Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Πάολα Ρεβενιώτη: «Μου αρέσει να δημιουργώ νοσταλγίες, όχι να ζω με αυτές»


Ακτιβίστρια για τα LGBT δικαιώματα, εκδότρια του θρυλικού περιοδικού Κράξιμο, δημοσιογράφος, φωτογράφος, σκηνοθέτρια, η Πάολα Ρεβενιώτη είναι ένας άνθρωπος με άποψη, που δε «μασά» τα λόγια του. Την συναντήσαμε στα Εξάρχεια, παρέα με την αγαπημένη της σκυλίτσα, την Λούση, με αφορμή το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ Καλιαρντά, το οποίο σκηνοθέτησε με τη συνεργασία της Paola Team Documentaries και χρησιμοποιεί ως βασικό θεματικό του άξονα τα «καλιαρντά», την κρυφή, δηλαδή, γλώσσα των ομοφυλόφιλων από τη δεκαετία του ’40 μέχρι τη Μεταπολίτευση. Τα Καλιαρντά κάνουν την πρεμιέρα τους στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου.

Να ξεκινήσουμε από τις κινηματογραφικές σου περιπλανήσεις. Η ενασχόληση με το γύρισμα ντοκιμαντέρ πώς γεννήθηκε ως ανάγκη;
Ποτέ δεν έχω κάτσει να σκεφτώ πώς ξεκίνησαν ορισμένα πράγματα. Είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει να εκφράζεται και να δημιουργεί. Ποτέ μου δεν ένιωσα καλλιτέχνης. Κι όταν μου το λένε, τους απαντώ: «Εγώ καλλιτέχνης;». Δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Από την άλλη, απλώς αγαπούσα τα ντοκιμαντέρ, πάντοτε ονειρευόμουν να κάνω ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ. Ξεκίνησα, λοιπόν, γυρίζοντας μερικά για την αρχαία Ελλάδα, πράγμα όχι εύκολο, γιατί έπρεπε να ερευνήσω, ώστε να δω και τις δυνατότητές μου. Βλέποντας ότι με «παίρνει», χωρίς να γελοιοποιούμαι, έπειτα ξεκίνησα τα «κοινωνικά», ας πούμε, ντοκιμαντέρ. Ζούσα, για παράδειγμα, σε μια περιοχή με πολλούς μετανάστες, άκουγα διάφορα για αυτούς, κι έτσι μια μέρα πήρα την κάμερα και πήγα να κάνω ρεπορτάζ. Είδα και την αγάπη του κόσμου, είναι και κάτι που με βοηθάει να μη «σκουριάζω», να νιώθω πως κάνω κάτι δημιουργικό. Τα τελευταία ντοκιμαντέρ τα έχω κάνει με ορισμένα πολύ αξιόλογα, ταλαντούχα κι οργανωτικά παιδιά που σέβονται και αγαπούν αυτό που κάνουν, και, το κυριότερο, σέβονται κι αγαπούν εμένα. Όταν υπάρχει «χημεία» με τους συνεργάτες σου, κάνεις ωραία πράγματα.
 
Τα Καλιαρντά ήταν κάτι που «έτρεχες» στο μυαλό σου;
Ήθελα να κάνω ένα μικρό ντοκιμαντέρ για τα καλιαρντά, αλλά, από τη στιγμή που ξεκίνησα, διαπίστωσα ότι δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τα καλιαρντά, αλλά για μια τεράστια εποχή της ομοφυλόφιλης ζωής στην Ελλάδα, από πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση. Για αυτό, μέσα από τα «Καλιαρντά» δε φαίνεται μόνο η γλώσσα, αλλά και μια ολόκληρη εποχή. Με τα καλιαρντά μεγάλωσε χιλιάδες κόσμος. Ήθελα, λοιπόν, να τιμήσω, σε πείσμα των σύγχρονων ακτιβιστών, οι περισσότεροι από τους οποίους ό,τι κάνουν το κάνουν για να έχουν κάποιο όφελος πλέον, αυτές τις λαϊκές αδερφές που έτρεχαν στα πάρκα και τσακωνόντουσαν με την αστυνομία, οι οποίες δημιούργησαν αυτή τη γλώσσα, για να διεκδικήσουν την καύλα τους. Δεν ήθελα να αφήσω όλο αυτό να περάσει στη λήθη.
 
Είναι κι ένας φόρος τιμής στον Ηλία Πετρόπουλο; Επειδή κι εκείνος είχε ασχοληθεί με το αντικείμενο με το δικό του, μοναδικό, τρόπο.
Όχι ακριβώς. Εκείνος απλώς τα κατέγραψε. Εγώ κατέγραψα την εποχή που δημιούργησαν τα καλιαρντά.
 
Τον Πετρόπουλο τον είχες γνωρίσει κι είχατε συνεργαστεί, βέβαια.
Τον είχα γνωρίσει. Ήμουν και πιτσιρίκα τότε, ξέρεις. Τους σημαντικούς ανθρώπους δεν τους παίρνεις και τόσο στα σοβαρά. Ήταν ένας άνθρωπος που πραγματικά με αγαπούσε. Τον είχα γνωρίσει, 16-17 χρονών, σε ένα οτοστόπ που έκανα με μια φιλενάδα μου. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του να πάμε μέχρι την Ομόνοια μιλώντας στα καλιαρντά, κάναμε κάπου λάθος, και πετάγεται ο Πετρόπουλος λέγοντάς μας «κορίτσια, δεν είναι έτσι». Έπειτα μας συστήθηκε. Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να εκδίδω το «Κράξιμο», μόνος του ο Πετρόπουλος με πλησίασε. Το θεωρούσε πολύ ξεχωριστό να γράφει στο περιοδικό μου, παρά να του ζητάνε στο «Βήμα». Ήταν σημαντική προσωπικότητα και σπουδαίος λαογράφος. Από την άλλη, παρότι τον γνώριζα, δεν τον «εκμεταλλεύτηκα», με την έννοια να μου στέλνει κείμενα για το περιοδικό. Πιτσιρίκα ήμουν, ό,τι χρήματα έβγαζα τα έβαζα σε αυτό. Δεν έδινα και πολλή σημασία.
 
Νοσταλγείς την περίοδο του Κραξίματος;
Όχι. Δεν έχω μάθει ποτέ μου να νοσταλγώ το παρελθόν. Αν αρχίσεις να νοσταλγείς το παρελθόν, κάτσε στον καναπέ σου και μη μιλάς. Φυσικά θυμάμαι ωραίες εποχές, αλλά μου αρέσει να δημιουργώ νοσταλγίες, όχι να ζω με αυτές.
 
Τα καλιαρντά έχουν επιβιώσει κάπως;
Τα καλιαρντά τελείωσαν, παρά τη σεξουαλική απελευθέρωση και την ορατότητα των ομοφυλόφιλων. Τα καλιαρντά έπαψαν να υπάρχουν, αναφέρεται και στο ντοκιμαντέρ, όταν οι ομοφυλόφιλοι αποφάσισαν να μην τους λένε «πούστηδες», να μην τις λένε «φτερούδες», αλλά να αποκαλούνται gay, ώστε να αποκτήσουν ορατότητα. Από τότες που δημιουργήθηκε το ομοφυλόφιλο κίνημα, προσπάθησε βάναυσα και με άσκημο τρόπο να εξαφανίσει τα καλιαρντά, γιατί, καλώς ή κακώς, είχε τις ενοχές του, και χωρίς να σεβαστεί την παράδοση ενός ολόκληρου χώρου. Για αυτό κι ήταν υποχρέωσή μου να τα ξαναφέρω στην επιφάνεια.
 
Σε απασχολεί να τύχει το ντοκιμαντέρ ευρύτερης διανομής;
Με απασχολεί, γιατί η ομάδα είναι πιτσιρίκια, πρέπει να έχουν ένα έναυσμα, για να κάνουν πράγματα. Εγώ δεν έχω αυτό το «ψώνιο».
 
Τι έχει αλλάξει από την εποχή που πρωτουπήρξες ενεργή στο ακτιβίστικο επίπεδο;
Απλώς η εποχή μας έγινε πιο ανεκτική. Βλέπεις πολλά πιτσιρίκια που έχουν πλέον ένα πολιτικό λόγο, κι αυτό είναι θαυμάσιο. Από την άλλη, έμεινε αντιερωτική, γιατί νομίζω ότι περνάμε μια μεταβατική περίοδο. Την εποχή των καλιαρντών, το να γαμήσει κάποιος άντρας έναν άλλο άντρα σήμαινε πως είναι διπλά άντρας, δεν υπήρχε καμία ενοχή. Από τη στιγμή που η σεξουαλικότητα στον Έλληνα, ο οποίος είναι τελείως αναρχικός στην καύλα του, μπήκε σε «κουτάκια», αυτόματα ενοχοποιήθηκε ένα μέρος των σεξουαλικών επιλογών. Τι είναι άντρας, τελικά; Την έχουμε υπερεκτιμήσει τη λέξη.
 
Για κάποιο διάστημα είχες εμπλακεί και στη θεσμική πολιτική μέσα από την υποψηφιότητά σου με τους «Οικολόγους Εναλλακτικούς». Τι σου άφησε αυτή η εμπειρία;
Από τη μία, με ψήφισε αρκετός κόσμος. Από την άλλη, υπήρξε μια τραυματική εμπειρία. Μου φέρθηκαν βάρβαρα μέσα στους Οικολόγους. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν ότι, για να επιβιώσω, έκανα πεζοδρόμιο. Κι αν ζητούσες δουλειά, δε θα σου έβρισκε κανείς. Θα προτιμούσαν έναν «καθωσπρέπει» υποψήφιο. Αλλά για εκείνη την περίοδο ήταν μια πρωτοποριακή και σημαντική διαδικασία. Ήταν μια εποχή που δεν υπήρχε τόσο έντονη ομοφοβία.
 
Θεωρείς ότι στις μέρες μας είναι εντονότερη; Ή έχει πάρει άλλο χαρακτήρα;
Τότες όλοι οι άντρες «είχαν τη φωλιά τους χεσμένη», δεν υπήρχε άντρας που να μην έχει «πάει» με άλλον, η ομοφυλοφιλία ήταν διάχυτη παντού. Τι ομοφοβία να είχε; Κομπλεξικοί, μαλάκες κι υποκριτές ήταν. Τώρα που δεν έχουν την παιδεία αυτή και τις εμπειρίες, μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο ποσοστό ομοφοβίας, αν κι η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ομοφοβική.
 
Τώρα, πώς τα βλέπεις τα πράγματα, μετά και την πολιτική αλλαγή του τελευταίου διαστήματος;
Ελπίζω. Κι εγώ στήριξα τον ΣΥΡΙΖΑ, τον ψήφισα.
 
Πέρα από το κομμάτι της θεσμικής πολιτικής, αισθάνεσαι ότι υπάρχει κάτι που κινείται σε «τροχιά» εξόδου από το ζόφο των τελευταίων ετών;
Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη, γιατί δεν υπάρχει χρήμα. Το βλέπεις και στον κόσμο, έχει γίνει πιο κακός, πιο ανυπόφορος. Αν στερήσεις από τον Έλληνα το πορτοφόλι από την τσέπη, βγάζει τον κακό του εαυτό. Για αυτό βλέπουμε και την άνοδο της Χρυσής Αυγής, και τόσα άλλα γύρω μας. Ελπίζω, όμως. Για να δούμε.
 
Ακροδεξιά, πάντοτε υπήρχε, ωστόσο, στην Ελλάδα. Απλώς ήταν, ως επί το πλείστον, ενσωματωμένη στον «εθνικό κορμό».
Πάντοτε υπήρχε. Τώρα, όμως, αποθρασύνθηκαν. Δεν είναι οι παραδοσιακοί αστοί φασίστες, όπως επί Παπαδόπουλου. Αυτοί είναι αλήτες κι αγράμματοι. Σκατάνθρωποι, με λίγα λόγια. Βρήκαν στη Χρυσή Αυγή στέγη, για να βγάλουν την αρρώστια και τη σκατοψυχιά τους. Κι αυτό που μας σώζει είναι πως δεν είναι έξυπνοι. Φαντάσου, αν ήταν έξυπνοι. Με την κρίση θα είχαν 20%.
 
Έχουν, όμως, κοινωνικό έρεισμα.
Ο Έλληνας δεν είναι για τέτοια. Εδώ βασιλιά δεν μπόραγε, θα μπορέσει με φασίστες;
 
Να μιλήσουμε λίγο και για τα Εξάρχεια. Τα έχεις ζήσει επί χρόνια.
Τα Εξάρχεια τα θυμάμαι σαν τα καλύτερα ερωτικά μου χρόνια. Ήμουν μικρούλα, ομορφούλα κι ερωτικιά.
 
Πόσα χρόνια έζησες εδώ;
16. Αλλά και πριν μείνω, πάντοτε ερχόμουν στα Εξάρχεια. Από πολιτική άποψη, δε θέλω να είμαι αχάριστη, έμαθα, κι αυτό γιατί έκανα παρέα και με φοιτητές και με μορφωμένα άτομα. Από την άλλη, όμως, περισσότερα έμαθαν εκείνα από εμένα. Έχω την έπαρση να το πω μετά από χρόνια. Δεν είμαι σεμνή, για να το κρύψω.
 
Τώρα πώς τα βιώνεις; Τι σε ενοχλεί περισσότερο στην περιοχή;
Το ότι δε βρίσκεις ανθρώπους να πεις εύκολα μια κουβέντα. Βλέπω πως πλέον δεν ταιριάζω με αυτό τον κόσμο, της πλατείας. Από την άλλη, δεν έχω τίποτε με τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Αντίθετα. Στην Κομοτηνή με είχε καλέσει μια αντιεξουσιαστική ομάδα- καταπληκτικά παιδιά όλα τους, όμορφα, καλοφτιαγμένα, περιποιημένα, χωρίς τη μαυρίλα, τη μιζέρια και τον αντιερωτισμό που είχε η προηγούμενη γενιά και μερικοί των Εξαρχείων τώρα. Το ίδιο και στην Κρήτη, σε μια άλλη κατάληψη, όπου με είχαν προσκαλέσει. Ήταν όλοι τους καταπληκτικοί. Εξοικειώνονται, σιγά σιγά, αλλά περισσότερο παρέες, ομάδες.
Η κυρίαρχη «ανθρωπογεωγραφία» της πλατείας Εξαρχείων, πάντως, δεν ενθαρρύνει υγιείς κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις.
 
Μα επιτρέπεται να πουλάνε έναν «παπά» 10 ευρώ σε πιτσιρίκια σε έναν, υποτίθεται, εναλλακτικό χώρο και να έχουν θησαυρίσει; Δε γίνεται να υπάρχει μια τόσο σκληρή εκμετάλλευση πάνω στη φούντα, που είναι ένα χορταράκι, και σε άλλες συνοικίες να είναι πιο φτηνά. Υπάρχει, επίσης, πολλή αντρίλα, πολλή μαγκιά, «να τους γαμήσουμε τους μπάτσους τους πουσταράδες». Ή βλέπω κοπελίτσες να φωνάζουν τους μπάτσους «μουνιά». Τι έχει το μουνί και το υποτιμάς; Δε σε καταλαβαίνω.
 
Υπάρχει, εξάλλου, πολλή, κι ίσως ανομολόγητη, ομοφοβία, ακόμη και σε πολιτικούς χώρους που, κατά τα άλλα, θέλουν να χαρακτηρίζονται ριζοσπαστικοί.
 
Αυτό είναι μια ιδιαίτερη ομοφοβία σε σχέση με τον «απλό λαό». Γιατί το λαϊκό παιδί θα πάει με έναν άντρα, ενώ ο πιο πολιτικοποιημένος, αναρχικός ή αριστερός, θα το σκεφτεί πολύ, και μέχρι τότε θα έχει ξεκαυλώσει.
 
Και δε συνάδει καθόλου με τα, κατά άλλα, ριζοσπαστικά πολιτικά σου προτάγματα. Γιατί, όταν θίγονται τέτοια θέματα, επικρατεί μια αμήχανη σιωπή.
 
Παγωμάρα. Κομπλεξικούς θα τους πω. Δεν μπορείς να ονειρεύεσαι μια κοινωνία ισότιμη, και όσον αφορά στη σεξουαλικότητα, που είναι το φαΐ και το γαμήσι, να συμπεριφέρεσαι έτσι στον εαυτό σου και το κορμί σου.
 
Τα Καλιαρντά της Πάολας Ρεβενιώτη και της κινηματογραφικής ομάδας Paola Team Documentaries προβάλλονται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 20:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου