Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Δημήτρης Αθανίτης: «Η μεγαλύτερη ίντριγκα στο σινεμά είναι να βάζει ερωτήματα»


Ο 35χρονος Άρης (Γιάννης Στάνκογλου), βιομηχανικός εργάτης, χωρισμένος και πατέρας ενός 6χρονου γιου, απολύεται ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση. Διεκδικώντας να γίνει ορατός, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη. Μια «πλάγια» ματιά στην κρίση, το Invisible, η πιο πρόσφατη δουλειά του Δημήτρη Αθανίτη, είναι μια φαινομενικά μινιμαλιστική, αν και στην ουσία της πολυσύνθετη, ταινία, με τον Γιάννη Στάνκογλου σε ρεσιτάλ ερμηνείας. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού τμήματος του 28ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη της ένα συννεφιασμένο μεσημέρι Σαββάτου κι είχαμε μια θερμή και «χορταστική» κουβέντα.

Αν και πρωθύστερη ερώτηση, το τέλος δίνει την εντύπωση ότι είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, αμφίσημο ή και διπλό, οπότε φαντάζομαι πως η επιλογή ήταν συνειδητή.

Νομίζω ότι η μεγαλύτερη ίντριγκα στο σινεμά είναι να βάζει ερωτήματα, όχι να δίνει απαντήσεις, που συνήθως είναι προκατασκευασμένες, και κυρίως να ανοίγει ορίζοντες.  Θα ήμουν ευτυχής αν κάποιος θεατής, βγαίνοντας από την προβολή της ταινίας, τη σκέφτεται την επόμενη ώρα, την επόμενη βδομάδα, τον επόμενο χρόνο. Στα λόγια δεν πιστεύω πολύ. Δεν είναι τυχαίο πως ο ήρωας μιλάει ελάχιστα. Υπάρχουν 18 λεπτά τελείως βουβά, μια τεράστια πρόκληση για μια ταινία low budget, όπως νομίζω ότι αποτελεί πρόκληση απέναντι στον θεατή το φινάλε, όπου επί ένα ολόκληρο λεπτό τον κρατώ σε ένα λευκό, άδειο κάδρο και του δίνω το χρόνο και συναισθηματικά να εισπράξει όλο το βάρος αυτού που έχει συμβεί, χωρίς, όμως, να προσπαθώ να τον εκμεταλλευτώ συναισθηματικά. Ταυτόχρονα τον αφήνω και να σκεφτεί. Όταν συνάντησα τον Papercut για το soundtrack, δεν τον ήξερα, είχε φοβερή πλάκα, γιατί μου εξομολογήθηκε πως είχε γράψει το κομμάτι του φινάλε σε συνθήκες αντίστοιχες με αυτές που βρίσκεται ο ήρωας: τον είχαν διώξει από τη δουλειά, είχε χωρίσει, ήταν μόνος κι  ερημος, σε ένα δωμάτιο, έξω χειμώνας, έβλεπε τα σύννεφα και τότε το συνέθεσε.

Τον κεντρικό χαρακτήρα πώς τον εμπνεύστηκες; Είχες κατά νου τον Γιάννη Στάνκογλου, όταν τον «σμίλευες» σεναριακά;

Έχω βιώματα από αντίστοιχους χώρους, έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στο Μεταξουργείο και σχεδόν παντού στο κέντρο της Αθήνας. Έχω, δηλαδή, ισχυρές εμπειρίες από τέτοια πρόσωπα. Tον τοποθέτησα, ως βιομηχανικό εργάτη, στον Ασπρόπυργο, γιατί νομίζω ότι είναι ένας κομβικός χώρος. Οι αντιφάσεις ενός ολόκληρου συστήματος συμπυκνώνονται εκεί. Ήταν πολύ δύσκολο το casting συνολικά. Δε με έχει ξαναδυσκολέψει τόσο πολύ, ίσως λόγω του χώρου, που έχει ειδικές απαιτήσεις. Τον Γιάννη τον σκέφτηκα από την αρχή. Τον γνώριζα από πολλά χρόνια, τυχαία, πριν γίνει γνωστός. Τον πέτυχα σε μια φάση που κι εκείνος ήθελε να δουλέψει σε κάτι διαφορετικό από αυτά που τα τηλεοπτικά κλισέ τον έχουν οδηγήσει να κάνει. Είχε κι αυτός αντίστοιχα βιώματα, στο εργοστάσιο θα τον προσλάμβαναν! Ήταν ευτυχής συγκυρία, γιατι κι οι δύο θέλαμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα. Νομίζω ότι δεν έχει κάνει κάτι παρόμοιο.
 
 

Παρακολουθώντας την ταινία και το πώς ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας,  νιώθω ότι συνδύαζει παραίτηση, τραχύτητα, τρυφερότητα και αποφασιστικότητα ακόμα ακόμα, κάποιες στιγμές. Είναι ομολογουμένως πολυσύνθετος, η δε ερμηνεία του Γιάννη Στάνκογλου πολύ «υπόκωφη».

Είναι πολύ εύστοχα αυτά που λες, ιδίως το «υπόκωφη», γιατί κι η ταινία έχει μια πολυπλοκότητα.

Κι η αοράτοτητα του τίτλου...

Κι αυτό το θέτεις πολύ ωραία. Γι’ αυτό ακριβώς επέλεξα αγγλικό τίτλο και δεν έβαλα άρθρο. Αναφέρεται στον «αόρατο» ήρωα, αόρατο για τους άλλους, στο παιδάκι που είναι αόρατο και στους δύο γονείς του και σ’ έναν κόσμο που το αντιμετωπίζει σαν να μην υπάρχει, αλλά και σε αόρατες σχέσεις και καταστάσεις- αναφέρεται, τελικά, σε έναν ολόκληρο κόσμο. Σκέψου ότι αυτός ο κόσμος, του Ασπρόπυργου, είναι κυριολεκτικά δίπλα μας και ουσιαστικά είναι άγνωστος, σχεδόν συνειδητά αόρατος, σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχει βούληση να τον δούμε. Επειδή ξεκίνησα ως σκηνοθέτης για να κάνω φανταστικό σινεμά, συνειδητοποιώ πως κι αυτή η ταινία μου έχει αναφορά στο φανταστικό, με την έννοια ότι μου θυμίζει το μυθιστόρημα του Γουέλς Η μηχανή του χρόνου, όπου στο μέλλον οι εργάτες είναι απομονωμένοι στα υπόγεια, οι άνθρωποι πάνω γλεντάνε και μόνο τα βράδια οι Μόρλοκς ανεβαίνουν στην επιφάνεια και τους τρώνε.

Διεκδικώντας την ορατότητά τους.

Ακριβώς. Ασυνείδητα, βέβαια, αλλά αυτό τελικά με ιντριγκάρει, ο συνδυασμός της πραγματικότητας με το φανταστικό. Γιατί και το φανταστικό από μόνο του μου φαίνεται αδύναμο. Όταν, όμως, «πατάει» στην πραγματικότητα, νομίζω ότι έχει μια άλλη δύναμη.

Ο ήρωάς σου διεκδικεί, ή επιχειρεί να διεκδικήσει, την ορατότητά του προβληματιζόμενος και σκεπτόμενος ακόμα και να διαπράξει ένα φόνο, το φόνο του αφεντικού που τον απέλυσε.

Είναι το πρώτο που διεκδικεί, το να γίνει ορατός και αποδεκτός. Θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει αυτό που έχει κατά νου χωρίς προειδοποίηση, όμως θέλει να «δικάσει», να διεκδικήσει την παρουσία του. Θέλει, δηλαδή, να αναγκάσει τον άλλον να τον προσέξει, να τον ακούσει, να του δώσει σημασία. Από την άλλη, θέλω να πω ότι δεν πιστεύω στο δίπολο καλός-κακός. Πρόθεσή μου δεν είναι να κάνω έναν ήρωα «καλό», σε αντιπαράθεση με τον «κακό». Όλοι οι χαρακτήρες εμπεριέχουν το καλό και το κακό. Αλλιώς θα ήταν «χάρτινοι»- και λυπάμαι που αυτό συμβαίνει στο σινεμά.

Στην ταινία σου δεσπόζει και πάλι η πόλη, η Αθήνα, ως ένας άλλος χαρακτήρας. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν, την περπατάς;

Πάρα πολύ, την έχω περπατήσει απίστευτα, αν και νιώθω ότι κάπου την έχω εξαντλήσει. Έχω πολύ βαθιά σχέση μαζί της. Είχα παλαιότερα κάνει μια εγκατάσταση με τίτλο Πόλη κρυμμένη που περιλαμβάνει υλικό από όλες τις ταινίες μου, έβγαζε μια υπόγεια εικόνα κι αίσθηση. Πολλά σημεία της πόλης είναι συνδεδεμένα με βιώματα κι εμπειρίες. Από παιδάκι μου άρεσε η έννοια «πόλη». Για να το πάω και παραπέρα, η οικογένειά μου είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Γερμανία και μάθαινα τα ονόματα γερμανικών πόλεων που με μάγευαν, μου φαίνονταν παράξενα.

Το Invisible είναι το δεύτερο, μετά το Τρεις μέρες ευτυχίας, μέρος μιας άτυπης τριλογίας εμπνευσμένης ή επηρεασμένης από τις γενικότερες συνθήκες που βιώνουμε πολλοί- ή οι περισσότεροι, σε ένα βαθμό- τα τελευταία χρόνια;

Μπορείς να το πεις, αλλά ταυτόχρονα, μαζί με δύο προηγούμενες ταινίες μου, το 2000 + 1 στιγμές, μια ταινία με αφορμή το μιλένιουμ, και την Πόλη των θαυμάτων συνθέτουν ένα τρίπτυχο πάνω σε 3 ορόσημα: το μιλένιουμ, την Ολυμπιάδα και την κρίση. Το μιλένιουμ ήταν η χρονική στιγμή των μεγάλων ελπίδων και φιλοδοξιών, μια προβολή ενός μέλλοντος λαμπερού. Στην Ολυμπιάδα κατασκευάστηκε μια φοβερή αίσθηση ευωχίας, η οποία τον επόμενο χρόνο είχε ήδη ανατραπεί. Κι οι δύο αυτές ταινίες ρίχνουν μια «πλάγια» ματιά σ’ αυτά τα γεγονότα, είναι σπονδυλωτές, και μέσα από τα πρόσωπα ανακατασκευάζουν το πώς ο κόσμος ζει πράγματι αυτά τα γεγονότα, όχι όπως τα πλασάρουν τα Μ.Μ.Ε. Ουσιαστικά, υπάρχει ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο στις ταινίες μου, που προκύπτει τελικά από το βίωμα, δεν είναι η πρωταρχική πρόθεση. Βίωμα, φανταστικό και πολιτικό μπορούν να συνδεθούν σε μια ταινία. Το ’93 έκανα την πρώτη μου μικρού μήκους, τη Φιλοσοφία. Μόλις είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στο Σαράγεβο. Το σενάριο ήταν το εξής: οι πόλεμοι στα Βαλκάνια επεκτείνονται, η ελληνική οικονομία καταρρέει, ο πρόεδρος της δημοκρατίας κηρύσσει πτώxευση.

Προφητικό!

Αυτή η ταινία πήρε το βραβείο φανταστικού. Το παράξενο με κεντρίζει, αυτό εκπροσωπεί και το σινεμά για μένα, ακόμη κι αν πρόκειται για μια ιστορία του τώρα. Αλλά και το στοιχείο της ύπαρξης μιας προσωπικής γραφής, δε μου λέει κάτι μια ουδέτερη κινηματογράφηση. Δεν είμαι προφήτης, αλλά σε αυτό συνίσταται η δύναμη, όταν «ψηλαφείς» πραγματικά αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Όταν προσπαθείς να αγγίξεις κάτω από την επιφάνεια, είναι λογικό να αγγίζεις πράγματα που θα γίνουν ορατά αρκετά αργότερα, είναι επόμενο να βρίσκεσαι στην «καρδιά» των καταστάσεων. Μια κριτική που θα μπορούσα να ασκήσω στο ελληνικό σινεμά σήμερα είναι ότι παραμένει σοκαριστικά επιφανειακό και τα πυροτεχνήματα δε διαρκούν για πάντα. Όταν, μάλιστα, μία ταινία δεν είναι και σινεμά, καμία επικαιρότητα δεν μπορεί να τη σώσει. Μετά από λίγο θα είναι ξεπερασμένη. Και χαίρομαι, γιατί οι ταινίες μου όχι μόνο αναζωογονούνται με το χρόνο, αλλά και παίρνουν μεγαλύτερη ζωή από αυτή που αρχικά είχαν.

Ξαναβλέπεις, λοιπόν, τις δουλειές σου ανά τα χρόνια;

Τις ξαναβλέπω και τις ξαναδουλεύω. Παλαιότερα, ξέρεις, οι δυνατότητες επικονωνίας με το κοινό ήταν πολύ περιορισμένες. Αν, δηλαδή, το κυρίαρχο κανάλι εξουσίας δεν προωθούσε τις ταινίες, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Αλλά και αντικειμενικά, ήταν πολύ λιγότερα τα φεστιβάλ. Τώρα, όμως, με το ίντερνετ έχεις μια δυνατότητα άμεσης επαφής, η οποία δημιουργεί «ρωγμές» στο κυρίαρχο σύστημα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Γιατί τελικά το σινεμά είναι επικοινωνία και για μένα τρόπος ζωής. Το απολαμβάνω.

Όντας ένας καθ’ όλα ανεξάρτητος σκηνοθέτης, φαντάζομαι ότι αντιμετωπίζεις περαιτέρω δυσκολίες και προκλήσεις. Πώς τις διαχειρίζεσαι και τις υπερβαίνεις;

Το budget του Invisible σε σχέση με τον Αστακό είναι 1:100! Από την αρχή με ενδιέφερε να κάνω ένα προσωπικό, όχι ερμητικό, σινεμά, ένα ευρωπαϊκού ύφους σινεμά που αφορά ένα αρκετά ευρύ κοινό, αλλά ταυτόχρονα έχει ένα προσωπικό στίγμα, γιατί αυτό το σινεμά αγαπώ. Έχοντας την αίσθηση ότι αυτό το σινεμά έχει πολύ μικρή παρουσία στην Ευρώπη, μη νιώθοντας κάποιους δεσμούς με το ελληνικό σινεμά- ξεκίνησα ως «αλεξιπτωτιστής» στο χώρο και με έναν εκλεκτικισμό ως αντίληψη- και μιας και δε με εξέφραζε κάτι από τα τρέχοντα εδώ, αναγκάστηκα να δημιουργήσω ένα δικό μου τρόπο παραγωγής με απόλυτο, ωστόσο, επαγγελματισμό. Γιατί τα χρήματα δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας, οι άνθρωποι είναι. Κι έχω συνεργαστεί με εξαιρετικά ταλαντούχους ηθοποιούς. Τους αγαπώ πολύ.

Έχει υπάρξει κάποια πρόταση για τη διανομή της ταινίας;

Υπάρχει πρόταση διανομής αλλά θέλω να την τοποθετήσω στο πλαίσιο που πιστεύω. Πολλοί, εξάλλου, μου ζητάνε την ταινία από λέσχες στην επαρχία. Είναι πάρα πολύ ωραίο αυτό!

Το Invisible προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού τμήματος του 28ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στις 20:15.

Το προσωπικό site του Δημήτρη Αθανίτη είναι http://athanitis.eu/athanitis.htm

Το μπλογκ της ταινίας είναι http://invisiblethefilm.blogspot.gr/ και η σελίδα της στο facebook https://www.facebook.com/Invisible-1093301864016525/?ref=bookmarks

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου