Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Συνομιλώντας με τους Τζώρτζη Γρηγοράκη και Βαγγέλη Μουρίκη για την ταινία “Digger”

 

Αργύρης Πανταζάρας και Βαγγέλης Μουρίκης

Πυκνό, πολυεπίπεδο και συγκρουσιακό πολιτικό και υπαρξιακό “western, το Digger, μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Τζώρτζη Γρηγοράκη με πρωταγωνιστή τον Βαγγέλη Μουρίκη, είναι μια από τις ταινίες της χρονιάς.

Φορτωμένη με πολλά εγχώρια και διεθνή βραβεία, προβάλλεται από τις 17 Ιουνίου στους κινηματογράφους. Συναντώντας τους Τζώρτζη Γρηγοράκη και Βαγγέλη Μουρίκη ένα βροχερό απόγευμα στα Εξάρχεια.

Το Digger είναι αφιερωμένο στον πατέρα σου. Γιατί;

(Τζώρτζης Γρηγοράκης): Με έναν τρόπο εμπνεύστηκε από τη σχέση μου με τον πατέρα μου.

Έχει καταγωγή από έναν ορεινό τόπο;

(Τ.Γ.): Καμία σχέση! Από την Πελοπόννησο είναι η καταγωγή του. Εμπνεύστηκε υπό την έννοια της αρχετυπικής σχέσης πατέρα-γιού, που από τη φύση της είναι συγκρουσιακή. Το ζητούμενο, ωστόσο, μέσα από τη σύγκρουση είναι η συμφιλίωση.

Εσύ, Βαγγέλη, είσαι πατέρας;

(Βαγγέλης Μουρίκης): Nαι.

Σε βοήθησε το γεγονός αυτό να προσεγγίσεις και να ενσαρκώσεις τον συγκεκριμένο ρόλο πιο βαθιά;

(Β.Μ.): Αυτό θα ίσχυε με τον καθένα που θα υποδυόταν κάποιον ρόλο. Αν στον συγκεκριμένο με βοήθησε κάπου, δεν μπορώ να το πω, γιατί δεν έχω μια τέτοιου είδους σχέση.

Ό,τι ήρθε στο «πανί» από αυτόν τον άνθρωπο έχει προκύψει από συζήτηση ετών με τον Τζώρτζη.

Άρα υπάρχει προϊστορία.

(Β.Μ.): Ακριβώς. Επομένως, στο πώς έχει ενσαρκωθεί αυτός ο ρόλος εμπλέκεται και η άποψη του Τζώρτζη. Κινηματογράφο κάνουμε, ο σκηνοθέτης βρίσκεται πίσω από την κάμερα και βλέπει αυτό που θέλει να δει.

Αν εσύ παίξεις αυτά που γνωρίζεις, κυρίως θα λειτουργούν σε ένα συναισθηματικό επίπεδο. Δε θα έχουν να κάνουν με την κινησιολογία και το βλέμμα το συγκεκριμένο ή με την αγωνία της στιγμής.

Οπότε και ο καθένας σας ατομικά, αλλά και από κοινού, «σκάψατε» -για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο της ταινίας-, προκειμένου να «βγουν» οι ρόλοι και, εν τέλει, η ταινία.

(Β.Μ.): Σε κάθε ρόλο «σκάβεις», ειδάλλως θα παίξεις την πάρτη σου που έτυχε να βρεθεί κάπου. Σε ένα περίπτερο, για παράδειγμα. Και ως σκηνοθέτης «σκάβεις».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτήσεις ήταν πολύ σκληρές. Αρχετυπική είναι η ιδιότητα. Η συνθήκη και η προσωπικότητα της σχέσης είναι εντελώς ξεχωριστές κάθε φορά.

Εκτός υστέρων και αφού δει την ταινία, μπορεί ο κάθε πατέρας και ο κάθε γιος ν’ αναγνωρίσουν δικά τους κομμάτια μέσα. Το εύχομαι αυτό.



Ο μικρόκοσμος του βουνού και του δάσους είναι κυρίαρχος στο φιλμ. Ο Νικήτας κάπου λέει μάλιστα ότι το δάσος πρέπει να το αγαπάς για να το αντέχεις.

Θα ήθελα να μου μιλήσετε για την προσωπική σας σχέση με το βουνό, το δάσος, τη γη.

(Τ.Γ.): Αν βρίσκεσαι στην άγρια φύση, τα πράγματα δεν είναι ρομαντικά. Και camping να πηγαίνεις σε μια παραλία τον χειμώνα, τα πράγματα είναι ζόρικα.

Αν, λοιπόν, έχεις επιλέξει έναν άγριο τρόπο ζωής, πρέπει να είσαι πολύ αποφασισμένος και αφοσιωμένος για να το αντέξεις αυτό το πράγμα. Αυτή είναι η πραγματικότητα του ήρωα, του Νικήτα.

Προσωπικά δεν έχω ζήσει τόσο άγριες καταστάσεις με τόσο μεγάλη διάρκεια.

Σε ό,τι αφορά τη σχέση μου με τη γη, ένιωθα μια ανάγκη να πατήσω καλύτερα. Για να πατήσεις καλύτερα πρέπει να βρεις κάτι μέσα σου, κι αυτό σχετίζεται με τις ρίζες σου. Αυτές μπορεί ο καθένας να τις προσεγγίσει όπως θέλει.

Εσύ, Βαγγέλη;

(Β.Μ.): Μ’ αρέσει η φύση. Από μικρός τα γούσταρα τα δάση. Έχω χωθεί και χαθεί μέσα σ’ αυτά. Και μόνος μου τα έχω περπατήσει πολύ. Πάντοτε έχουν μια ομορφιά, ένα μυστήριο, μια ξεκούραση. Καλό είναι να βλέπεις τα δάση κι όχι μόνο το δέντρο.

Όταν, λοιπόν, ήρθε αυτή η ιδέα προς συζήτηση από την πλευρά του Τζώρτζη, είπα: «Υπάρχει ένας λόγος παραπάνω». Γιατί τα περισσότερα τοπία στα οποία κινούνται οι ήρωες που παίζουμε είναι μέσα στην πόλη, σε κάτι σκατογειτονιές.

Όταν σε ένα τόσο όμορφο μέρος έχεις προβλήματα, αυτό σημαίνει πως η σύγκρουση που έρχεται είναι σε πολλά επίπεδα- αισθητικής, αξιολόγησης της ζωής, κοσμοθεωρητικό.

Ήμουν πολύ ευτυχής που ήρθε ο Τζώρτζης με μια ιδέα η οποία ενώνει άνθρωπο με φύση, άνθρωπο με ζώα, άνθρωπο με άνθρωπο, συγκρούσεις με συγκρούσεις, συναισθήματα με συναισθήματα.

Στο Digger εισάγεται με τρόπο πολύ γόνιμο κινηματογραφικά και πολιτικά η θεματική της καταστροφικής καπιταλιστικής «ανάπτυξης», που, απ’ όσο ξέρω, μέχρι στιγμής δεν έχει εξερευνηθεί επαρκώς σε ταινίες μυθοπλασίας.

Μίλησέ μου, Τζώρτζη, για την ανάγκη σου να καταπιαστείς μ’ αυτό το «τέρας», όπως αποκαλείται στο φιλμ.

(Τ.Γ.): Παρόλο που το «τέρας» είναι προφανές, πάλι δεν αντιδρούμε σωστά. Πόσο μάλλον που η κατάσταση θα γίνει πιο πονηρή τώρα, με τη δήθεν «πράσινη» ανάπτυξη.

Κάνουμε υποτίθεται τα πάντα για να γυρίσουμε σε μια κανονικότητα. Το ζητούμενο είναι να εμβολιαστούμε για να πίνουμε μπύρες- που κι εγώ το θέλω και μου λείπει. Στο μέλλον, ωστόσο, θα βρίσκουμε τέτοιου είδους προβλήματα.

Θα χωριστεί ο κόσμος ανάμεσα σε εκείνους που θα θέλουν να έχουν μια δουλειά καλοπληρωμένη -ή και όχι-, αλλά το παιδί τους μπορεί να μην έχει καθαρό νερό να πιεί και να παθαίνει καρκίνο στα 45, και όσους είναι ενάντια σ’ αυτό.

Και όχι απλώς διαμαρτυρόμενοι λεκτικά, αλλά πληρώνοντας ένα τίμημα.

(Τ.Γ.): Κάνουν μια άλλη επιλογή ζωής, βλέπουν τα πράγματα πιο συνολικά- κι αυτό είναι το σημαντικότερο για μένα.



Σημαντικό είναι και ότι αυτό το συγκρουσιακό κλίμα εντός μιας κοινότητας αποτυπώνεται κινηματογραφικά.

(Τ.Γ.): Σε διάφορες κλίμακες υπάρχει παντού στην Ελλάδα και στον κόσμο- είτε πρόκειται για τη διάνοιξη ενός δρόμου είτε για την κατασκευή ενός αεροδρομίου. Υπό διαφορετικές συνθήκες, σε κάθε περίπτωση.

Στο Μεξικό η αντίσταση γίνεται με όπλα. Αντίστοιχα διαφοροποιούνται και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν τα «τέρατα».

Υπάρχει ένα deadline. Πρέπει ν’ αλλάξουμε τη σχέση μας με τον πλανήτη για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως είδος. Το θέμα δεν είναι πια ιδεολογικό ή πολιτικό, αλλά αν μας ενδιαφέρει να κρατήσουμε τον πλανήτη Γη ή όχι.

Αν κι η ταινία έχει σαφή άποψη ενάντια στη λεγόμενη «ανάπτυξη», υιοθετεί μια διαλεκτική προσέγγιση.

(Τ.Γ.): Το θέμα είναι βαθύ, μεγάλο και πολύπλοκο. Κάποιον που πάει να εργαστεί σε μια τέτοια θέση δεν μπορείς να τον ακυρώσεις σαν μαλάκα. Μπορεί και να είναι, αλλά μπορεί να είσαι κι εσύ, για κάποιους άλλους λόγους.

(Β.Μ.): Η εξωτερική σύγκρουση μεταφέρεται και μέσα στο σπίτι.

Τον τρόπο με τον οποίο η ταινία «παντρεύει» αυτούς τους δύο άξονες δεν τον έχουμε δει εύκολα, ούτε και τόσο ολοκληρωμένα δοσμένο, γιατί ναι μεν θέσεις παίρνονται, αλλά οι συγκρούσεις γίνονται επί των θέσεων, οπότε ανοίγει μια κουβέντα.

Όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους που θα τη δουν.

Το «τέρας» νοηματοδοτείται ευρύτερα: εντός του καθενός και της καθεμιάς, αλλά και της σχέσης μεταξύ των χαρακτήρων.

(Β.Μ.): Και με τη γύρω κοινωνία. Το φιλμ θίγει ωραία ένα οικουμενικό θέμα. Όσο αρχετυπική είναι η σχέση πατέρα-γιού, άλλο τόσο είναι το ενδιαφέρον μας για το δάσος και το τι θα γίνει με τη ζωή μας.

Αξίζει να το δεις και σε επίπεδο θεάματος και διασκέδασης και ως τροφή για σκέψη σχετικά με ζωτικά ζητήματα. Η πανδημία το έδειξε.

Ίσως έχουμε χάσει χρόνο.

(Β.Μ.): Έχουμε χάσει την μπάλα. Η πανδημία ήρθε και μάς είπε: «Κυρίες και κύριοι, δεν είστε στο και παρά πέντε, είστε στο και δέκα». Τρεχάτε ποδαράκια μου, δηλαδή.

Η πανδημία, και κυρίως η εγκληματική εγχώρια διαχείρισή της, έχει πλήξει ιδιαίτερα και εσάς ως εργαζόμενους στον χώρο του κινηματογράφου.

(Β.Μ.): Η συγκεκριμένη ταινία θέλει τον χώρο της, όπως και πολλές σαν κι αυτή. Λόγω της όλης μαλακίας πρέπει ξαφνικά να εφευρίσκουμε άλλου είδους προβολές.

Έχω νεύρα μ’ αυτό -και πολύς άλλος κόσμος-, οπότε αυτοί που πρέπει να προσέχουν, πρέπει να προσέχουν. Κι αν είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να προσέχουμε, ας προσέχουμε.

Μιλώντας από την πλευρά του σκηνοθέτη, πώς βλέπεις να εξελίσσονται τα πράγματα στο όποιο και στο όποτε «μετά» της πανδημίας;

(Τ.Γ.): Δεν έχω ιδέα! Δεν ξέρεις καν τι θα κάνεις τον επόμενο μήνα πια.

(Β.Μ.): Δεν ξέρεις τι θα κάνεις την επόμενη ώρα.

(Τ.Γ.): Έχουμε πιο σημαντικά θέματα να λύσουμε από το πώς θα βλέπουμε σινεμά. Το σινεμά δε θα πεθάνει. Ταινίες βλέπαμε.

Έλειψε, όμως, στον κόσμο το να πηγαίνει σινεμά. Εκτίμησε διαφορετικά τη σχέση που μπορεί να έχει με τη μεγάλη οθόνη και τη συλλογική θέαση. Βγαίνουν ελληνικά φιλμ, υπάρχει ένα κοινό που θέλει καλές ελληνικές ταινίες, πάνε πάρα πολύ καλά.

Κι όταν λέμε «καλές», εννοούμε κανονικές, με αρχή, μέση και τέλος, που αφορούν τον κόσμο: ούτε σαχλαμάρες που κοιτάνε να τα κονομήσουν, ούτε αυτοαναφορικές οι οποίες απασχολούν αυτούς που τις κάνουν ή όσους ερευνούν ένα είδος.

Να υπάρχει ένα πάρε-δώσε ισότιμο. Και να σου δίνουν κάτι, και να δίνεις μετά σε μια κουβέντα.

(Β.Μ.): Ταινίες που απαντάνε και στο προσωπικό σου ερώτημα.



Το «πουθενά» του παραγκόσπιτου του Νικήτα επιλέχτηκε, φαντάζομαι, για να καταδείξει και ένα «παντού».

(Τ.Γ.): Ωραία το είπες, δε θυμάμαι γιατί επιλέχτηκε- έχουν περάσει έξι χρόνια!. Μ’ αρέσει όπως το «διαβάζεις».

(Β.Μ.): Πολύ ωραία το βάζεις, γι’ αυτό και μιλήσαμε για την παγκοσμιότητα του εγχειρήματος. Επειδή είμαι «υπήκοος» του κινηματογράφου και γουστάρω, αυτή η ταινία έχει πολύ κινηματογράφο.

Έχει σωστή φωτογραφία, σκηνοθεσία, σωστά ρούχα και σκηνικά.

Έχει και Βαμβακάρη (σημ.: η κλασική σύνθεση Τα ματόκλαδά σου λάμπουν ακούγεται τακτικά).

(Β.Μ.): Έχει και Βαμβακάρη. Έχει σινεμά, όπως σου είπα. Αυτό είναι το σημαντικό. Όλα τ’ άλλα είναι κουβέντες.

(Τ.Γ.): Κουβέντες που κάνουμε εμείς ευχόμαστε να τις κάνει κι ο κόσμος που θα τη δει μεταξύ του. Κι εμείς μια άποψη λέμε για την ταινία. Μπορεί κάποιος να έχει καλύτερη- πώς είπες εσύ το πουθενά είναι και παντού;

(Β.Μ.): Tην πήγες δέκα βήματα παραπέρα.

(Τ.Γ.): Να εμπιστευτούν αυτοί που κάνουν τις ταινίες ότι το κοινό είναι πιο έξυπνο από αυτούς.

Εσένα, Βαγγέλη, τι σου έχει λείψει πιο πολύ αυτό το «πανδημικό» διάστημα; Είναι η επαφή με το κοινό;

(Β.Μ.): Μου έχει λείψει αυτό που έχει λείψει σ’ όλον τον κόσμο: μια ελευθερία. Μπορεί ξαφνικά να πρέπει να δίνεις λογαριασμό και για το πότε κατουράς. Αυτό ήδη σε έχει περάσει στη χώρα της paranoia. Θα μας μείνει για πολύ καιρό.

Αυτός ο αέρας, ότι το μάτι μου βλέπει μακριά, είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Με την πανδημία αυτό «κόπηκε» για μένα. Ξαφνικά βλέπεις μέχρι την κολόνα. Σ’ αυτό εντάσσω και το ότι δεν μπορώ να δω την οθόνη πέρα.

Δεν μπορώ να ξαπλώνω στο καθισματάκι και ν’ αρχίζουν απέναντι «να βαράνε τα νταούλια»! Αυτά, βέβαια, αφορούν εμάς που έχουμε επιβιώσει όλης αυτής της μαλακίας. Υπάρχουν και άνθρωποι που την πλήρωσαν άσχημα.

Εσύ, Τζώρτζη, κοιτάς μακριά;

(Τ.Γ.): Δεν ξέρω αν όλα όσα συμβαίνουν με το Zoom και τις οθόνες συνιστούν ένα μοντέλο που θα κυριαρχήσει, αλλά οι νέες γενιές θα έχουν πρόβλημα με την όρασή τους, λόγω του focus στις οθόνες. Δε θα μπορούν να δουν μακριά.

Ελπίζω, πάντως, η δουλειά σας να συμβάλει στο να συνεχίσουμε να κοιτάμε μακριά.

(Β.Μ.): Θα επιβιώσουμε της όλης φάσης, αλλά με τι τίμημα...

Η ταινία του Τζώρτζη Γρηγοράκη Digger με πρωταγωνιστή τον Βαγγέλη Μουρίκη προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 17 Ιουνίου σε διανομή του Μικρόκοσμου.



Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Massoud Bakhshi: «Τα media χειραγωγούν τα άτομα παντού»

 


Η συγχώρεση, η δικαιοσύνη και η δύναμη της τηλεόρασης «ανατέμνονται» με λιτότητα στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Ιρανού σκηνοθέτη Massoud Βakhshi Γιάλντα, Η Νύχτα της Συγχώρεσης.

Έχοντας αποσπάσει το βραβείο καλύτερου ξενόγλωσσου φιλμ στο περσινό Φεστιβάλ του Σάντανς, προβάλλεται από τις 17 Ιουνίου στους κινηματογράφους. Μια συνομιλία με τον σκηνοθέτη.

Το Γιάλντα, Η Νύχτα της Συγχώρεσης, η δεύτερη ταινία σου μυθοπλασίας, θίγει τα ζητήματα της συγχώρεσης, της δικαιοσύνης και της αγάπης μέσα από τη «συνάντηση» δυο γυναικών με διαφορετικό ταξικό υπόβαθρο.

Σ’ αυτή, οι ρόλοι θύματος και θύτη εναλλάσσονται. Είναι μέσω της συγχώρεσης που η δικαιοσύνη μπορεί όντως να αποδοθεί και η κοινωνική συνοχή να διατηρηθεί, κατά τη γνώμη σου; Ή είναι πιο πολύπλοκο το ζήτημα;

Νομίζω ότι είναι πιο περίπλοκο. Η δικαιοσύνη είναι μια πολύ σχετική έννοια, κι όλα εξαρτώνται από ποια πλευρά, υπό ποιο πρίσμα βλέπεις την υπόθεση.

Αλλά, όπως σωστά σημείωσες, το κύριο ερώτημα εδώ είναι η συγχώρεση, που κάνει τα πάντα πιο πολύπλοκα και περισσότερο ενδιαφέροντα.

Ενώ καθετί έχει κανονιστεί ώστε να επιτευχθεί αυτή η συγχώρεση και να δοθεί ένα μάθημα στο κοινό, βλέπεις πως δεν είναι εύκολο να αποκηρύξεις την εκδίκηση.

Βέβαια, για μένα, πρόκειται πιο πολύ για μια εννοιολογική ταινία παρά για ένα κοινωνικό δράμα, μολονότι δε με πειράζει αν οι θεατές ή οι κριτικοί τη δουν ως κοινωνικό δράμα.

Το φιλμ σου αναδεικνύει με έναν σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο και την εξοργιστική επίδραση που η τηλεόραση, ιδίως τα αποκαλούμενα «ριάλιτι σόου», μπορεί να ασκήσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και στον θάνατό τους.

Τι αποκαλύπτει η δημοφιλία τέτοιων σόου για την ιρανική κοινωνία;

Τα ριάλιτι σόου είναι ένα μοντέρνο φαινόμενο όπως ακριβώς κι η ίδια η τηλεόραση. Είναι το αποτέλεσμα της διάσημης «ηθικής μαύρης τρύπας» στη μοντέρνα αισθητική.

Η τηλεόραση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγουν ένα νέο σύστημα αξιών όπου το καθετί εμφανίζεται περισσότερο ή λιγότερο κιτς.

Και από τις Η.Π.Α. στην Αφρική, από την Ινδία στη Σαουδική Αραβία, αυτά τα σόου παράγονται και προβάλλονται ακολουθώντας μερικές πολύ παρόμοιες φόρμες.

Το φιλμ αποτυπώνει επίσης μια κοινωνία όπου η απόσταση ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους αυξάνεται. Αυτό είναι επίσης οικουμενικό φαινόμενο.

Μια πλούσια μειονότητα παίρνει τα πάντα και η πλειονότητα των κατοίκων του πλανήτη παλεύει για να έχει τα ελάχιστα.

Τα media χειραγωγούν τα άτομα παντού, και ακόμα κι οι καλές προθέσεις δε δικαιολογούν αυτό το κιτς σύστημα.

Sadaf Asgari


Το Γιάλντα σηματοδοτεί τη δεύτερη συνεργασία σου με την έμπειρη Ιρανή ηθοποιό Behnaz Jafari και την πρώτη με την Sadaf Asgari, που υποδύονται τους χαρακτήρες της Mona και της Maryam, αντίστοιχα.

Πώς ήταν η εμπειρία της συνεργασίας και με τις δύο;

Ρώτησα καθεμιά τους να βρει ένα πρότυπο για τους χαρακτήρες τους στην πραγματική ζωή.

Η Sadaf, η πρωταγωνίστρια, προέρχεται από μια πολύ δημοφιλή περιοχή της Τεχεράνης και βίωσε μια δύσκολη ζωή, συνήθιζε να ξέρει τέτοιες ιστορίες.

Την έστειλα σε δικαστήρια για να παρακολουθήσει τη διαδικασία των ποινικών υποθέσεων και να δει πώς εξελίσσονται.

Για την Behnaz, την ηθοποιό που υποδύεται την Mona, ήταν λιγάκι διαφορετικό. Μου είπε για μια από τις φίλες της, μια μορφωμένη κόρη η οποία αντιτάχθηκε σοβαρά στον δεύτερο γάμο του πλούσιου πατέρα της με μια νεαρή σύζυγο.

Και οι δύο ενσωμάτωσαν στοιχεία της πραγματικότητας στις ερμηνείες τους.

Τα ηθικά διλήμματα εξερευνώνται συχνά σε μυθοπλαστικό επίπεδο στα ιρανικά φιλμ, σε σημείο που κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει το ιρανικό σινεμά ως μια σπουδή πάνω στα ηθικά διλήμματα.

Πώς ερμηνεύεις την επανερχόμενη παρουσία τέτοιων ανησυχιών;

Νομίζω ότι αυτό εν μέρει οφείλεται στο γεγονός πως η ιρανική κοινωνία παλεύει να διαμορφώσει τη δικιά σας νεωτερικότητα και την ίδια στιγμή να διατηρήσει τις παραδοσιακές αξίες.

Αυτός ο αγώνας εντάθηκε με την Επανάσταση του 1979 και τον οκταετή πόλεμο -τον αποκληθέντα «ιερή άμυνα»- εναντίον του Ιράκ μεταξύ του 1980 και του 1988.

Σε αυτόν τον αγώνα, η κρίση, οι αντιφάσεις και τα συμπλέγματα είναι αναπόφευκτα. Εμφανίζονται όχι μόνο σε διαφορετικές πτυχές της ζωής των ατόμων, αλλά και σε μεγαλύτερη κλίμακα σε όλη την κοινωνία.

Στις μέρες μας, σε έναν υλιστικό κόσμο όπου ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί παντού, μια κοινωνία όπως η δική μας προσπαθεί να διαφοροποιηθεί, και τα ηθικά διλήμματα δεν είναι μόνο προσωπικά ζητήματα.

Behnaz Jafari


Στις 18 Ιουνίου οι Ιρανοί και οι Ιρανές αναμένεται να οδηγηθούν στις κάλπες για να εκλέξουν τον διάδοχο του απερχόμενου Προέδρου Ρουχανί, που θεωρείται μετριοπαθής μεταρρυθμιστής.

Πώς θα περιέγραφες το πολιτικό κλίμα αυτή τη στιγμή στη χώρα; Εκτιμάς ότι μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές μέσω της εκλογικής διαδικασίας;

Πιθανόν δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για ν’ απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση, καθώς δεν ξέρω από πολιτική, απλά και μόνο γιατί δε μου αρέσει!

Αυτό που ξέρω είναι πως η χώρα μου βρίσκεται σε διαρκή αλλαγή, κι έχοντας αυτή την αρχαία Ιστορία κατά νου μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι αυτή η εξέλιξη έχει υπάρξει ταχεία και έντονη κατά τον τελευταίο αιώνα.

Νομίζω πως το μόνο που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης στην ίδια κατάσταση είναι να συνεχίσει να δημιουργεί, και να κρατά τη φλόγα της ελπίδας αναμμένη.

Ανεξαρτήτως της εγκυρότητας των επίσημων δεδομένων, το Ιράν είναι εκ των χωρών που επλήγησαν περισσότερο από τη συνεχιζόμενη πανδημία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ποιες είναι οι προοπτικές της ιρανικής κινηματογραφικής παραγωγής σε τόσο απρόβλεπτους και ασταθείς καιρούς;

Οι Ιρανοί σκηνοθέτες ήταν δραστήριοι ακόμα κι εν μέσω πανδημίας. Πολλές σειρές παράγονται εδώ, αλλά και ανεξάρτητες, χαμηλού προϋπολογισμού και περιθωριακές ταινίες.

Το ψηφιακό στοιχείο έχει επαναστατικοποιήσει τα πάντα στο σινεμά, ακόμα κι αν η διανομή και η έλλειψη κινηματογραφικών αιθουσών, πέραν του αυξανόμενου κόστους παραγωγής, παραμένουν μεγάλα ζητήματα γι’ αυτό το σινεμά.

Η ταινία του Massoud Bakhshi  Γιάλντα, Η Νύχτα της Συγχώρεσης προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 17 Ιουνίου σε διανομή της Weird Wave.



Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

Anders Ølholm: «Είναι σημαντικό να έχεις κατά νου και την ιδέα του άλλου»

 


Συνδυασμός ταινίας δράσης και πολιτικού θρίλερ, το ντεμπούτο μυθοπλασίας των Δανών Frederik Louis Hviid και Anders Ølholm Παγιδευμένοι θίγει οξυδερκώς τα ζητήματα της αστυνομικής βίας, των οικονομικών ανισοτήτων και του ρατσισμού.

Το φιλμ απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας και το βραβείο της FIPRESCI στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και προβάλλεται από τις 10 Ιουνίου στους κινηματογράφους. Συζητώντας με τον Anders Ølholm.

Ένα από τα πολύ πρώτα κάδρα της ταινίας θυμίζει πολύ τη βάναυση δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Ενυπήρχε στην αρχική εκδοχή του σεναρίου  ή ενσωματώθηκε σ’ αυτό εκ των υστέρων;

Στην πραγματικότητα είχαμε ολοκληρώσει το φιλμ όταν σκοτώθηκε ο Τζορτζ Φλόιντ, και μοντάραμε το τρέιλερ.

Αναστατωθήκαμε και σοκαριστήκαμε πολύ από αυτό το περιστατικό και από τον παραλληλισμό πραγματικότητας και μυθοπλασίας.

Κουβεντιάσαμε πολύ σχετικά αν θα έπρεπε ν’ αλλάξουμε ή να μοντάρουμε εκ νέου την ταινία ή όχι, αλλά τελικά αποφασίσαμε ότι ήταν σημαντικό να έχουμε αυτού του είδους τις συζητήσεις.

Δουλέψατε πάνω στο σενάριο από κοινού με τον συν-σκηνοθέτη Frederik Louis Hviid ή το ξεκίνησες εσύ και κατόπιν εντάχθηκε κι εκείνος στη διαδικασία;

Άρχισα να δουλεύω πάνω στο σενάριο σχεδόν πέντε χρόνια πριν από τα γυρίσματα. Eίχα τη βασική ιδέα για το φιλμ πιθανόν περίπου δέκα χρόνια πριν και δεν ήξερα τι να την κάνω.

Στο μεταξύ, ο Frederik κι εγώ συζητούσαμε πολύ για το ότι θέλαμε να σκηνοθετήσουμε κάτι μαζί.

Ανέφερα, λοιπόν, αυτό το πρότζεκτ και ήταν εντυπωσιακό πόσες ομοιότητες υπήρχαν στο πώς έβλεπα εγώ την ταινία και πώς εκείνος έβλεπε ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί.

Ρωτήσαμε τους παραγωγούς αν μπορούσαμε να τη σκηνοθετήσουμε μαζί και, προς μεγάλη μου έκπληξη, απάντησαν θετικά, οπότε τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη.

Εμπνευστήκαμε πολύ από την υπόθεση του Benjamin η οποία είχε συμβεί στη Δανία, όπου ένας νεαρός είχε συλληφθεί από την αστυνομία παραμονή Πρωτοχρονιάς και δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Κατέληξε να υποστεί εγκεφαλική βλάβη.

Frederik Louis Hviid και Anders Ølholm (Photo: Thomas A.)


Η ταινία εκτυλίσσεται σε μια συγκεκριμένη δανέζικη πόλη και γειτονιά. Θα δίσταζα να την αποκαλέσω «γκέτο», γιατί πολλά νοήματα και παρανοήσεις συνάπτονται μ’έναν τέτοιο όρο.

Θα ήθελα να μου πεις περισσότερα για την επιλογή αυτής της τοποθεσίας στο πλαίσιο της αφήγησης.

Δεν πρόκειται για πραγματικό μέρος, είναι μυθοπλαστικό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας. Από πολύ νωρίς αποφασίσαμε πως δε θέλαμε να είναι πραγματικό μέρος.

Θέλαμε ν’ αποπνέει μια λαβυρινθώδη, μεγαλύτερη-από-τη-ζωή αίσθηση και σχεδόν να είναι ένας χαρακτήρας το ίδιο. Το δημιουργήσαμε κάνοντας γυρίσματα σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες, λοιπόν.

Δεν «ψηνόμασταν» να δαιμονοποιήσουμε ούτε και να δείξουμε με το δάχτυλο κάποιο μέρος.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μυθοπλαστικά περιγράφετε συμβαίνει σε μη μυθοπλαστικό επίπεδο σε πολλές χώρες, πόλεις και γειτονιές στον κόσμο, είτε μιλάμε για αστυνομική βαναυσότητα ή για φυλετικές/οικονομικές ανισότητες.

Σίγουρα, ωστόσο, η αίσθηση του εγκλωβισμού κυριαρχεί έντονα, και σχετίζεται με το πώς δομούνται οι βασικοί χαρακτήρες. Έχω την εντύπωση ότι όλοι είναι παγιδευμένοι.

Ο Tarek Zayat έχει βιώσει πολλά από όσα περνάει ο Άμος, ο χαρακτήρας που υποδύεται: να τον σταματάει τυχαία και να τον ψάχνει η αστυνομία, κάποιοι άνθρωποι να τον υποψιάζονται.

Δεν είναι εκπαιδευμένος ηθοποιός, είναι φοιτητής νομικής: ένας πολύ φιλόδοξος, ευφυής, συμπαθητικός, ευπαρουσίαστος νεαρός άντρας, που ποτέ δεν υπήρξε ζόρικος ή o στερεοτυπικός ταραχοποιός. Κι έτσι, όμως, υφίσταται την ίδια μεταχείριση.

Στην έρευνά μας βρήκαμε πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στους νεαρούς και στους αστυνομικούς, που έχουν συνηθίσει να τους δαιμονοποιούν.

Όχι άδικα, αν με ρωτήσεις. Αλλά βέβαια, η δανέζικη πραγματικότητα μπορεί να διαφέρει ελαφρώς από την ελληνική.

Πάντως, μου φαίνεται καλό για την ταινία που είστε γενναιόδωροι προς τους χαρακτήρες σας και αισιόδοξοι για την ικανότητά τους να μεταμορφωθούν. Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι μπορούν ν’ αλλάξουν;

Θέλω να πιστεύω πως οι περισσότεροι έχουν αυτή την ικανότητα. Οι περισσότεροι αστυνομικοί δε μοιάζουν με τον Μάικ (Jacob Lohmann). Κάποιοι μοιάζουν, κάποιοι είναι χειρότεροι.

Η ιδέα ότι όλοι οι μπάτσοι είναι μπάσταρδοι, όπως λέει το γνωμικό, είναι σχεδόν εξίσου προβληματική με την ιδέα πως οι μετανάστες πιτσιρικάδες είναι εγκληματίες.

Είναι ανθρώπινες υπάρξεις, και οι άνθρωποι δρουν όπως δρουν για κάποιον λόγο -όχι πάντα καλό-, εκτός κι αν κάποιος είναι απολύτως ψυχοπαθής.

Για μένα, ο πραγματικός κόσμος είναι πιο σύνθετος.

Συμφωνώ μ’ αυτό.

Είναι σαφές ότι ορισμένοι δε θα έπρεπε να είναι αστυνομικοί.

Αν δεις τον αστυνομικό που είχε το γόνατό του πάνω στον λαιμό Τζορτζ Φλόιντ επί σχεδόν δέκα λεπτά, δεν έχει καμιά δουλειά να είναι αστυνομικός. Δεν έχει τις ικανότητες ή την ψυχολογία ή όπως αλλιώς θέλεις να το ονομάσεις.

Είναι, ωστόσο, προϊόν ενός πολύ συγκεκριμένου συστήματος -πολιτισμικού, πολιτικού, οικονομικού-, όχι ένα μεμονωμένο άτομο που δρα παρορμητικά.

Πρέπει να το λαβαίνουμε αυτό υπόψη όταν προσπαθούμε να ερμηνεύουμε γεγονότα, αλλιώς απαλλάσσεται των ευθυνών του ένα ευρύτερο σύστημα.

Σίγουρα υπάρχουν συστημικά, δομικά ζητήματα.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω γιατί έκανε αυτό που έκανε, αλλά ήταν λάθος, μια τραγωδία. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Σίγουρα υπάρχει πρόβλημα.

Το πρόβλημα στη Δανία δεν είναι τόσο εξωφρενικό όσο είναι στις Η.Π.Α., κι είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί αυτό.

Κι η δανέζικη κοινωνία, πάντως, έχει αλλάξει, απ’ όσο διαβάζω. Δε θα ισχυριζόμουν πως έχει πάψει να αποτελεί προπύργιο ανεκτικότητας και πλουραλισμού, αλλά έχει πληγεί αυτή η εικόνα.

Απολύτως.

Απλώς προσπαθώ να βλέπω τα πράγματα όσο πιο σύνθετα μπορώ, και η ρητορική σ’ αυτούς τους καιρούς τείνει να γίνεται απλοϊκή, κι από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Eίναι πάντα σημαντικό να βλέπεις όλους τους ανθρώπους ως ανθρώπινες υπάρξεις.

Από εκεί και πέρα, ο συστημικός ρατσισμός είναι ασφαλώς ένα ζήτημα. Στην τελική, όμως, η ταινία έχει πιο πολύ να κάνει με τις προκαταλήψεις ως σύνολο.

Ο Μάικ αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες υπό το πρίσμα της ίδιας πωρωμένης κοσμοθεωρίας. Κι αν υπάρχει μια ελπίδα, είναι ότι του γίνεται υπόμνηση όχι μόνο της δικιάς τους ανθρωπιάς, αλλά και των άλλων.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να έχεις κατά νου και την ιδέα του άλλου.

Η ταινία των Frederik Louis Hviid και Anders Ølholm Παγιδευμένοι προβάλλεται από την Πέμπτη 10 Ιουνίου στους κινηματογράφους σε διανομή της One from the Heart.



Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Martin Phillipps: “Sometimes the right words can really help other people”

 


Musically uplifting, Scatterbrain, The Chills’ latest pop “confection”, does, however, sound like an honest and profound personal and creative testament, as is evident in several songs.

In conversation with Martin Phillipps, the creative mastermind behind the legendary New Zealand band.

Musically uplifting, Scatterbrain does, however, -at least in terms of lyrics- sound like an honest and profound personal and creative testament, as is evident in several songs. Has it indeed stemmed from such a pressing internal need?

Following my recent health scare, as documented in the film The Chills: The Triumph and Tragedy of Martin Phillipps, and also the death of my mother, I have found myself thinking more about mortality and how much control we have over our own destiny.

It became apparent that these were common themes amongst my age-group and now was the time to talk about it. Sometimes the right words can really help other people cope with difficult situations.

Who’s the “scatterbrained”, in fact? Is it you, certain others, the era we live in?

All of the above! It was my own confused state of mind, it was watching the rise of stupidity as a valid intellectual stance and it is watching the shutting down of rational discussion in the face of the armies of ‘the offended’.

Dark times- nothing left to say/Black holes draining all the light away,” you lament ominously in Hourglass.

Although the so-called “pandemic era” has been more lightly felt in New Zealand, how much has it darkened your outlook on life and humanity?

The lyrics and themes of Scatterbrain were completed before we’d even heard of Covid but it has turned out to be an oddly prophetic album.

The early months of lockdown were a time of strange, quiet beauty but also of growing terror as I wondered whether this was how life would be forever.

On the positive side it gave us extra time to share sound-files and really fine-tune what the album was about before we regrouped for the final recording sessions and it really has benefited from that.

I know I won’t avoid the void eternally/And mortality- well, it must be met alone,” you confess in Destiny. You’ve come face to face with void in the past.

Do you feel more prepared to fight it at present, creatively as well as biologically, to “weather the ages”?

Scatterbrain is possibly the best of the recent three albums and I now feel I can step back and take stock of where I am in my life and where The Chills need to explore next.

I am relieved that the saga of this band has been brought up to date and no longer rests entirely on achievements made in the eighties and early nineties.

The old people (like me) want to feel more involved but they also know that their time of influence has largely passed,” you write about You’re Immortal.

Assuming that your time has passed, what’s the imprint that The Chills have left on the world of music?

It appears to us that there are a lot of people only just discovering our band for the first time and it speaks well of our legacy that so much of the music has aged well and can still feel relevant to new listeners.

While we are often referred to as just a pop band we have, in fact, covered a lot of ground musically and the new fans do find a large world of music to explore.

What kind of music do you most fondly listen to when you feel like it?

I have moods.

Recently I had a night of listening to very loud Deep Purple and Motörhead and the next night I binged on Scott Walker - from his early works right through to the later more experimental albums.

I don’t do Spotify, on principle, but I fear that I will have to adapt just to keep up with more of the amazing music that is being made today.

Legendary graphic designer and musician David Costa, whom I interviewed last year, is responsible for the highly imaginative cover art of the album. I assume this has been a rewarding collaboration. Is that so?

I was thrilled with his artwork. We quickly established a good relationship through email and I had one or two suggestions about the color palette and script but everything else was David’s natural response to hearing Chills music for the first time.

And I’ve really been enjoying discovering more of Trees through the wonderful Fire Records box set.

Each time the listening experience of Scatterbrain is over, I keep wishing there was more of it, somewhere. So, revisiting my initial question, is there any chance of a follow-up to this brilliant, introspective pop creation?

There were three other songs completed and mastered and one epic song we nearly started but realized we did not have the time to do it justice. We hope to record that soon and perhaps release all four tracks as the modern equivalent of an E.P.

Other than that there are the usual plans for beginning the process of writing the next album - although this time I don’t see any need to be hurried.

I would like to warmly thank Alice Gros of Fire Records for facilitating the realization of this interview, and Martin Phillipps for “carrying the flag”. Creatively may he go on!

The Chills’ Scatterbrain is released by Fire Records.