συντελεστές για την προετοιμασία συχνά δεν υπολογίζεται καν. Αν σέβεσαι αυτό που κάνεις χρειάζεται σίγουρα μια έρευνα η οποία θέλει τουλάχιστον δύο με τρεις μήνες προετοιμασία.

Ακόμα και να ζητήσεις επιχορήγηση για έρευνα είναι σχεδόν απίθανο να την πάρεις, αν δεν έχεις ξαναπάρει.

Αλλά, ακόμα και αν είσαι από τους τυχερούς που θα την πάρεις, το ποσό σίγουρα δε θα είναι αυτό που χρειάζεται για να πληρωθούν αξιοπρεπώς όλοι οι συντελεστές.

Εγώ πολύ νωρίς κατάλαβα ότι χρειάζεται να κάνεις δεύτερη δουλειά, συνήθως άσχετη, για να μπορείς να επιβιώνεις στο θέατρο, αλλά το γεγονός ότι αυτό έχει γίνει κανονικότητα με τρομάζει.

Ο χρόνος που πέρασε ήταν αυτός κατά τον οποίο έδωσα «off» στον εαυτό μου και είπα ότι θα προσπαθήσω να ζήσω μόνο από τη δουλειά μου. Δεν έγινε! Δεν πειράζει, θα τα καταφέρουμε. Ελπίζω...  Ή δε θα κουραστούμε γρήγορα.

Δεν ξέρω πότε πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο πως οι καλλιτέχνες τρέφονται με τέχνη.

Ακόμα και το να νοικιάσεις σπίτι γίνεται δύσκολο αν πεις ότι είσαι ηθοποιός ή σκηνοθέτης γιατί ακριβώς υπάρχει αυτή η αβεβαιότητα.

Οπότε καταλήγεις να χρησιμοποιείς το δεύτερο πτυχίο σου -αν υπάρχει- για να σε εμπιστευτούν: «Nαι, είμαι ηθοποιός αλλά είμαι και δικηγόρος...» Τραγελαφικό.

Yπάρχει σίγουρα και η πληγή που ονομάζεται «παραγωγοί».

Που θα σου πουν, «Αν μου φέρεις το μεγάλο όνομα, κάνε ό,τι θες» ή «ωραία η πρότασή σου, αλλά δεν έχεις βάλει ηθοποιούς που κάνουν τηλεόραση».

Είτε μένεις πιστός όσο αντέχεις στο πώς θες να γίνει η δουλειά σου, είτε  αρχίζεις τις εκπτώσεις. Θα ξαναπώ πόσο τυχερή νιώθω για τις γυναίκες που «τρέχουν» την παραγωγή μας, που μας δίνουν απόλυτη ελευθερία, κυρίως καλλιτεχνική.

Ένα επίσης πολύ δύσκολο κομμάτι είναι το να είσαι γυναίκα σε αυτόν τον χώρο. Υπάρχει μια υπόγεια υποτίμηση, κυρίως για τις σκηνοθέτριες, και απαιτείται διπλάσιος κόπος.

Χαίρομαι πολύ για τις γυναίκες οι οποίες δημιούργησαν τη WOM.A. Είναι μια «ηλιαχτίδα» ελπίδας για όλες μας. Μαζεύονται, επιτέλους, γυναικείες φωνές που λένε μαζικά: «Γεια σας! Υπάρχουμε! Και συμβαίνει αυτό!»

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Παπάκη και τον Νώντα Δουζίνα (Cont Act) για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η παράσταση βάιζα σε σκηνοθεσία και διασκευή Χριστίνας Ματθαίου παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου Επί Κολωνώ.

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τρίτη, 21/5, 21:15, Πέμπτη, 23/5, 21:30, Κυριακή, 26/5, 21:30, Δευτέρα, 27/519:30, και Τετάρτη, 29/5, 21:15.