Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Χρύσανθος Κωνσταντινίδης: «Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη»


Κοινωνούς ενός συλλογικού τραύματος, του ναζιστικού ολοκαυτώματος του τόπου καταγωγής του, των Λιγκιάδων Ιωαννίνων, μας καθιστά ο πρωτοεμφανιζόμενος ντοκιμαντερίστας Χρύσανθος Κωνσταντινίδης με το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής. Μέσα από τις μαρτυρίες επιζησάντων και των απογόνων τους και με τη χρήση μιας κινηματογραφικής γλώσσας που συνδυάζει ευαισθησία και ερευνητική εμβάθυνση, ο σκηνοθέτης καταθέτει μια δουλειά επείγουσα και επίκαιρη.

Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, και από τις 26 Απριλίου κυκλοφορεί στις αίθουσες. Με αυτή την ευκαιρία, συναντιόμαστε με τον σκηνοθέτη.



Κατάγεσαι από τους Λιγκιάδες Ιωαννίνων. Αυτός υπήρξε ο βασικός λόγος για την ενασχόλησή σου με το ζήτημα του ναζιστικού ολοκαυτώματος του χωριού, το οποίο συντελέστηκε σχεδόν 75 χρόνια πριν, στις 3 Οκτωβρίου 1943;

Ανατρέχοντας σε παλιές συμπεριφορές της μάνας και του παππού μου κατάλαβα πώς το γεγονός της σφαγής των Λιγκιάδων επηρέασε την ψυχολογία του παππού μου, πώς αυτή πέρασε συμπεριφορικά στην μητέρα μου και πώς κατέληξε σε μένα. Αυτό που μεταφέρθηκε είναι ένα πένθος. Άρχισα, λοιπόν, να το ψάχνω φιλοσοφικά. Η αρχική μου ιδέα αφορούσε στην καταγραφή του γεγονότος ιστορικά, με υπόβαθρο την επίδρασή του στις επόμενες γενιές.

Πότε ξεκίνησε η διαδικασία συλλογής του υλικού και κινηματογράφησης;

Το 2010. Με μια κάμερα είχα πάρει μια συνέντευξη από τον τελευταίο επιζώντα, τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, που ζει ακόμα, κι έπειτα από κάποιους θείους. Μετά, προσπάθησα να βρω συνεργάτες. Στη συνέχεια, διάβασα την τριλογία Μνήμες Κατοχής του  Γερμανού ιστορικού Christoph Schminck-Gustavus, το τελευταίο μέρος της οποίας αναφέρεται στους Λιγκιάδες.



Ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί σου;

Γνωριστήκαμε, συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον, ανταλλάξαμε μέιλ και μου παραχώρησε το υλικό από τις κασέτες με τις μαρτυρίες των επιζώντων που είχε συλλέξει. Όλη η έρευνά του περιστρέφεται γύρω από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Νιώθει ντροπή που η χώρα του διέπραξε αυτά τα εγκλήματα και ως αντιφασίστας θέλει να κάνει κάτι. Η δουλειά του, λοιπόν, αφορά στο να μάθουν τα νέα παιδιά τι ήταν ο ναζισμός και ο πόλεμος και πώς μπορούμε να τους αποφύγουμε.

Η ταινία σου χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον, γεγονός που με προβλημάτισε ως προς τα κίνητρα των μηχανισμών του γερμανικού κράτους. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για το ζήτημα της χρηματοδότησης;

Έχοντας φτιάξει ένα τρέιλερ 5-6 λεπτών και καταρτίσει ένα κοστολόγιο, μαζεύαμε σιγά σιγά χρήματα από Γερμανούς ιδιώτες. Μη φανταστείς ότι πληρωνόταν κανένας από τους συντελεστές- μόνο τη βενζίνη για τις μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία, το φαγητό.

Το 2015 ενεργοποιήθηκε το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον. Kανονίσαμε  ραντεβού με τους υπεύθυνους, θέσαμε υπόψη τους το φάκελο της χρηματοδότησης και εγκρίθηκε. Ήταν μια σχέση χρηματοδότη-χρηματοδοτούμενου, χωρίς κανενός είδους παρέμβαση. Πληρώθηκαν και ασφαλίστηκαν οι πάντες, και με μεροκάματο προ κρίσης, ενώ προστέθηκε και συνεργείο.



Αισθανόσουν άγχος απέναντι στους ανθρώπους που προσέγγιζες;

Πήγαινα στο χωριό κάθε Πάσχα και καλοκαίρι. Με ήξεραν, τους ήξερα- όχι τόσο καλά, βέβαια. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, έρχονταν στην γιαγιά μου. Κουβέντιαζαν κι έκλαιγαν. Ήταν μεν πιο εύκολη η πρόσβαση, αλλά, όταν κατάγεσαι από το ίδιο μέρος και κουβαλάς όλο αυτό το φορτίο, διπλασιάζεται η ευθύνη σου.

Η γιαγιά Ευφροσύνη, με όλη την εσωτερικευμένη ενοχή που κουβαλά σε σχέση την υποτιθέμενη ευθύνη της για την καταστροφή του χωριού -γεγονός αβάσιμο-, είναι συγκλονιστική. Θα της άξιζε ξεχωριστό ντοκιμαντέρ.

Αν δεν τελείωνε η ταινία, μόνο και μόνο που έζησα αυτές τις στιγμές με την γιαγιά, ήταν σημαντικό.

Οι ήρωες του Μπαλκονιού αναδύονται ως ήρωες μιας ιστορίας και μιας εποχής, γεγονός που λείπει από τα δημοσιογραφικού ή δημοσιογραφίστικου τύπου ντοκιμαντέρ.

Η κλασική «συνταγή» στο ελληνικό ντοκιμαντέρ -και όχι μόνο- είναι η αφήγηση μιας ιστορίας μέσα από μερικά πορτρέτα. Το καθιστά πιο «ευανάγνωστο» από το κοινό. Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη. Στο ντοκιμαντέρ μου εμφανίζονται 60 άτομα, όταν το χωριό σήμερα έχει 50 μόνιμους κατοίκους. Στην ταινία δεν αναφέρονται ονόματα. Συγκρατείς τρεις από τους ήρωες: τον Γερμανό ιστορικό, την γιαγιά Ευφροσύνη και τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, τον τελευταίο επιζώντα.

Η προσέγγισή σου διακρίνεται, εξάλλου, από μια ποιητικότητα που δεν καταντά μελοδραματική.

Η ιστορία από μόνη της είναι τραγική, αλλά ήθελα να κρατήσω μια ισορροπία. Έχω «κόψει», λοιπόν, πολλά κλάματα, και αφήσει κάποια. Με τη φωτογραφία και τη μουσική, η οποία χρησιμοποιείται σε ορισμένα σημεία, επιδιώκαμε να εισαγάγουμε τον θεατή σε ένα κλίμα πένθους με πιο αξιοσέβαστο τρόπο. Στην πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη ήθελα να δω τις αντιδράσεις του κόσμου στη διάρκεια της ταινίας. Οι περισσότεροι ξερόβηχαν. Αν το ερμηνεύσεις ψυχολογικά, είναι ένα αγκομαχητό, μια δύσπνοια.



Διαπιστώνω ένα διαρκές και συστηματικό ενδιαφέρον ικανού τμήματος του κοινού για ντοκιμαντέρ ιστορικοπολιτικής φύσης με έμφαση στο στοιχείο των προσωπικών μαρτυριών, το οποίο ανατροφοδοτείται από μια διαρκή παραγωγή τέτοιου τύπου ντοκιμαντέρ. Υπάρχει κοινωνική ανάγκη για τέτοιες καταγραφές;

Δεν ξέρω αν έχει το κοινό την ανάγκη να αναζητήσει, να μάθει, αλλά οι άνθρωποι που έχουν βιώσει το οτιδήποτε και οι μετέπειτα γενιές, στις οποίες ανήκω κι εγώ, με την ίδια καταγωγή έχουν την ανάγκη να το πουν. Είναι λυτρωτικό γι’ αυτούς. Στην Ελλάδα υπάρχει το κλασικό μνημόσυνο των στεφάνων, στοιχείο που λείπει από το ντοκιμαντέρ μου. Στα μνημόσυνα μιλάνε μόνο οι αρχές. Ο μάρτυρας, αυτός που έχει βιώσει κάτι, δε μιλάει.

Σε μια περίοδο απενοχοποιημένης επανόδου του ακροδεξιού και νεοναζιστικού εξτρεμισμού, δουλειές όπως η δικιά σου υπενθυμίζουν με τον τρόπο τους τι σημαίνει ναζισμός σε όλες του τις εκφάνσεις.

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει κόσμος που έχει μπερδέψει πολύ τα πράγματα. Επειδή ήρθαν οι ναζί στην Ελλάδα, κάποιος μπορεί να ισχυρίζεται πως είναι αντιναζιστής σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς, αλλά, σε ό,τι αφορά τους Έλληνες, είναι το ίδιο. Αυτό έχει να κάνει με την επεξεργασία της μνήμης. Δε γίνεται μετά από τόσα χρόνια τα ιστορικά βιβλία να μην αναφέρονται παρά μόνο επιγραμματικά στον Εμφύλιο. Γι’ αυτό κι επικρατεί αυτή η σύγχυση. Στόχος μου, λοιπόν, είναι και πώς μπορούν αυτά τα γεγονότα να τα δουν τα παιδιά. Σ’ εκείνα απευθύνεται το ντοκιμαντέρ περισσότερο.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ, εδώ.

Το ντοκιμαντέρ του Χρύσανθου Κωνσταντινίδη Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 26 Απριλίου σε διανομή της New Star.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου