Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Δίκη μελών του ΣΣΜ: Απαλλακτική και άκρως φιλεργατική η εισαγγελική πρόταση


Με την απαλλακτική και άκρως φιλεργατική εισαγγελική πρόταση συνεχίστηκε την Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου στο Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας η δίκη 7 μελών του ΣΣΜ. Νωρίτερα, είχαν ολοκληρωθεί οι απολογίες των διωκόμενων.


«Εκβίαση είναι η κατάσταση που ζούμε συνολικά», υποστήριξε η τρίτη διωκόμενη κατά την απολογία της.


«Κανένας εκβιαστής δεν πάει στην Επιθεώρηση Εργασίας», συμπλήρωσε, για να συνεχίσει: «Δεν έχει καταδικαστεί ποτέ εργοδότης για παραπτώματα εργατικά. 6.5 χρόνια είμαι υπόδικη, κυκλοφορώ μ’ αυτή τη δίωξη».


«Κάνατε κάποια κίνηση, καταμηνύσατε;», διερωτήθηκε η εισαγγελέας.


«Όταν εμένα μου έρχεται μια δίωξη το 2014, δεν έχω ούτε το χρόνο ούτε τα χρήματα να κάνω δίκες», επεσήμανε.


«Δεν ξέρω αν μπορείτε να πάτε στην Ασφάλεια, αλλά οι εισαγγελείς είμαστε δωρεάν. Οποιοσδήποτε έχει κάποιο θέμα, μπορεί να έρθει σε μας δωρεάν ή να στείλει μια επιστολή από το σπίτι του», παρατήρησε η εισαγγελέας.


Όσον αφορά στις τέσσερις συνδικαλιστικές παρεμβάσεις του σωματείου στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν: «Αν ήταν κάτι παράνομο, κάποιος θα το είχε καταγράψει. Σε κάθε παρέμβαση υπήρχαν διμοιρίες ΜΑΤ, ομάδες Δέλτα, ΔΙΑΣ».


«Τους χτίσαμε το μαγαζί και ζητάνε και τα ρέστα. Δεν υπήρχαν ένσημα και ασφάλιση, το ημερομίσθιο ήταν 5 ευρώ. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχουν σωματεία και παρεμβάσεις», κατέθεσε ο τέταρτος διωκόμενος, επίσης απολυμένος του Σαλαντίν.


Όσο για την περιβόητη συνάντηση με τον τότε ιδιοκτήτη του μεζεδοπωλείο στο χώρο της Τεχνόπολης στις 27 Ιανουαρίου του 2014, κινήθηκε σε «τυπικό», σύμφωνα με τον διωκόμενο, πλαίσιο. «Δεν είμαστε φίλοι», συμπλήρωσε.


«“Μου αποδείξατε ότι είσαστε πιο δυνατοί”», λέει ο ιδιοκτήτης στα παρευρισκόμενα μέλη του σωματείου, και «μας βγάζει ένα κίτρινο φάκελο. Οι διεκδικήσεις ήταν γύρω στις 15.000 ευρώ. Του λέμε: “Δε γίνονται αυτά τα πράγματα”», συνέχισε.


«Το διακύβευμα ήταν να μην απολύει εργαζόμενους», ξεκαθάρισε ο διωκόμενος, διευκρινίζοντας ότι δε διατυπώθηκε καμιά απειλή.


«Αυτά είναι τα χαϊδεμένα παιδιά από όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς», σχολίασε δηκτικά, αναφερόμενος στους ιδιοκτήτες των εκάστοτε μαγαζιών, στα «αφεντικά», όπως τα αποκάλεσε, κάτι που προξένησε την ενόχληση της εισαγγελέως.


Η ίδια θεώρησε πως με τη χρήση του συγκεκριμένου όρου τούς αποδίδεται μεγαλύτερη αξία απ’ όση πραγματικά έχουν, ενώ έχει παρέλθει η εποχή της δουλείας.


«Θέλουμε να φανερωθεί η σχέση κυριαρχίας που έχουν αυτοί οι άνθρωποι στις ζωές μας», διευκρίνισε ο διωκόμενος.


Ακολούθησε μια άκρως αποκαλυπτική του ήθους και της συγκρότησης του πρώην ιδιοκτήτη του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν κατ’ αντιπαράσταση εξέταση με τον διωκόμενο, προς διακρίβωση των περιστατικών που έλαβαν χώρα στις 27/1/2014.


Επιβεβαιώθηκε, λοιπόν, ότι ο ίδιος ζήτησε τη συνάντηση -«σκέφτηκα σε κάποιο ουδέτερο χώρο», υποστήριξε-, αλλά για το ποσό «δε θυμάμαι πόσο ακριβώς ήταν. Έβαλα κάποια λεφτά να σωθώ. Ας πούμε 1.500. Κατ’ εμέ δεν τους όφειλα».


«Χαρίσατε λεφτά;», απόρησε η εισαγγελέας.


«Καταστρεφόταν η επιχείρησή μου, εφόσον είχαν κάνει τις παρεμβάσεις», της απάντησε.


«Πόσες παρεμβάσεις είχαν γίνει μέχρι τις 12/2/2014;», τον ρώτησε.


«Στην αρχή ήταν καθημερινά, και μετά επιλεκτικά, Σάββατο και Κυριακές», ισχυρίστηκε ψευδώς.


«Πόσα χρήματα είχατε βάλει μέσα;», επέμεινε η εισαγγελέας.


«Ό,τι είχα πει στην προηγούμενη κατάθεσή μου», απάντησε παρελκυστικά.


«Μας είπε: “Ελάτε να συζητήσουμε. Παιδιά, είστε δυνατοί”. “Δεν παίζουμε μπρα ντε φερ εδώ πέρα”. “Aφήνω ένα φάκελο εδώ, έχει 1.500. Αυτό από μένα”», εξιστόρησε ο διωκόμενος.


«Γιατί δεν τα πήρανε;», αναρωτήθηκε η εισαγγελέας.


«Γιατί μου λένε: “Θα στα πάρουμε όλα”», συνέχισε με τα φαντασιοκοπήματά του ο πρώην ιδιοκτήτης του Σαλαντίν.


Ήταν τέτοια η αφέλεια και το θράσος του, που λίγες στιγμές αργότερα αποκάλυψε πως είχε αναζητήσει... μπράβους, προκειμένου ν’ απαλλαγεί από τους ενοχλητικούς εργαζόμενους.


«Σε μπράβους πήγα και ρώτησα τι κάνω σ’ αυτή την περίπτωση», δήλωσε ξεδιάντροπα.


Προς τούτο, απευθύνθηκε, μάλιστα, σε γνωστό επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης στην περιοχή της Ιεράς Οδού, ο οποίος του συνέστησε «να μην μπλέξει» και «να πάει στην Αστυνομία»!


«Αντί να πάτε στην Αστυνομία, προτιμήσατε να πάτε στους μπράβους», παρατήρησε η εισαγγελέας.


«Απολύθηκα το Γενάρη του ’14. Δουλεύαμε “μαύρα” 2 χρόνια. Υπήρχαν θέματα που δεν είχαν διεκδικηθεί και επιλυθεί. Η απόλυσή μου ήταν παραδειγματική, γιατί ενοχλούσαμε με τις αξιώσεις μας», κατέθεσε ο πέμπτος διωκόμενος.


«Αποφασίσαμε να κάνουμε παρεμβάσεις, παράλληλα απολύθηκαν άλλοι συνάδελφοι. Το Σεπτέμβρη του ’13 δηλωθήκαμε φουλ, γιατί φοβόντουσαν μην ελεγχθούν», συνέχισε, αναφερόμενος στην εργοδοσία του Σαλαντίν.


«Γίναν περισσότερες παρεμβάσεις, γιατί η εργοδοσία δεν ήθελε να δοθεί λύση. Γι’ αυτό έκλεισε το μαγαζί. Δεν έγινε κάτι ιδιαίτερο στις παρεμβάσεις στο Σαλαντίν», ξεκαθάρισε.


Όσο για τη συνάντηση της 27/1/2014, όπου παρίστατο:


«Έγινε σε πολύ χαλαρό κλίμα. Του εξηγήσαμε ότι το ζήτημά μας δεν είναι μόνο τα χρήματα, αλλά η επαναπρόσληψη. Το μόνο που ειπώθηκε από μας είναι πως εμείς δεν παίρνουμε έτσι χρήματα», διασαφήνισε.


«Από την αρχή αυτοί οι άνθρωποι δεν ήθελαν ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους. Τα πρώτα ένσημα κολλήθηκαν μισά το Μάιο του 2013. Εντείναμε τις διεκδικήσεις μας», υπογράμμισε ο διωκόμενος.


Εισαγγελέας: Το ότι άνοιξε μια επιχείρηση πρώην συνέταιρος άσκησε επιρροή στο κλείσιμο του Σαλαντίν;


Διωκόμενος: Σίγουρα.


Εισαγγελέας: Η επιχείρηση έκλεισε από σας;


Διωκόμενος: Εννοείται πως όχι.


Εισαγγελέας: Από τι έκλεισε;


Διωκόμενος: Διώξανε έναν υπεύθυνο, διαλύσανε μια ομάδα εργαζομένων.


Εισαγγελέας: Οι εργαζόμενοι είναι η επιχείρηση;


Διωκόμενος: Οι εργαζόμενοι παράγουν. Οι πελάτες μάς γνωρίζανε προσωπικά. Ο κόσμος έφυγε για δυο λόγους: για την κοινωνική επαφή και επειδή κοινοποιήσαμε και δημοσιοποιήσαμε μια εργασιακή συνθήκη που δεν είναι αρεστή.


«Είχαμε ξεκάθαρη συνδικαλιστική δράση, γι’ αυτό και απολυθήκαμε. Ήταν παράνομη η απόλυσή μου, ανακοινώθηκε τηλεφωνικά», επεσήμανε ο τελευταίος από τους παρόντες διωκόμενους, εκ των απολυμένων του Σαλαντίν.


Εισαγγελέας: Για ποιο λόγο έκλεισε η επιχείρησή του;


Διωκόμενος: Πιστεύω ότι ήταν η κακή διαχείριση του καταστήματος -και η οικονομική- από την αρχή, δεν είχαν ιδέα, η σχέση με το προσωπικό, τα δικαιώματα του προσωπικού και η ικανοποίησή τους.


Εισαγγελέας: Αυτό επιβεβαιώνει τη δική του θέση, τι δεν καταλαβαίνετε;


Διωκόμενος: Ίσως ήταν αδιάλλακτοι με κάθε αίτημα που προτείναμε και οι πελάτες δεν είναι χαζοί να μην καταλαβαίνουν ότι υπάρχει μια αδικία σ’ ένα μαγαζί.


Εισαγγελέας: Θεωρείτε πως έχετε τη δύναμη να κλείσετε ένα μαγαζί;


Διωκόμενος: Όχι. Ο κόσμος επηρεάζεται από τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούν σ’ ένα μαγαζί και επιλέγει πού πάει και πού δεν πάει.


Εισαγγελική πρόταση


«Θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορήσω σε μια διαδικασία που ήταν υπεραναλυτική», υπογράμμισε η εισαγγελέας, ξεκινώντας την αγόρευσή της.


Σε σχέση, λοιπόν, με τις κατηγορίες τις απόπειρας εκβίασης του ιδιοκτήτη του café bar Βοτανοπωλείο και της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή που αποδίδονται σε τρία μέλη του ΣΣΜ πρότεινε την απαλλαγή τους. Για να συνεχίσει:


«Για έναν μάρτυρα που δεν κάνει την τιμή να εμφανιστεί στο δικαστήριο, δε θεωρώ ότι το δικαστήριο θα πρέπει ν’ ασχοληθεί. Θεωρώ ότι είναι αναξιόπιστος και κατά τεκμήριο αυτά που έχει καταθέσει ψευδή».


«Ήταν σαφής παραβάτης της εργατικής νομοθεσίας, κι αυτό φάνηκε», συμπλήρωσε. «Όταν κάποιος είναι παράνομος, πρέπει πρώτα να λύσει τις δικές του παρανομίες. Η απουσία του αποδεικνύει ότι ήταν ψευδόμενος», συμπέρανε.


Απαλλακτική, εξάλλου, υπήρξε η πρότασή και για τις ίδιες κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στην περίπτωση του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν.


«Δε με έπεισε ο [πρώην ιδιοκτήτης του Σαλαντίν] για την αξιοπιστία του. Θεωρώ ότι έχει υποπέσει σε πλείστες αντιφάσεις. Καθ’ ομολογίαν του έχει παραβιάσει συστηματικά τα δικαιώματα των εργαζομένων», επεσήμανε.


«Οι επιχειρήσεις δεν ευημερούν με την καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και το αίμα τους. Δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο η βασιμότητα αυτών που λέει», υπογράμμισε.


«Για πρώτη φορά στη ζωή μου διαβάζω ένα κατηγορητήριο που δεν μπορώ να αντιληφθώ. Δε “βγαίνει” αυτό το κατηγορητήριο, γιατί δεν είναι κατανοητό. Αυτά που διαλαμβάνονται ως απόπειρα εκβίασης δεν είναι απόπειρα εκβίασης», σημείωσε.


«Δεν είναι δουλειά του ποινικού δικαστηρίου αν αυτές οι παρεμβάσεις είναι νόμιμες ή όχι. Η νομοθεσία δεν είναι όσο σκληρή θα έπρεπε όσον αφορά στην καταπάτηση δικαιωμάτων των εργαζομένων», συνέχισε.


«Γίνεται απόπειρα ποινικοποίησης του δικαιώματος του συνδικαλίζεσθαι. Το δικαστήριο πρέπει να σταθεί ανάχωμα σ’ αυτή την προσπάθεια», κατέληξε.


Χωρίς ειρμό και έρμα -αξιακό, ηθικό, νομικό, πολιτικό-, η μακρά αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, Κυβέλου, που ακολούθησε, το μόνο που κατάφερε να προκαλέσει στο ακροατήριο ήταν γέλωτες, μειδιάματα και αρκετή κόπωση.


Η δίκη ολοκληρώνεται την Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου στο κτίριο 13, αίθουσα (αμφιθέατρο) 106 των Δικαστηρίων της Ευελπίδων, 11 π.μ., με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και την ανακοίνωση της απόφασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου