Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ιμρέ Αζέμ: "το δικαίωμα στην πόλη μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την οικοδόμηση της δημοκρατίας από τα κάτω"






Στο τρίτο μέρος του αφιερώματος των Εναντιοδρομιών στην πρόσφατη εξέγερση στην Τουρκία, συνομιλούμε με τον Ιμρέ Αζέμ, σκηνοθέτη του σχεδόν προφητικού ντοκιμαντέρ Οικουμενόπολη: Μια πόλη χωρίς όρια (2011). Διερευνώντας τη σταδιακή μετάλλαξη της Κωνσταντινούπολης σε μια σχεδόν αβίωτη «οικουμενόπολη», ένα προϊόν της εφαρμογής βάναυσων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που συνεπάγονται τη διάλυση του αστικού ιστού και τον εκτοπισμό τμημάτων της εργατικής τάξης στα περίχωρα μέσα από την ισοπέδωση ολόκληρων γειτονιών, ο Αζέμ κατορθώνει να τοποθετήσει την εξέγερση στην Τουρκία σε ένα ευρύτερο οικονομικό, περιβαλλοντικό, πολιτικό, κοινωνικό και χωροταξικό πλαίσιο.




Πώς συνέλαβες αρχικά το θέμα του ντοκιμαντέρ σου Οικουμενόπολη: Μια πόλη χωρίς όρια ; Πόσο διάστημα χρειάστηκε για να το γυρίσεις; Συνάντησες κάποιες δυσκολίες στην πορεία;


Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσεις ότι οι πόλεις είναι αντανάκλαση του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού συστήματος, εντός του οποίου υπάρχουν. Παρατηρώντας, λοιπόν, την Κωνσταντινούπολη επί πολλά χρόνια, ήθελα να δημιουργήσω μια ταινία που να κριτικάρει το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα μέσα από την ιστορία της πόλης και των κατοίκων της. Αν ασκώ κριτική στο σύστημα μέσω αφηρημένων οικονομικών όρων, μπορεί να είναι υπερβολικά βαρετή ή δύσκολη, για να την αντιληφθεί κάποιος. Ασκώντας την, όμως, μέσα από την ιστορία της πόλης, όλα γίνονται πολύ πιο στέρεα. Όλοι όσοι μένουν εδώ ή σε παρόμοιους χώρους, μπορούν να συνδεθούν με αυτή, γιατί όλοι βιώνουμε την επίδρασή της σε καθημερινή βάση.





Αυτή είναι, λοιπόν, η ιδέα πίσω από την «Οικουμενόπολη». Κατά το ένα μέρος, αφορά στον αστικό σχεδιασμό, την επίδραση συγκεκριμένων αστικών πλάνων, στη συμμετοχή και στις κοινωνικές διακρίσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, έχει να κάνει με τον νεοφιλελευθερισμό, με το δικαίωμα στην πόλη, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αντί για τη σε βάθος ανάλυση ενός θέματος, στην «Οικουμενόπολη» θέλαμε να δείξουμε τη διασύνδεσή τους. Για παράδειγμα, τη σχέση ανάμεσα στην Τρίτη Γέφυρα (σημ. στο Βόσπορο) και του αστικού μετασχηματισμού, ανάμεσα στα κτίρια της ΤΟΚΙ (σημ. Διεύθυνσης Οικιστικής Ανάπτυξης) και τις ξένες επενδύσεις, ανάμεσα στους Ολυμπιακούς Αγώνες και την κατεδάφιση γειτονιών.





Χρειαστήκαμε περίπου δύο χρόνια για τα γυρίσματα και έξι μήνες για το μοντάζ και δε συναντήσαμε κάποιες δυσκολίες καθ’ οδόν (εκτός από οικονομικές δυσκολίες).



Το ντοκιμαντέρ πετυχαίνει, αναδρομικά, να τοποθετήσει την πρόσφατη εξέγερση στην Τουρκία σε ένα ευρύτερο οικονομικό, περιβαλλοντικό, πολιτικό, κοινωνικό και χωροταξικό πλαίσιο. Εκτιμάς ότι αυτή η εξέγερση αποτελεί την έκφραση μιας αντίδρασης στην εφαρμογή μιας νεοφιλελεύθερης ατζέντας που έχει μετατρέψει την Κωνσταντινούπολη σε μια σχεδόν αβίωτη «οικουμενόπολη» ;



Η εξέγερση στην Τουρκία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Σήμερα, καταπιεσμένοι άνθρωποι από όλο τον κόσμο αντιδρούν στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που τους έχουν επιβληθεί από τις τρέχουσες οικονομικές και πολιτικές δομές. Από την Ελλάδα στον Λίβανο, από τη Βραζιλία στην Αίγυπτο, από την  Ισπανία στην Η.Π.Α., οι άνθρωποι αντιστέκονται στις πολιτικές που συνδέονται ευθέως με το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο. Ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια κρίση του καπιταλισμού.  Έτσι, στην ουσία, δε θα ήταν λάθος να αποκαλέσουμε την εξέγερση αντικαπιταλιστική. Ο κόσμος αλλάζει.





Όπως είπα, η πόλη είναι ένας πολύ καλός καθρέφτης, όπου μπορούμε να δούμε την αντανάκλαση αυτών των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, συνεπώς δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η εξέγερση προήλθε από ένα πάρκο. Ο συμβολισμός, βέβαια, είναι πολύ ισχυρός, γιατί το Πάρκο Γκεζί είναι ένας σπάνιος δημόσιος χώρος στην «καρδιά» της Κωνσταντινούπολης. Βρίσκεται δίπλα στην πλατεία Ταξίμ, με όλο το ιδιαίτερο νόημά της για το εργατικό κίνημα, οι πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις του οποίου είχαν απαγορευτεί επί 32 χρόνια, έπειτα από μια σφαγή, όπου είχαν σκοτωθεί περισσότεροι από 40 άνθρωποι, την 1η Μάη 1977.





Η εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε αστική κλίμακα αγγίζει, βεβαίως, τις ζωές όλων των πολιτών πολύ άμεσα. Η ισοπέδωση ολόκληρων γειτονιών, η απώλεια δημόσιων χώρων, η ιδιωτικοποίηση σημαντικών ιστορικών κτιρίων, η απώλεια νοσοκομείων στο κέντρο της πόλης, ο υπερβολικός αριθμός μποτιλιαρισμένων λεωφόρων και η έλλειψη ενός αξιοπρεπούς συστήματος δημόσιων μεταφορών, η απώλεια φυσικών περιοχών που συνιστούν τα υποστηρικτικά συστήματα της ζωής στην πόλη, όπως τα δάση στα βόρεια (σημ. της Κωνσταντινούπολης) και τα αποθέματα νερού, έρχονται πρώτα στο μυαλό.





Αυτά, όμως, δεν αρκούν για να εξηγήσουν την εξέγερση από μόνη της. Οι συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε άλλους τομείς των ζωών μας πιστεύω ότι έπαιξαν έναν εξίσου σημαντικό ρόλο. Για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις στον τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, των δημόσιων υπηρεσιών κ.λπ., πάνω από 2.500 καινούρια υδροηλεκτρικά φράγματα που κλέβουν το νερό από τους χωρικούς, ο πλήρης έλεγχος της δικαστικής εξουσίας που έχει ως αποτέλεσμα πολλά δικαστικά «κυνήγια μαγισσών» εναντίον πολιτικά διαφωνούντων, η έγκριση αντι-κοσμικών και συντηρητικών νόμων που αφορούν στον τρόπο ζωής, όπως η απαγόρευση των εκτρώσεων και του αλκοόλ, και η ονοματοδοσία της 3ης Γέφυρας από το όνομα ενός σουλτάνου που είναι γνωστός για τη σφαγή των Αλεβιτών.  





Και ο κατάλογος συνεχίζεται, αλλά θα σταματήσω, γιατί όσο σημαντικές είναι αυτές οι πολιτικές, άλλο τόσο είναι και ο τρόπος, με τον οποίο η κυβέρνηση του AKP (σημ. του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) επέμεινε να τις εφαρμόσει: όχι μέσω της πειθούς ή της διαπραγμάτευσης, αλλά μέσω της επιβολής και δια της βίας.





Έτσι, ναι, είναι αλήθεια ότι η σπίθα της εξέγερσης προήλθε από ένα νεοφιλελεύθερες αστικές πολιτικές (τα σχέδια για ένα εμπορικό κέντρο σε ένα όμορφο πάρκο στην «καρδιά» της Κωνσταντινούπολης), αλλά δυνητικά θα μπορούσε να έχει προκύψει  από αλλού. Στη Βραζιλία, η σπίθα ήταν το προϊόν μιας αύξησης 10% στην τιμή του εισιτηρίου των δημόσιων λεωφορείων.



Πιστεύεις ότι ο αγώνας για μια βιώσιμη πόλη μπορεί να εξελιχθεί στο κεντρικό διακύβευμα υπαρκτών ή μελλοντικών πολιτικών κινημάτων;


Ασφαλώς και το πιστεύω. Το δικαίωμα στην πόλη μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την οικοδόμηση της δημοκρατίας από τα κάτω. Η αντίσταση στο Πάρκο Γκεζί έδειξε ότι οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει με τα τρέχοντα μοντέλα της πλειοψηφικής και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που είναι γεμάτα αδικία, ανισότητα, διαφθορά και ψέματα. Αντί για αυτά, πρέπει να χτίσουμε μια δημοκρατία βασισμένη στα δικαιώματα, στα πλαίσια της οποίας οι πολίτες είναι διαρκείς συμμέτοχοι στη δημοκρατική διαδικασία, αντί να εκλέγουν έναν εκπρόσωπο κάθε 5 χρόνια που θα παίρνει τις αποφάσεις γι’ αυτούς. Μια δημοκρατία που θα καθιστά τους εκλεγμένους  αξιωματούχους υπόλογους. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η αντίσταση στο Πάρκο Γκεζί έχει πλέον εξελιχθεί σε συνελεύσεις γειτονιάς, όπου οι άνθρωποι συζητούν πώς θα οργανωθούν και πώς θα επηρεάσουν τις αποφάσεις σε τοπικό επίπεδο.





Δεν έχουν περάσει ούτε δυο μήνες από τότε που στήσαμε τα πρώτες σκηνές στο Πάρκο Γκεζί, για να σταματήσουμε τους εκσκαφείς, οπότε δε θα ήταν ρεαλιστικό να περιμένουμε την ανάδυση ενός στιβαρού πολιτικού κινήματος αυτή τη στιγμή. Αν αναδυθεί, σίγουρα θα είναι πρόωρο. Μονάχα μέσω του αγώνα για μια βιώσιμη πόλη, για το δικαίωμα στην ιατρική μέριμνα, την εκπαίδευση, μια σταθερή δουλειά, ένα υγιές περιβάλλον, και άλλα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα, μπορούμε να χτίσουμε ένα πραγματικά δημοκρατικό σύστημα. Κι αυτό θα χρειαστεί χρόνο.



Πώς βίωσες προσωπικά το κύμα διαδηλώσεων που συγκλόνισαν την Τουρκία επί βδομάδες;


Ήταν μια πραγματικά συλλογική εμπειρία, γι’ αυτό και θα προτιμούσα να μη μιλήσω για την προσωπική μου εμπειρία.



Έχεις σκεφτεί να επεξεργαστείς μια συνέχεια του ντοκιμαντέρ, λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσφατα γεγονότα;


Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Δημιουργήσαμε την «Οικουμενόπολη» για να προκαλέσουμε κάποια αλλαγή, κι αυτό έχει συμβεί. Συνεργαζόμαστε, όμως, δεκάδες κινηματογραφιστές, για να δημιουργήσουμε ένα συλλογικό ντοκιμαντέρ για την αντίσταση στο Πάρκο Γκεζί.



Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ μπορείτε να αναζητήσετε στο site: http://www.ekumenopolis.net . Η ταινία διατίθεται σε DVD και στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.






Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Σεΐτ Αλντογάν: "η βασική αιτία της εξέγερσης των λαών της Τουρκίας είναι το βάθεμα των κοινωνικών ανισοτήτων"







Στα πλαίσια του αφιερώματος των Εναντιοδρομιών στην πρόσφατη εξέγερση στην Τουρκία, συζητάμε με τον Τούρκο δημοσιογράφο Σεΐτ Αλντογάν, ανταποκριτή στην Ελλάδα της καθημερινής εφημερίδας Evrensel και συνεργάτη του τηλεοπτικού σταθμού Hayat.




Πού οφείλονται οι πρόσφατες ταραχές, η εξέγερση, αν προτιμάς, στην Τουρκία; Ήταν κάτι αναμενόμενο;


Η βασική αιτία της εξέγερσης των λαών της Τουρκίας είναι το βάθεμα των κοινωνικών ανισοτήτων και η διάψευση όλων των προσδοκιών των λαϊκών μαζών από τις προεκλογικές υποσχέσεις της κυβέρνησης Ερντογάν. Το κυβερνητικό κόμμα υπέκλεψε την ψήφο, ερχόμενο στην εξουσία με αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα παρουσιαζόμενο σαν κόμμα που έχει αντίθεση με το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο της Τουρκίας. Στην πορεία αποδείχτηκε ότι το Κόμμα Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης προσχώρησε στις επιταγές των ντόπιων και ξένων καπιταλιστών. Για να σχηματιστεί μια εικόνα για το βιοτικό επίπεδο του λαού, αρκεί να αναφέρουμε ότι ο μισθός ενός μέσου εργαζόμενου στην  Τουρκία είναι 350 Ευρώ το μήνα, ενώ στο φτωχότερο 20% των πολιτών της Τουρκίας αντιστοιχεί μόλις το 5.6% του παραγόμενου ΑΕΠ της χώρας, την ίδια στιγμή που το πλουσιότερο 20% των πολιτών στην Τουρκία απολαμβάνει σχεδόν το 50% του παραγόμενου εισοδήματος. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι για την αγορά ενός κιλού κρέατος απαιτούνται περίπου 30 λίρες, όταν το μεροκάματο ενός εργάτη κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα. Πέρα από αυτό, η φασιστικοποίηση και η καταπίεση της κοινωνίας εντείνονται- οι φυλακές έχουν γεμίσει με πολιτικούς κρατούμενους- κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τη μαζική λαϊκή δυσαρέσκεια.



Η μαζικότητα και ο δυναμισμός των λαϊκών κινητοποιήσεων είναι γεγονός ότι αιφνιδίασε ακόμα και τα πρωτοπόρα ταξικά τμήματα της τουρκικής κοινωνίας.



Ποιο είναι το προφίλ των διαδηλωτών και ποια η σχέση τους με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα;


Βασικά στην Τουρκία υπήρξε ένα αυθόρμητο λαϊκό ξέσπασμα με κύριο μοχλό τη νεολαία, τη σπουδάζουσα και τη νέα εργατική βάρδια, η οποία πλαισιώθηκε ακόμα από μικροαστικά λαϊκά στρώματα που βλέπουν καθημερινά το επίπεδο της ζωής τους να συρρικνώνεται. Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τα πολιτικά κόμματα μπορούσαν να καθοδηγήσουν και να προσανατολίσουν στις δικές τους σκοπιμότητες τις λαϊκές αντιδράσεις. Φυσικά υπήρξαν και ατελέσφορες πολιτικές παρεμβάσεις να δώσουν το δικό τους στίγμα στις κινητοποιήσεις. Επίσης δεν ήταν ουσιαστικός ο ρόλος στις κινητοποιήσεις των οργανωμένων συνδικάτων. Κύρια αυτές πυροδοτήθηκαν από το λαϊκό ξεσηκωμό σε φτωχές και λαϊκές περιοχές.



Πόση απήχηση έχει στη νεολαία η αντικαπιταλιστική/ επαναστατική Αριστερά και ο αναρχικός χώρος;


Στα πανεπιστήμια, αλλά και στους τόπους δουλειάς, υπάρχουν μια σειρά οργανώσεις της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που έχουν έντονη παρουσία. Υπάρχουν, επίσης, διάφορες αναρχικές συλλογικότητες, χωρίς όμως να διακρίνονται για τη μαζικότητά τους και την παρέμβαση στο πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι της Τουρκίας. Αν και όλος ο χώρος της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς δε συσπειρώνει μαζικά τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα, εν τούτοις διακρίνεται για το δυναμισμό του σε κάθε λαϊκή διεκδίκηση.



Τα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε. υπήρξαν σιωπηλά, τουλάχιστον τις πρώτες μέρες. Τα social media, αντίθετα, κυρίως το facebook και το twitter, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Πώς εκτιμάς τη σημασία τους;



Τα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε., ενώ αρχικά προσπάθησαν να υποτιμήσουν τα γεγονότα- είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η Κωνσταντινούπολη φλεγόταν, το μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι CNN Τουρκίας έδειχνε ντοκιμαντέρ με πιγκουίνους και τα παντουρκικής εμβέλειας κανάλια συνταγές μαγειρικής- αργότερα, όμως, και αφού δεν μπορούσαν να αποσιωπούν τη λαϊκή εξέγερση, προσπάθησαν να τη συκοφαντήσουν και να την προβοκάρουν κάνοντας αναφορές σε «ξένο δάκτυλο», «ντόπιους τρομοκράτες» και παράνομες οργανώσεις. Από την πλευρά του, το τηλεοπτικό κανάλι «Hayat» στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό των εξεγερμένων πολιτών, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να φιμωθεί, μετά από κυβερνητική προσπάθεια. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το facebook και το twitter, αποτέλεσαν μέσο συντονισμού και πληροφόρησης των διαδηλωτών, γι’ αυτό και οι χρήστες τους αντιμετώπισαν ποινικές διώξεις από το καθεστώς.



Πιστεύεις ότι επηρεάζεται η επίλυση του Κουρδικού ζητήματος ή η είσοδος της Τουρκίας στην Ε.Ε., εξαιτίας των γεγονότων των τελευταίων εβδομάδων;


O ρόλος που έχει ανατεθεί από Αμερική και Ε.Ε. στην κυβέρνηση της Άγκυρας είναι του χωροφύλακα της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής. Σε καμία περίπτωση δε θα επιθυμούσαν να υπάρξει πολιτική αστάθεια στην Τουρκία και αυτό το είδαμε και από τις αντιδράσεις τους στις τεράστιες λαϊκές κινητοποιήσεις, και από το όργιο καταστολής που είχε εξαπολύσει η κυβέρνηση Ερντογάν. Οι όποιες αντιδράσεις υπήρξαν εντελώς προσχηματικές και, στην τελική, στήριξαν την κυβέρνηση. Σίγουρα θα μπορούσαν οι διαδηλώσεις να αξιοποιηθούν ως μέσο πίεσης στην κυβέρνηση της Άγκυρας για να παραχωρήσει στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα στον κουρδικό πληθυσμό. Όμως η τακτική διαπραγμάτευσης με το κράτος που ακολουθεί το PKK στέρησε αυτή τη δυνατότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μεγάλο μέρος του οργανωμένου κουρδικού κινήματος κράτησε διακριτική στάση μπροστά στις λαϊκές κινητοποιήσεις.



Με δεδομένη τη διχαστική, εμφυλιοπολεμική ρητορική του πρωθυπουργού Ερντογάν, ποια νομίζεις ότι θα είναι η εξέλιξη από εδώ και πέρα; Είναι η τουρκική κοινωνία τόσο πολωμένη όσο εμφανίζεται;


Θα ήταν λάθος να μην αναγνωρίζαμε ότι το κόμμα του Ερντογάν έχει λαϊκή βάση και ότι δεν επηρεάζει σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, άσχετα με τους κλυδωνισμούς που αντιμετώπισε, μετά τα τελευταία γεγονότα. Το ότι κατέφυγε στη δημαγωγία, στο ψέμα- φτάνοντας στο σημείο να κατασκευάζει γεγονότα, όπως π.χ. ότι διαδηλωτές υπό την επήρεια αλκοόλ μπήκαν με τα παπούτσια τους σε τζαμιά, ότι οι διαδηλωτές επιδιώκουν το διαμελισμό της Τουρκίας κ.λπ.- δείχνει τη δεινή θέση, στην οποία έχουν βρεθεί αυτός και η κυβέρνησή του. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δούμε και το γεγονός ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις παραστρατιωτικές-φασιστικές οργανώσεις για να αντιμετωπίσει τη λαϊκή εξέγερση.



Η κοινωνία δεν είναι πολωμένη, όπως τεχνητά προσπαθεί να την παρουσιάσει το κράτος. Υπάρχουν, φυσικά, ενδοαστικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό των αστικών κομμάτων, κάτι, όμως, που αφήνει αδιάφορες τις μάζες.



Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν θα υπάρξει και τι μορφή θα έχει ένα καινούριο λαϊκό ξέσπασμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα είναι αυθόρμητο, αφού δεν υπάρχει οργανωμένη μαζική δύναμη που να είναι σε θέση να καθοδηγήσει σε ταξική κατεύθυνση μια λαϊκή εξέγερση.



Ο Ερντογάν είχε, επίσης, δηλώσει ότι «δεν καταλαβαίνει τι δουλειά έχουν τόσοι ξένοι στις διαδηλώσεις». Προφανώς δεν μπορεί να κατανοήσει την έννοια της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Οι Τούρκοι διαδηλωτές την αντιλήφθηκαν, την εκτίμησαν;


Κι αυτή ήταν μια μεθόδευση της κυβέρνησης να προβοκάρει της λαϊκές αντιδράσεις. Στα πλαίσια του αποπροσανατολισμού χρησιμοποίησε κι αυτή την τακτική. Υπήρξε μεγάλη διεθνής αλληλεγγύη που μεταφράστηκε σε διαδηλώσεις σε πολλές πρωτεύουσες ευρωπαϊκών κρατών και όχι μόνο. 



Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Πέννυ Παναγιωτοπούλου: «αν η ταινία ήταν τραγούδι, θα την ονόμαζα «Σεπτέμβρη» »






Βέρα Πατησιώτισσα, η Πέννυ Παναγιωτοπούλου κάθε άλλο παρά άγνωστη είναι στο φεστιβαλικό κοινό. Η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθέτησε, το Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: ο μπαμπάς μου (2003), αγαπήθηκε ιδιαίτερα, σε Ελλάδα και εξωτερικό, συμμετέχοντας σε πολυάριθμα φεστιβάλ σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία, ενώ απέσπασε μια σειρά από βραβεία. Δέκα χρόνια αργότερα, επιστρέφει με το September, που θα κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του στις 30 Ιουνίου στο φημισμένο Φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ.


«Δεν είναι weird wave, θα τους μπερδέψει. Δεν πειράζει!», μου εξηγεί χαριτολογώντας, λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα.


Θα θέλατε να μου πείτε κάτι περισσότερο για την ταινία, για την υπόθεση, για τη διαδικασία των γυρισμάτων, ενδεχόμενες δυσκολίες;


Αυτή η ταινία, σε αντίθεση με την προηγούμενη που την προετοίμαζα για πολύ καιρό, έγινε σχετικά γρήγορα. Αυτό δε σημαίνει ότι δε συναντήσαμε δυσκολίες στην ολοκλήρωσή της. Ήταν μια ταινία που είχε πολύ μικρότερο budget από την πρώτη μου ταινία, είχε πολύ λιγότερες βδομάδες γύρισμα, αλλά πολύ μεγάλη αφοσίωση από όλους μας. Η ταινία ξεκινάει με την Άννα που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας, η οποία ζει μια ήσυχη ζωή με το σκυλάκι της τον Μανού. Όταν το σκυλάκι της πεθαίνει, μην ξέροντας τι να κάνει χτυπά την πόρτα στην απέναντι οικογένεια, όπου ζει η Σοφία, μια γυναίκα με τον άντρα και τα δυο της παιδιά, και τους ζητάει να θάψουν το σκυλάκι στον κήπο τους. Εκεί ξεκινά η ιστορία. Από κει και πέρα αρχίζει να συνεπαίρνεται από τη ζωή που δεν έχει, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η ταινία διηγείται την αισθηματική, όχι συναισθηματική, περιπέτεια ενηλικίωσης της Άννας.



Πρόκειται, επίσης, για μια ταινία σχετικά με τη μοναξιά και την αλληλεγγύη…


Έχει να κάνει με τη μοναξιά ολωνών μας. Αυτό που χρειάζεται κάποιος για να καθορίσει τη μοναξιά είναι η παρουσία ενός άλλου ανθρώπου. Αλλιώς δεν είσαι μόνος, είσαι αυτάρκης.


Όσο για το κομμάτι της αλληλεγγύης;


Σε αυτή την ταινία, με πολύ λεπτούς και υπόγειους τρόπους, όχι κατάδηλα, σχετίζεται πάρα πολύ με το φόβο, με την εμπιστοσύνη, με το είναι και δεν είναι υγιές, ποια είναι τα όρια, ποιος τα βάζει, πότε τα παίρνει, πότε τα ξαναβάζει. Είναι, αν θέλεις, όλο αυτό το παιχνίδι των σχέσεων και της ανθρώπινης ευτυχίας.


Ο τίτλος σημαίνει κάτι;


Ο τίτλος σημαίνει μία διάθεση. Αν η ταινία ήταν τραγούδι, θα την ονόμαζα «Σεπτέμβρη». Με την έννοια ότι έχει τη μελαγχολία του φθινοπώρου και την όρεξη για την καινούρια ζωή.



Μου ακούγεται πολύ ελπιδοφόρο αυτό.


Είναι. Είναι γλυκόπικρη ταινία. Δεν μπορώ να πω ότι είναι ένα δράμα. Έχει και κωμικά στοιχεία, χωρίς να είναι κωμωδία. Στο τέλος, μετά από μια δύσκολη διαδρομή, είναι μια ανάλαφρη ταινία. Ανάλαφρη όπως είναι η ζωή, όπως είναι το τέλος μιας ζωής, όταν κάνεις την προσθαφαίρεση. Όταν πλησιάζεις προς το τέλος, είσαι πιο ελευθερωμένος από όλα αυτά που σε βαραίνουν. Αυτή την ελευθερία έχει αυτή η ταινία.



Υποστηρίζεται, επίσης, από ένα εξαιρετικό cast ηθοποιών και ιδίως από δύο σπουδαίες γυναίκες ηθοποιούς της νέας και της πολύ νεότερης γενιάς, την Μαρία Σκουλά και την Κόρα Καρβούνη.


Μ’ αρέσει πολύ ο τρόπος που το θέτετε, γιατί ήταν μια πρόκληση για μένα να δουλέψω με αυτές τις δύο γυναίκες. Η ταινία είναι περισσότερο βασισμένη στην Άννα (Κόρα Καρβούνη), αλλά μέσα και από την Σοφία (Μαρία Σκουλά) μπορούμε να καταλάβουμε άλλες όψεις της Άννας. Η Άννα δε μας δίνει τα κλειδιά για να την καταλάβουμε. Μου άρεσε αυτό το παιχνίδι με τη νέα και την πολύ νεότερη γενιά, γιατί προέρχονται από δύο διαφορετικές σχολές ηθοποιών, οπότε με την καθεμία ξεχωριστά δούλεψα με τελείως διαφορετικό τρόπο. Και δούλεψα πάρα πολύ όμορφα!



Ήταν δική σας επιλογή;


Ναι. Και τις δυο τις βρήκα σχετικά εύκολα. Έκανα ένα πολύ γρήγορο cast, γιατί η ταινία έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα στο 2013. Υπήρξα πολύ τυχερή, γιατί από πολύ νωρίς εμφανίστηκαν τα δύο ονόματα και αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό. Ήταν φανταστικές, μου αρέσουν πολύ.



Στην εποχή μας, είναι ηρωικό να σκηνοθετείς, δεδομένων των γενικότερων συνθηκών;


Είναι λίγο πιο εύκολο τώρα, με την έννοια ότι με τα ψηφιακά μέσα είναι πιο ευκίνητο το σινεμά και πιο εύκολο να το τραβήξεις. Απλώς έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να ξεκινήσεις πιο άμεσα. Βέβαια το πραγματικό σινεμά θέλει πολλά λεφτά για να γίνει. Ακόμα και στο εξωτερικό, οι low budget ταινίες απαιτούν πολλά χρήματα.



Η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε σχετικά εύκολα;



Μόνο το ZDF και το ARTE είχα, που μπήκαν σχετικά εύκολα. Εντυπωσιάστηκα. Μπορεί και να υπήρξα τυχερή. Τους άρεσε το πρότζεκτ, θυμόντουσαν και την προηγούμενη ταινία μου. Δυστυχώς είμαστε βομβαρδισμένοι από διάφορα που δε συνιστούν τέχνη. Κι εμένα ο κινηματογράφος μ’ αρέσει σαν τέχνη.



Έχοντας συνεργαστεί με την ΕΡΤ, και συνεργαζόμενη ακόμη, πώς νιώσατε στο άκουσμα του αυταρχικού λουκέτου;


Ένιωσα χάλια. Πέραν του γεγονότος ότι το θεωρώ απαράδεκτο, μια πραγματική κατάλυση της δημοκρατίας, έχω αισθανθεί πάρα πολύ άσχημα με τον τρόπο που βρίσανε προσωπικά καθέναν από τους υπαλλήλους ξεχωριστά. Μπορώ να βεβαιώσω ότι είναι μακράν αυτού που περιγράφεται στα Μ.Μ.Ε., κι εννοώ από την κυβερνητική πλευρά. Δεν είναι τυχάρπαστοι . Θα έλεγα ότι τυχάρπαστοι είναι αυτοί που οι ίδιοι κατά καιρούς διόριζαν- και μόνο αυτοί. Όλοι οι υπόλοιποι την αγαπάνε την Ε.Ρ.Τ. Δε νοιάζονται μόνο για το μισθό που χάνουν. Αυτό που συνέβη πραγματικά με τρόμαξε, πλέον μπορείς να περιμένεις ο,τιδήποτε. Έχασα την εμπιστοσύνη σε αυτό που λέγεται πολιτεία, μου δημιούργησε τη διάθεση να πολιτικοποιηθώ ξανά. Βρίσκω ύποπτες ακόμα και τις φωνές που σε αυτή τη συγκυρία μιλάνε για το πώς θα έπρεπε να αναδιοργανωθεί. Όταν έχεις πόλεμο, συντάσσεσαι. Μετά κάνεις τις κουβέντες και τις αναλύσεις. Εμείς πρώτοι που δουλεύουμε εκεί μέσα ξέρουμε πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο εύρυθμα, αλλά δεν είναι τώρα καιρός να μιλήσουμε γι’ αυτό, είναι αμέσως μετά, αφού εξασφαλίσουμε την ανοιχτή και χωρίς κανένα συμβιβασμό επαναλειτουργία της. Εξάλλου δεν είναι μια εταιρία με παθητικό, είναι μια εταιρία με φοβερό ενεργητικό, το οποίο θα ήταν πολύ καλό να διοχετευτεί στις τέχνες και τα γράμματα. Αν υπάρχει, λοιπόν, μια διέξοδος από αυτό το πνευματικό τέλμα, πέρα από το να κάνουμε σχολεία, θα ήταν και ο ρόλος της δημόσιας τηλεόρασης. Μαύρισε και μαύρισε το σύμπαν! Αν μη τι άλλο, βλέπαμε και μια καλή ταινία.



Για να επιστρέψουμε και να κλείσουμε με την ταινία, έχει εξασφαλίσει διανομή;


Όχι ακόμα, είμαστε σε συζητήσεις. Δεν το έχουμε φροντίσει, γιατί όλα τα πράγματα σ’ αυτή την ταινία έγιναν λίγο γρήγορα, εκτός από τη δημιουργία αυτή καθεαυτή που ήταν μια αργή επώαση. Με ενδιέφερε πολύ το πού θα κάνει πρεμιέρα η ταινία, σε ένα καλό φεστιβάλ. Νομίζω το πετύχαμε τώρα. Πάντως θέλω να πω ότι δεν ανήκει σ’ αυτό που λέγεται «weird wave»: ενώ είναι μια καταφανώς arthouse ταινία, εύχομαι κι ελπίζω ότι μπορεί να αγκαλιάσει ένα μικρό, βέβαια, που πάντα μικρό είναι πια το κοινό αυτών των ταινιών, αλλά μπορεί να περάσει σε περισσότερο κόσμο.



Αν, πάντως, κρίνω από τη ματιά της προηγούμενης ταινίας που είναι βαθιά ανθρωποκεντρική, δεν μπορώ να φανταστώ ότι και η συγκεκριμένη θα ήταν τόσο διαφορετική.


Δε μοιάζουν αυτές οι ταινίες. Οι «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί» ήταν πιο λυρική, πιο ποιητική ταινία, αυτή δεν είναι. Είναι μια άλλου τύπου καταγραφή, λίγο πιο φιλοσοφική. Είναι, βέβαια, κι αυτή ανθρωποκεντρική, αλλά όχι με τον τρόπο που ήταν οι «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί». Ευτυχώς. Και οι εποχές έχουν περάσει και σαν κινηματογραφίστρια έχω αλλάξει και η ιστορία δεν ταίριαζε σε μια τέτοια αποτύπωση.



Περισσότερες πληροφορίες για την Πέννυ Παναγιωτοπούλου και την καινούρια της ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό μπλογκ της σκηνοθέτριας:




Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο διαδικτυακό περιοδικό http://3pointmagazine.gr


Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Εζρά Ερτζάν Μπιλγκίτς: "η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, θα τουιταριστεί"






Ένας μήνας συμπληρώνεται στις 27 Ιουνίου από τη μέρα που για πρώτη φορά μια μικρή ομάδα πολιτών συγκεντρώνεται στο Πάρκο Γκεζί, κοντά στην ιστορική πλατεία Ταξίμ, την «καρδιά» της Κωνσταντινούπολης, για να αποτρέψει τη σχεδιαζόμενη από την κυβέρνηση Ερντογάν μετατροπή του σε εμπορικό κέντρο. Ό,τι ξεκίνησε ως μια φαινομενικά περιορισμένης εμβέλειας περιβαλλοντική κινητοποίηση, σταδιακά εξελίσσεται σε μαζικές, και συχνά βίαιες, διαδηλώσεις με ευρύτερα αιτήματα σε σχεδόν όλη τη χώρα επί πολλές βδομάδες. Η αστυνομική καταστολή, βάναυση. Ο απολογισμός, 4 νεκροί, 3 διαδηλωτές κι ένας αστυνομικός που έπεσε από μια γέφυρα στα Άδανα κυνηγώντας διαδηλωτές, χιλιάδες τραυματίες και τουλάχιστον 10 άτομα που έχασαν μερικώς την όρασή τους, έπειτα από αστυνομικές επιθέσεις με πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα.


Ποιο είναι, όμως, το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών και τα αιτήματά τους; Ποιοι είναι οι βαθύτεροι λόγοι μιας εξέγερσης που μπορεί, προς το παρόν, να έχει καταλαγιάσει, αλλά κάθε άλλο παρά έχει τερματιστεί; Ποιος είναι ο ρόλος των διαδικτυακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook και το twitter; Πώς αποτιμάται η συμμετοχή των γυναικών στις κινητοποιήσεις; Πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση από εδώ και στο εξής; Για όλα αυτά, και για πολλά άλλα, συζητάμε με την Τουρκάλα, πανεπιστημιακό Εζρά Ερτζάν Μπιλγκίτς, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης, η οποία διεξήγαγε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιστημονική έρευνα σχετικά με το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών, κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της εξέγερσης.




Τι σας ώθησε αρχικά να διεξαγάγετε την έρευνα σχετικά με τους νεαρούς διαδηλωτές στο Πάρκο Γκεζί; Μπορείτε να αναλύσετε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, τις δυσκολίες που συναντήσατε και την υποδοχή της έρευνας, τόσο από τους ίδιους τους διαδηλωτές, όσο και από τα Μ.Μ.Ε. και τους συναδέλφους σας; Αντιπροσωπεύετε τον τύπο του κοινωνικά ενεργού ακαδημαϊκού;


Είμαι λέκτορας στο Τμήμα Μ.Μ.Ε. και Επικοινωνιακών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης. Διδάσκω μαθήματα, όπως κοινωνιολογία της τηλεόρασης, πολιτική οικονομία των Μ.Μ.Ε, πολιτισμό, επικοινωνία και κοινωνία και άλλα. Ο κύριος λόγος που με ώθησε να διεξαγάγω αυτή την έρευνα είναι η άγνοια των τουρκικών τηλεοπτικών καναλιών. Μέχρι την έκτη μέρα της εξέγερσης, τα τηλεοπτικά κανάλια ήταν βουβά. Δεν είχαν μεταδώσει τη λαϊκή αναταραχή και αγνοούσαν τη βάναυση αστυνομική καταστολή εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών. Το γεγονός ότι τα κατεστημένα Μ.Μ.Ε. δεν κάλυπταν τα γεγονότα, έκανε την ανάγκη της πληροφόρησης πολύ σημαντική. Υπήρχαν εικασίες σχετικά με τους διαδηλωτές και μια επείγουσα ανάγκη να παραχθούν πληροφορίες για το ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Γι’ αυτό ζήτησα από την συνάδελφό μου Ζεχρά Καφκασλί αν συμφωνούσε να συνεργαστούμε σε μια διαδικτυακή έρευνα. Πραγματοποιήσαμε μια διερευνητική προσπάθεια. Απευθυνθήκαμε στα άτομα μέσω facebook και twitter χρησιμοποιώντας την τεχνική snowball. Το διαδικτυακό ερωτηματολόγιό μας απαντήθηκε από ακριβώς 3.008 άτομα μέσα σε 20 ώρες. Δράσαμε πολύ γρήγορα, ανακοινώνοντας τα προκαταρκτικά αποτελέσματα. Το ενδιαφέρον των Μ.Μ.Ε. ήταν τεράστιο, γιατί υπήρχε ανάγκη για αξιόπιστη πληροφόρηση, Οι συνάδελφοί μας μας συνεχάρησαν για τα ακαδημαϊκά μας αντανακλαστικά. Δεν αντιπροσωπεύω κάτι. Ήθελα απλώς να παραγάγω πληροφόρηση, τόσο για την κοινή γνώμη, όσο και από ακαδημαϊκή περιέργεια.


Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στην εφημερίδα Χουριέτ, δηλώσατε ότι οι διαδηλώσεις διέλυσαν το μύθο της απολίτικης νεολαίας. Ποιο είναι το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών, οι στόχοι και η πολιτική τους τοποθέτηση;


H τουρκική νεολαία μόλις πολιτικοποιήθηκε μετά το πραξικόπημα του 1980. Ζητούν συμμετοχική δημοκρατία, γιατί δεν τους ικανοποιούν οι πρακτικές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πλέον. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, αυτοί που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις εξαιτίας του πολιτικού κινήματος, με το οποίο ταυτίζονται, αντιπροσωπεύουν μόλις το 7.7% των ακτιβιστών. Δεν έχουν πολιτική ταύτιση, αλλά, παρόλα αυτά, χρησιμοποιούν νόμιμα το δημοκρατικό τους δικαίωμα να διαδηλώνουν εναντίον τόσο της τοπικής, όσο και της εθνικής κυβέρνησης. Αυτό αποτελεί πολιτική συμμετοχή. Το 81.2% των συμμετεχόντων στην έρευνα αυτοπροσδιορίζονται ως «αναζητητές της ελευθερίας», ακολουθούμενο από ένα 64.5%, για το οποίο η επιλογή «κοσμικός» είναι «απολύτως αποδεκτή». Το 54.5% του δείγματος επισήμανε την επιλογή «είμαι απολίτικος-η» ως «μη αποδεκτή».


Ό,τι ξεκίνησε ως μια ειρηνική περιβαλλοντική κινητοποίηση, σταδιακά εξελίχθηκε σε μια εξέγερση σε εθνικό επίπεδο, συχνά παίρνοντας βίαιες μορφές. Ποιοι, κατά τη γνώμη σας, είναι οι βαθύτεροι λόγοι αυτής της εξέγερσης;


Στην Τουρκία, η σπέκουλα για την κτηματομεσιτική αγορά αποτελεί επέκταση του καπιταλισμού του κυβερνώντος κόμματος. Ιδιωτικοποιούν ακόμη και δημόσιους χώρους, προκειμένου να χτίσουν εμπορικά κέντρα. Στην τελική, οι διαδηλωτές βρίσκονται εδώ για να διεκδικήσουν τους δημόσιους χώρους τους. Γι’ αυτό νομίζω ότι φυσιολογικά έχουν αντικαπιταλιστικό λόγο. Εξάλλου, η κυβέρνηση του ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) συστηματικά αρνείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανθρώπων που δεν ψήφισαν αυτό το κόμμα, αρνείται να ακούσει τη φωνή των ανθρώπων που δεν την εξέλεξαν. Η κυβέρνηση δεν υποστηρίζει και δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα των ανθρώπων για συμμετοχική δημοκρατία. Οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει από την αυταρχική συμπεριφορά τόσο του πρωθυπουργού, όσο και της κυβέρνησης. Επιπλέον, δεν εμπιστεύονται τη δικαστική εξουσία, ούτε και τα Μ.Μ.Ε. πλέον. Και οι δύο αυτοί θεσμοί είναι χειραγωγήσιμοι από την κυβέρνηση.


Σε αντίθεση με την, τουλάχιστον αρχική, σιωπή των κατεστημένων Μ.Μ.Ε., τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το facebook και το twitter, άνθησαν, προσφέροντας τόσο άμεση πληροφόρηση, όσο και διευκολύνοντας το συντονισμό των εξεγερμένων. Πώς ερμηνεύετε το ρόλο τους και πώς αποτιμάτε τη σημασία τους;


Αυτό είναι η πολιτική οικονομία. Τα αμοιβαία συμφέροντα ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους ιδιοκτήτες των Μ.Μ.Ε. μόλις αποκαλύφθηκαν. Κανείς δεν εκπλήσσεται από τη σιωπή των κατεστημένων Μ.Μ.Ε. Η σιωπή ίσως θα μπορούσε να γίνει κάπως αποδεκτή. Αλλά η σκόπιμη παραπληροφόρηση είναι το χειρότερο και στις μέρες μας όχι μόνο τα κατεστημένα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά και οι εφημερίδες είναι γεμάτες παραπληροφόρηση. Το facebook και το twitter έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην οργάνωση και την εξάπλωση των διαδηλώσεων. Στην πραγματικότητα, μια απλή, αλλά όχι απλουστευτική, απάντηση θα ήταν η εξής: τώρα οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, θα τουιταριστεί.


Η διάσημη «γυναίκα στα κόκκινα» που υφίσταται ψεκασμό με χημικά έγινε, άθελά της, ένα παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης στην κρατική καταστολή. Ποιος ο ρόλος των γυναικών στην επαναστατική διαδικασία κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων;


Δύο άφοβες γυναίκες έγιναν το σύμβολο των διαδηλώσεων. Όπως παρατηρώ, οι γυναίκες αποτελούν το ήμισυ των διαδηλωτών. Εκείνες οι γυναίκες είναι εδώ για να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, το σώμα τους, την ανεξαρτησία τους, τον τρόπο ζωής τους, εφόσον η κυβέρνηση προσπαθεί καιρό τώρα να αναμιχτεί στις προσωπικές αποφάσεις τους.



Η βίαιη καταστολή της κατάληψης του Πάρκου Γκεζί το Σάββατο 15 Ιουνίου φαίνεται να σηματοδοτεί το συμβολικό κλείσιμο ενός κύκλου. Δεδομένης της διχαστικής, εμπρηστικής και σχεδόν εμφυλιοπολεμικής ρητορικής του πρωθυπουργού Ερντογάν, τι νομίζετε ότι θα συμβεί στο προσεχές διάστημα;



Το κίνημα δεν τελείωσε, αυτό είναι σίγουρο. Νομίζω ότι μόλις ξεκίνησε. Νομίζω ότι οι άνθρωποι μόλις ξεκίνησαν να ζητούν ελευθερία και δημοκρατία και δε θέλουν να το βάλουν κάτω. Δεν μπορώ να προβλέψω τι θα συμβεί στο μέλλον. Είναι προφανές ότι ο πρωθυπουργός προσπαθεί να προβοκάρει και να διεγείρει τους ψηφοφόρους του εναντίον των διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές, όμως, δεν έχουν πρόβλημα με το «άλλο μισό». Οι φοιτητές μου, οι συνάδελφοί μου, οι παλιοί μου συμμαθητές, ο σύζυγός, η αδερφή μου, τα ξαδέλφια μου έχουν όλοι συμμετάσχει στις διαδηλώσεις. Η εκτίμησή μου είναι ότι η πλειονότητα των διαδηλωτών έχουν καλό μορφωτικό επίπεδο, είναι υπέρ της εκκοσμίκευσης και διαπνέονται από πολιτισμένες αντιλήψεις, σεβόμενοι τη δημοκρατία, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτισμική ποικιλομορφία. Αν οι ψηφοφόροι του ΑΚΡ το συνειδητοποιήσουν, η τουρκική κοινωνία μπορεί να ευημερήσει σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Κωνσταντίνος Μάνος: "αν είχα κουράγιο, θα φωτογράφιζα στην Αθήνα"





«Δεν περίμενα τόσο κόσμο», δηλώνει με ανεπιτήδευτη έκπληξη ο Κωνσταντίνος Μάνος, καθώς αντικρίζει τα περίπου 30 άτομα που υπομονετικά περιμένουμε την έναρξη της ξενάγησης από τον ίδιο στην έκθεσή του A Greek Portfolio- 50 χρόνια μετά, η οποία φιλοξενείται από την Τετάρτη, 22 Μαΐου, στο Μουσείο Μπενάκη. «Αλλά για μένα είναι το ίδιο, είτε πρόκειται για 10 άτομα, είτε για 30», συμπληρώνει με φωτεινό χαμόγελο.



Παιδί Ελλήνων μεταναστών στη Νότια Καρολίνα των Η.Π.Α., ο σχεδόν 80χρονος πλέον Κωνσταντίνος Μάνος επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα στα 1961. «Πήγα στην Ελλάδα όταν αισθάνθηκα έτοιμος, αλλά δεν ήξερα τι έψαχνα. Πρώτα έστειλα ένα μπαούλο με τον εξοπλισμό μου στην Αθήνα, έπειτα ταξίδεψα μέσω Γερμανίας κι όταν έφτασα νοίκιασα ένα φτηνό διαμέρισμα. Κοντά έμενε ο Γιάννης Τσαρούχης, τον οποίο αργότερα φωτογράφισα». Επί τρία χρόνια, μεταξύ 1961 και 1964, ο Κωνσταντίνος Μάνος ταξιδεύει «δίχως βιασύνη και συγκεκριμένο σχέδιο» σε χωριά και πόλεις της ελληνικής υπαίθρου, αποτυπώνοντας μέσα από μια ματιά βαθιά ανθρωπιστική και με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές του τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, την καθημερινότητά τους, τις λύπες και τις χαρές τους. «Ήταν άνθρωποι υπερήφανοι, ευγενικοί και φιλόξενοι. Μπορεί τα ρούχα τους να ήταν μπαλωμένα, αλλά δε βίωναν την κακή φτώχεια», θα μας πει. Τον προσελκύουν ιδιαιτέρως τοποθεσίες, όπου το ηλεκτρικό ρεύμα είναι μια πολυτέλεια.






 «Η φωτογραφία μου είναι προσωπικό ντοκιμαντέρ, γιατί εγώ επιλέγω το υλικό». Είναι ο πρώτος φωτογράφος που επισκέπτεται την Όλυμπο της Καρπάθου. «Τότε ήταν ζωντανό μουσείο. Σήμερα είναι περισσότερο μουσείο, παρά ζωντανό χωριό. Περισσότεροι Ολυμπιώτες ζουν στη Βαλτιμόρη, παρά στην Κάρπαθο», σχολιάζει δηκτικά. Για τη φωτογραφική του προσέγγιση: «ποτέ δεν «έστησα» φωτογραφία, ούτε ζήτησα από κάποιον να ποζάρει. Ήξεραν, βέβαια, ότι είμαι εκεί. Πάντοτε χρησιμοποιούσα ευρυγώνιο φακό, από κοντινή απόσταση. Ποτέ τηλεφακό», διευκρινίζει. Καρπός της τρίχρονης περιπλάνησής του στην Ελλάδα είναι το πολυβραβευμένο λεύκωμα  Α Greek Portfolio, το οποίο εκδίδεται το 1972. Από το 1965 ο Μάνος είναι πλήρες μέλος του φημισμένου πρακτορείου Magnum.



Στεκόμαστε μπροστά από κάθε φωτογραφία ξεχωριστά. Άνθρωπος γλυκός, προσηνής και σεμνός, ο Κωνσταντίνος Μάνος αφηγείται τις ιστορίες που κρύβουν με συγκίνηση και χιούμορ και, θαρρείς, τα πρόσωπα βγαίνουν από το κάδρο. Ταυτόχρονα, η φωτογραφική του ματιά αποπνέει μια αίσθηση ποιητική. «Η ποίηση είναι η αγαπημένη μου μορφή λογοτεχνίας», εξομολογείται, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μας. Επίσης, αγαπά τη μουσική, ιδίως τα δημοτικά, τα ρεμπέτικα, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, τον Παπαϊωάννου.



Το δεύτερο μέρος της έκθεσης αποτελείται από φωτογραφίες, οι οποίες, αν και τραβήχτηκαν την ίδια χρονική περίοδο, δεν είδαν ποτέ το φως της μέρας. «Αποφάσισα να τις δωρίσω όλες στο Μουσείο Μπενάκη, για να μπορείτε να τις βλέπετε κι όταν εγώ δε θα είμαι εδώ. Αν τις δώριζα σε ίδρυμα στην Αμερική, θα κατέληγαν σε κάποιο χαρτόκουτο».



«Είμαι αυτοδίδακτος, λειτουργώ με το ένστικτο. Μέντορας και δάσκαλός μου ήταν ο Ανρί Καρτιέ- Μπρεσόν. Άνθρωπος ντροπαλός, δε δίδασκε, τον γνώριζα. Με έχει επηρεάσει και ο Γιουτζίν Σμιθ, αν τον ξέρετε», θα συμπληρώσει, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις επιρροές του. Όσο για τη φωτογραφία σήμερα: «Πνιγόμαστε στην κοινοτοπία και τη μετριότητα. Το να τραβάς φωτογραφίες είναι εύκολο, το να είναι, όμως, κάτι ιδιαίτερο, κάτι σπουδαίο, είναι δύσκολο. Στην Ελλάδα, πάντως, υπάρχει ενδιαφέρον κίνημα». «Αν είχα το κουράγιο και έκανα καινούρια δουλειά, θα ήταν σε άσπρο- μαύρο και θα φωτογράφιζα στην Αθήνα. Είναι το κέντρο της Ελλάδας, όπως παλαιότερα ήταν τα χωριά. Τώρα τα χωριά κοιμούνται», καταλήγει.




Η έκθεση Α Greek Portfolio- 50 χρόνια μετά φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό Κτήριο). Την Πέμπτη, 30 Μαΐου, θα διεξαχθεί η δεύτερη και τελευταία ξενάγηση από τον Κωνσταντίνο Μάνο μεταξύ 18:00 και 19:00.




Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

"Ταξισυνειδησία": φωτίζοντας την άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού





Μια παραμελημένη πτυχή της ιστορίας των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική επιχειρεί να φωτίσει το συναρπαστικό ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία- Η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού, σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα: τη συμμετοχή ενός διόλου ευκαταφρόνητου αριθμού Ελληνοαμερικανών στο ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα από τη δεκαετία του ’20 μέχρι την εποχή των μακαρθικών διώξεων. Το ντοκιμαντέρ πρωτοπροβλήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ήδη διανύει την 5η εβδομάδα στους κινηματογράφους, ενώ έχει μέχρις στιγμής φιλοξενηθεί σε πληθώρα από πολιτικά στέκια. Με αφορμή το ντοκιμαντέρ, είχα μια εκτενή και εξαιρετικά κατατοπιστική συνομιλία με τον επιστημονικό υπέυθυνο και συν-σεναριογράφο του, ιστορικό Κωστή Καρπόζηλο, η οποία ακολουθεί:




Πώς προέκυψε η επιλογή του θέματος; Είναι κυρίως προϊόν προσωπικού ενδιαφέροντος ή το δουλέψατε συλλογικά ως ομάδα;


Το ντοκιμαντέρ ως ντοκιμαντέρ είναι προϊόν μιας συλλογικής δουλειάς: είναι προϊόν συνάντησης των δικών μου ιδιαίτερων ερευνητικών ενδιαφερόντων με την επιθυμία μιας ομάδας ανθρώπων που είχαν ζήσει στις Η.Π.Α. κατά την περίοδο της Δικτατορίας να δημιουργήσουν ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει αυτή την πολιτική διαδρομή. Οι άνθρωποι που έχουν φτιάξει τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» τιμούσαν έναν φίλο τους, αγωνιστή του αντιδικτατορικού κινήματος στις Η.Π.Α., ο οποίος πέθανε νέος τη δεκαετία του ’70 και στα πλαίσια των συζητήσεών τους είχαν πει «να προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ». Κι εκεί έπεσαν τυχαία πάνω στη δική μου δουλειά. Το δικό μου ενδιαφέρον για τα ζητήματα αυτά είχε ξεκινήσει όταν είχα για πρώτη φορά  πιάσει στα χέρια μου τις ελληνόφωνες, ελληνόγλωσσες εφημερίδες στις Η.Π.Α. που ήταν συνδεδεμένες με τις οργανώσεις της αμερικανικής Αριστεράς κι είχα την αρχική περιέργεια τι είδους εκδόσεις είναι αυτές, στη δεκαετία του ’10- ’20, που στα ελληνικά επαγγέλλονται την κοινωνική ανατροπή και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η δική μου έρευνα ξεκίνησε το 2004.



Η αναζήτηση αυτού του υλικού, η συγκέντρωσή του και η ανάδειξή του ήταν, φαντάζομαι, μια ιδιαιτέρως απαιτητική, ενδεχομένως επίπονη και σίγουρα χρονοβόρα διαδικασία. Ισχύει αυτό; Πόσο διάστημα χρειαστήκατε, μέχρι να φτάσετε στο τελικό στάδιο των γυρισμάτων, του μοντάζ και, εντέλει, της προβολής του ντοκιμαντέρ;



Το ίδιο το ντοκιμαντέρ μετράει πίσω του ενάμισι με δύο χρόνια. Βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε μία έρευνα, η οποία ήδη είχε συντελεστεί. Αλλά και η δική μου έρευνα ήταν στην ουσία η ανασυγκρότηση ενός διάσπαρτου και κατακερματισμένου αρχειακού υλικού, το οποίο ταυτόχρονα είχε να αναμετρηθεί με την αίσθηση ότι αυτά τα πράγματα είναι μικρής σημασίας για την ελληνοαμερικανική ιστορία. Μια εγγενή, δηλαδή, προκατάληψη. Αυτή η διαδρομή του πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού μετά το 1950 εμφανίζεται ως ένα πρόβλημα, μια αρνητική παράδοση, η οποία υποβαθμίζεται συστηματικά και εξαφανίζεται εντέλει από το λόγο της ίδιας της κοινότητας.



Οπότε είναι ένα ζήτημα που δεν το ακουμπάνε τόσο- ή και καθόλου…


Ενώ, για να είμαστε ειλικρινείς, στην περίπτωση άλλων μεταναστευτικών κοινοτήτων υπήρχε ένα ενδιαφέρον μετά τη δεκαετία του ’60, για αυτό που θα λέγαμε τις ριζοσπαστικές παραδόσεις, στην ελληνική περίπτωση υπήρξε μεγαλύτερη καθυστέρηση- και ιστοριογραφική και κοινοτική. Δηλαδή, ενώ στην ιταλική ή την εβραϊκή περίπτωση οι νέες ιστοριογραφικές αναζητήσεις της δεκαετίας του ’60 για το εργατικό κίνημα και το μεταναστευτικό ριζοσπαστισμό συναντήθηκαν με διεργασίες της κοινότητας, στην ελληνική περίπτωση έχουμε μια διπλή καθυστέρηση. Λίγες δουλειές, ανθρώπων, οι οποίοι προσπάθησαν να διασώσουν αυτή την αφήγηση, που όμως δεν μπόρεσαν πολύ συχνά να ακουμπήσουν στις αναζητήσεις των κοινοτήτων.



Εκτιμάς, επομένως, ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για το γεγονός ότι δεν έχει αναλυθεί επαρκώς το ζήτημα του πολιτικού ριζοσπαστισμού κομματιού του ελληνικού μεταναστευτικού πληθυσμού στην Αμερική ή υπάρχουν και άλλοι λόγοι;


Στην ακαδημαϊκή έρευνα υπήρξαν κάποιες πρωτοπόρες προσπάθειες τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μεταξύ αυτών είναι και ο ιστορικός Dan Georgakas. Ο Georgakas προέρχεται από τις τάξεις της Νέας Αμερικανικής Αριστεράς της δεκαετίας του ’60 και μέσα από την πολιτική του στράτευση προσπαθεί να διασώσει την ιστορία της παλαιάς Αριστεράς. Αλλά είναι μια σχετικά μεμονωμένη περίπτωση. Η Joanna Karmonidis συνέγραψε μια διατριβή τη δεκαετία του ’80 για τους Έλληνες γουνεργάτες που ήταν το πιο μαχητικό τμήμα του εργατικού κινήματος. Αυτές, όμως, οι προσπάθειες δεν επηρέασαν τον ίδιο το λόγο των κοινοτήτων, τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι ελληνοαμερικανικές κοινότητες οικοδόμησαν την ιστορική τους μνήμη, που κατά τεκμήριο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της ελληνοαμερικανικής επιτυχίας και το πολιτικού συντηρητισμού.



Γιατί τελικά κυριαρχεί το συγκεκριμένο, ενδεχομένως στερεότυπο, ενδεχομένως πραγματικότητα, σε ένα βαθμό, αντί για την προβολή του πιο μαχητικού, πιο ριζοσπαστικού πολιτικά κομματιού του μεταναστευτικού πληθυσμού;


Πρώτος και κύριος λόγος είναι η επιθυμία της πλειονότητας των μεταναστευτικών κοινοτήτων να εμφανιστούν ως αρμονικό και ενσωματωμένο κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας, μια προσπάθεια να εμφανιστεί η ελληνική «ψυχή» και οι αμερικανικές αρετές συνυφασμένες. Προφανώς υπάρχει και μια πολιτική διάσταση πίσω από αυτό, που είναι η συμπόρευση της Ελλάδας με τις Η.Π.Α στο πλαίσιο του παγκόσμιου αντικομμουνιστικού αγώνα και ο καθοριστικός ρόλος των Η.Π.Α. στις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα αντιστοιχεί σε μια υπαρκτή κοινωνική καταξίωση των Ελλήνων μεταναστών, της πρώτης ελληνικής παρουσίας στις Η.Π.Α. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτόν, μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Οι μετανάστες φεύγουν από τα κέντρα των πόλεων και πάνε στα προάστια, τεκμήριο κοινωνικής ανόδου, τα μεροκάματα την περίοδο του πολέμου είναι υψηλά, το οποίο επιτρέπει μετά την ενασχόληση με επιχειρήσεις, ο ελληνικός αγώνας ενάντια στον κομμουνισμό κατοχυρώνει τους Έλληνες ως ένα ελεύθερο έθνος, οπότε διαμορφώνεται ένα νέο ηγεμονικό αφήγημα, στο οποίο η ελληνοαμερικανική εργατική, και δη ριζοσπαστική, παρουσία εκφράζει μια διπλή αποτυχία: αυτός που παραμένει μισθωτός εργάτης για τα δεδομένα της αμερικανικού ονείρου είναι loser και ταυτόχρονα είναι loser ενός πολιτικού σχεδίου.



Υπάρχουν κάποιες έρευνες που να αποτιμούν το πιο μαχητικό πολιτικά κομμάτι του ελληνοαμερικανικού πληθυσμού και αριθμητικά, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο;


Η δική έρευνα σε μεγάλο βαθμό προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, όχι τόσο για να αποδείξει δια του αριθμού την παρουσία, αλλά για να δείξει τη δυναμική ορισμένων ιδεών σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Άρα, αν με ρωτήσεις ποια είναι τα οργανωτικά μεγέθη της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς, μπορώ να σου πω ότι υπήρχαν 2 με 3 χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι ανήκαν στις ελληνικές εργατικές εκπαιδευτικές λέσχες που λειτουργούν στις Η.Π.Α. από το 1920 μέχρι το 1940. Ταυτόχρονα, μπορεί κανείς να αναφέρει τους 2000 συνδικαλισμένους εργάτες του ελληνικού λόκαλ 70 των γουνεργατών που αποτελούν ένα ξεχωριστό παράδειγμα πολιτικού ριζοσπαστισμού και κυρίως μαχητικού συνδικαλισμού. Αυτό που κυρίως έχει ενδιαφέρον είναι πώς στη δεκαετία του ’30 οι σχετικά μικρές οργανώσεις της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς επικοινωνούν με τις ευρύτερες διεργασίες που συντελούνται στις Η.Π.Α. γύρω από την ανάδυση των εννοιών της ενότητας και της οργάνωσης ως αξιών πιο καθολικών και συμμετέχουν σε ένα ευρύ προοδευτικό και ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο σφραγίζει τις Η.Π.Α. από τη δεκαετία του ’30 μέχρι τη δεκαετία του ’50.



Κατά πόσο αυτή η παρουσία συνετέλεσε στο να υλοποιηθούν επιτυχώς διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος;



Είναι στην ουσία η ιστορία της μεταμόρφωσης της αμερικανικής κοινωνίας στα χρόνια του «New Deal». Δηλαδή αυτό το νέο κοινωνικό συμβόλαιο επικοινώνησε με τη διάχυτη εργατική δυσαρέσκεια, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε όρους και προϋποθέσεις για σημαντικές βελτιώσεις στην εργατική καθημερινότητα. Οπότε, φερ’ ειπείν, στους κλάδους των εργατών στα ξενοδοχεία και στα εστιατόρια, κλάδους που δεν είχαν ιδιαίτερη συνδικαλιστική οργάνωση, βλέπουμε τη δεκαετία του ’30 χιλιάδες Έλληνες μετανάστες να οργανώνονται σε νέες εργατικές ενώσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τον παραδοσιακό συνδικαλισμό και ταυτόχρονα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30 αυτός ο κλάδος της μηδαμινής συνδικαλιστικής δράσης και των πολύ προβληματικών σχέσεων  μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ του μικρού αφεντικού, του «μπόση», και του εργάτη,  θα μεταμορφώνεται σε ένα πεδίο κατοχύρωσης και αξιοπρέπειας του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Και, εντέλει, αυτή η δυναμική επικοινωνεί ταυτόχρονα και με ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις. Οι 200 περίπου Ελληνοαμερικανοί εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι παιδιά της μετανάστευσης, οι οποίοι στη δεκαετία του ’30 είτε συμμετέχουν σε κάποια επιτροπή ανέργων, είτε σε κάποιο από τα νέα συνδικάτα, πολλοί από αυτούς είναι μέλη του Κομμουνιστικου Κόμματος των Η.Π.Α. και πηγαίνουν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, στα πλαίσια, όμως, του αμερικανικού «εκστρατευτικού σώματος». Δημιουργείται ένα πλατύ κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό κίνημα, το οποίο στοχοποιεί ο Μακαρθισμός τη δεκαετία του ’50, δεν είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα ως Κομμουνιστικό Κόμμα.



Πού κατέληξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ποια ήταν η εξέλιξή τους μέσα από τα χρόνια και με την άνοδο, σταδιακά, του Μακαρθισμού; Είναι η ιδιώτευση, η φυλάκιση, ο θάνατος; Η αποστράτευση, με την ευρύτερη ή τη στενότερη έννοια;



Αυτή νομίζω ότι είναι η ουσία όλης της υπόθεσης. Ένα κομμάτι ανθρώπων είναι αυτό που περνάει από τις διώξεις του Μακαρθισμού και ορισμένοι απελαύνονται. Είναι δεκάδες οι άνθρωποι που απελάθηκαν από τις Η.Π.Α. ως «επικίνδυνοι ξένοι». Ένα δεύτερο κομμάτι, διόλου ευκαταφρόνητο, είναι εκείνοι που μέσα από διάφορες ταλαντεύσεις και σκληρύνσεις συνεργάζονται στις αντικομμουνιστικές διώξεις. Και αυτό πάλι προσελκύει, δυσανάλογα ίσως, το ενδιαφέρον, γιατί είναι κυρίως η περίπτωση του Καζάν, ενός «τέκνου»  της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι να δει κανείς πρώτον τη βιολογική φθορά ανθρώπων, οι οποίοι ήταν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, έδωσαν τη ζωή τους για την υπόθεση, αλλά έμειναν «εκτός». Το σημαντικότερο, πάντως, που μπορεί κανείς να διακρίνει είναι η ιδιώτευση μέσα από την κοινωνική ενσωμάτωση και κατοχύρωση της δεκαετίας του ’40 και του ’50. Δηλαδή, πώς οι ξεχασμένοι άνθρωποι του χτες, γίνονται  μέσα σε αυτές τις δεκαετίες κομμάτι ενός ανασυγκροτημένου αμερικανικού ονείρου.



Είχατε τη δυνατότητα να εντοπίσετε κάποιους ανθρώπους εκείνης της περιόδου;


Προφανώς είχαμε να αναμετρηθούμε με τη βιολογική φθορά, αλλά είχαμε την τύχη, πρώτον, να έχουμε άμεσους συγγενείς. Είναι ο Έρικ Πούλος, ο πατέρας του ήταν συνδικαλιστής, τροτσκιστής, με ιδιαίτερα σημαντική παρουσία στο εργατικό κίνημα. Η μητέρα του Έρικ και σύζυγος του Γιάννη Πούλου ήταν γραμματέας του Τρότσκι στο Μεξικό, Εβραία, δασκάλα, μια οικογένεια με σημαντικές ριζοσπαστικές παραδόσεις. Ο αδερφός του Γιάννη Πούλου, ο Κόνι Πούλος. είναι ο Ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος που καταγράφει την επίθεση στη Μεγάλη Βρετάνια στα Δεκεμβριανά. Ανήκει στους πρώτους Ελληνοαμερικανούς δημοσιογράφους που φτάνουν στην Αθήνα, από ένα προοδευτικό πολιτικό περιβάλλον, και ο οποίος, αν και δεν ήταν κομμουνιστής, στήριξε το Ε.Α.Μ. μέχρι το τέλος. Είχαμε, όμως, και την τύχη να έχουμε τη συνέντευξη ενός αγωνιστή της ελληνικής Αριστεράς. Λέγεται Γιάννης Μπαχάρας, ήταν στο χώρο του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού, μετά στον ενιαίο Συνασπισμό, τώρα νομίζω είναι στη ΔΗΜ.ΑΡ, ο οποίος έχει μια καταπληκτική ιστορία ζωής. Πώς πηγαίνει στις Η.Π.Α ως μικρός Επονίτης, για να γλιτώσει στην ουσία από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, πώς συγκρούεται με το οικογενειακό δίκτυο, το οποίο είναι αντικομμουνιστικό, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στην Πολωνία.



Πόσο εύκολη ή δύσκολη  διαδικασία υπήρξε η αναζήτηση χρηματοδότησης;


Το ντοκιμαντέρ είχε να αναμετρηθεί με ένα κύριο έξοδο, από τη στιγμή που όλοι εμείς δουλέψαμε εθελοντικά: την αγορά του κινηματογραφικού υλικού από αμερικανικά αρχεία  Ήμασταν τυχεροί, γιατί οι άνθρωποι που έχουν ιδρύσει τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» πολύ αθόρυβα βάλανε πλάτη σε αυτό το ζήτημα και κάλυψαν τα έξοδα του ντοκιμαντέρ.



Προσπαθώντας να συνδέσουμε το χτες με το σήμερα, εκτιμάς ότι η διαδικασία της μετανάστευσης ολοένα και περισσότερων Ελλήνων στο εξωτερικό σε αναζήτηση διεξόδου σε όλα τα επίπεδα, και όχι μόνο στο εργασιακό, ενισχύει την πιθανότητα πολιτικής ριζοσπαστικοποίησής τους, ή μήπως, ταυτόχρονα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να συμβεί το αντίθετο, να ενσωματωθούν, δηλαδή, με συντηρητικούς ή φοβικούς όρους στην καινούρια κοινωνία;


Νομίζω ότι το πρώτο δεδομένο είναι πως η εξέλιξη των πραγμάτων είναι απρόβλεπτη και η ιδέα των ιστορικών αναλογιών πάρα πολύ παρακινδυνευμένη και πολύ συντηρητική. Η ιδέα ότι ζούμε σε ιστορικές αναλογίες δεσμεύει τη φαντασία μας και την οδηγεί να λειτουργεί πάνω σε προκαθορισμένες ράγιες. Με έναν τρόπο η κρίση σίγουρα μετασχηματίζει συνειδήσεις, επιταχύνει ή επιβραδύνει διεργασίες. Στη σημερινή συγκυρία νομίζω ότι το ντοκιμαντέρ, αν μπορεί να συνεισφέρει σε κάτι, είναι στη συζήτηση ποιοι είναι τρόποι οργάνωσης που θα υπερβούν τη «σκουριά» του παρελθόντος, όπως στη δεκαετία του ’30 εμφανίστηκαν νέες μορφές οργάνωσης,  και που ταυτόχρονα θα ενοποιήσουν ένα εθνοτικά κατακερματισμένο δυναμικό. Αυτή είναι μια συζήτηση που αφορά το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, όπου πλέον η διάσταση συνδικαλισμένων και μη συνδικαλισμένων είναι τεράστια, η ανεργία διαβρώνει τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης και η μεταναστευτική σύνθεση δημιουργεί ερωτήματα, με τα οποία κανείς δεν έχει αναμετρηθεί , αλλά ταυτόχρονα αφορά και την παρουσία των Ελλήνων στο εξωτερικό. Η φοιτητική μετανάστευση, ξέρεις, δεν είναι, κατ’ ανάγκη, εχέγγυο ριζοσπαστικοποίησης.



Σε ποιο ακριβώς κοινό απευθύνεται το ντοκιμαντέρ;


Δικιά μας επιδίωξη εξ’ αρχής ήταν μια δουλειά που δε θα ήταν ακαδημαϊκού χαρακτήρα  Ξέρεις, το αργό, βαρύ…



Ακαδημαϊκό με την κακή έννοια…


Άλλωστε ο αμερικανικός τρόπος έχει δείξει ότι το ακαδημαϊκό μπορεί να είναι και πολύ ενδιαφέρον. Προσπαθήσαμε να είμαστε πιο συνεπείς με αυτή την παράδοση, του ακαδημαϊκού ως ζωντανού, που σε ξυπνά και δε σε κοιμίζει. Ήδη το ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί από στέκια, χώρους, καταλήψεις, λέσχες δείχνει ότι το ντοκιμαντέρ μπορεί και επικοινωνεί και με έναν κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Και στις Η.Π.Α.



Αυτό είναι τελικά και το ζητούμενο, κατά πόσο η ακαδημαϊκή έρευνα συναντιέται με τις ανάγκες και τις επιδιώξεις των τάξεων και των ανθρώπων, όπου απευθύνεται, και τη ζωή των οποίων προσπαθεί να αφηγηθεί.


Στην Ελλάδα έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά, και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα, με την απόκλιση μιας πολύ ουσιαστικής ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας και ιστορικής παραγωγής, η οποία, όμως, δέσμια του εαυτού της αδιαφόρησε για τη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης και τις διεργασίες στο κοινωνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα είτε να ανθίζουν οι διάφορες ανορθολογικές ιστορικές/ παραϊστορικές πραγματείες των τηλεπωλήσεων, είτε διάφορα σχήματα που συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός κοινωνικού κανιβαλισμού και συντηρητισμού. Νομίζω ότι κάποια στιγμή η πρέπει η ελληνική ιστοριογραφία να καταλάβει πόσο χρειάζεται ένας ριζικός αναπροσανατολισμός στη στόχευσή της.