![]() |
| Abul Mogard (Φωτογραφία: Iulia Alexandra Magheru) |
Γνωστός για τα ατμοσφαιρικά
άλμπουμ και τις καθηλωτικές ζωντανές εμφανίσεις του, ο Ιταλός Abul Mogard -κατά κόσμον Guido Zen- είναι από τους πιο πολυσχιδείς
συνθέτες ορχηστρικής μουσικής.
Ενόψει της συναυλίας
του με τον Rafael
Anton
Irisarri
στις
6 Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, μοιράζεται εμπειρίες,
σκέψεις και συναισθήματα.
Με γοητεύει η υιοθέτηση
από μέρους σας της επινοημένης ταυτότητας ενός συνταξιούχου εργάτη
χαλυβουργείου από το Βελιγράδι, ο οποίος δημιουργεί μουσική που θυμίζει τον
χώρο εργασίας του.
Πώς γεννήθηκε και γιατί
κατάγεται από το Βελιγράδι;
Δημιούργησα την περσόνα
του Abul
Mogard
σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, γύρω στο 2010, όταν τόσο η προσωπική μου
ζωή όσο και η μουσική μου δουλειά δεν πήγαιναν καλά.
Ένιωσα την ανάγκη να
επινοήσω έναν χαρακτήρα που θα μου επέτρεπε να εργάζομαι με απόλυτη ελευθερία,
χωρίς καμία σχέση με το προηγούμενο έργο μου.
Τον φανταζόμουν σαν καταγόμενο
από το Βελιγράδι, ένα μέρος το οποίο με γοήτευε ακριβώς επειδή δεν είχα πάει
ποτέ εκεί.
Υπήρχε κάτι το
συναρπαστικό στην ιδέα ενός ηλικιωμένου άνδρα που έφτιαχνε αυτό το είδος
μουσικής, αποκομμένο από οποιοδήποτε σύγχρονο πλαίσιο.
Η ιστορία αναπτύχθηκε
αργότερα από την επί μακρόν οπτικοακουστική συνεργάτιδά μου, Marja de Sanctis, όταν κυκλοφόρησε η
πρώτη κασέτα το 2012.
Η ιδέα ήταν αυτή ενός
συνταξιούχου εργάτη εργοστασίου ο οποίος ανακατασκευάζει το δικό του περιβάλλον
με τη βοήθεια της μουσικής, μια φιγούρα που αντιπροσωπεύει κάποιον ο οποίος
αναζητά μια χαμένη ταυτότητα.
Οι ήχοι που χρησιμοποιεί
θυμίζουν αμυδρά το εργοστάσιο, βοηθώντας τον να αναδημιουργήσει αυτήν την
ανάμνηση και ένα αίσθημα ότι ανήκει κάπου.
Προετοιμάζω τις ερωτήσεις
μου ακούγοντας την εξαιρετική τελευταία σας δουλειά, Quiet Pieces, και περιμένοντας
καταιγίδα.
Καθώς το άλμπουμ μοιάζει
με «αυτοπροσωπογραφία ήρεμων, στοχαστικών και διακριτικών εσωτερικών τοπίων
που γίνονται ακουστά», πώς καταφέρνετε να κατευνάσετε τις εσωτερικές και
εξωτερικές «καταιγίδες» και να τις «μεταφράσετε» σε τέτοια μουσική;
Κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ
για τα καλά σας λόγια για το Quiet
Pieces.
Για
μένα, η δημιουργία μουσικής είναι μια φυσική διαδικασία και
τη χρησιμοποιώ για να εκφράσω τα συναισθήματά μου, κάτι που βρίσκω πολύ πιο
εύκολο από τη χρήση λέξεων.
Δουλεύω με ήχους,
μελωδίες και αρμονίες και τα αντιμετωπίζω με έναν αρκετά ακραίο τρόπο,
μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά τις αρχικές ιδέες σε σημείο που μερικές φορές δεν
είναι πλέον αναγνωρίσιμες.
Μέσα από αυτή τη
διαδικασία, η οποία μπορεί να είναι αρκετά γρήγορη, όπως στο κομμάτι Constantly slipping away, ή πολύ μεγάλη, όπως στο
In
a
studded
procession,
φτάνω σε μια ακριβή στιγμή κατά την οποία η διαδικασία φαίνεται ισορροπημένη
και ολοκληρωμένη.
Το Quiet Pieces είναι
προϊόν ξαναδουλέματος αχρησιμοποίητου αρχειοθετημένου υλικού από προηγούμενα
έργα και «μιας συλλογής δίσκων κλασικής μουσικής και οπερας 78 στροφών ενός μακαρίτη
θείου».
Πώς εξελίχθηκε αυτή η
διαδικασία με την πάροδο του χρόνου;
Βρήκα αυτό το κουτί με
παλιούς δίσκους 78 στροφών πριν από χρόνια, όταν επέστρεψα από το Λονδίνο, στα
τέλη του 2019.
Τους έβγαλα από την
ντουλάπα και τους τοποθέτησα στο στούντιο, με την ιδέα ότι μπορεί να τους
χρησιμοποιήσω για κάποιο πρότζεκτ αργά ή γρήγορα.
Άρχισα να σαμπλάρω μικρά
τμήματα των ηχογραφήσεων σε χαμηλότερες ταχύτητες, στις 33 στροφές/λεπτό, καθώς
το πικάπ μου δεν παίζει στις 78, και να τα ηχογραφώ ήδη ενώ τα επεξεργαζόμουν
μέσω του εξοπλισμού του στούντιο μου.
Κατά μία έννοια, δεν είχα
ιδέα πώς ακουγόταν στην πραγματικότητα το πρωτότυπο υλικό και απλώς προσπάθησα
να αποτυπώσω στιγμές τις οποίες βρήκα εμπνευσμένες.
Έκανα μερικά πρόχειρα
σκίτσα και, ενώ δούλευα πάνω σε κάποιο άλλο αρχειακό υλικό που ήθελα να κυκλοφορήσω,
συνειδητοποίησα ότι οι δύο ιδέες ήταν συμβατές.
Μπορούσα να χρησιμοποιήσω
τους ήχους των 78 στροφών για να ολοκληρώσω τα παλαιότερα κομμάτια στα οποία
δούλευα, καθώς παρείχαν ακριβώς την υφή και την ατμόσφαιρα η οποία ένιωθα ότι
έλειπε.
Η φωτογραφία στο εξώφυλλο
είναι «τραβηγμένη στον Ναό του Δία στο Ανξούρ, έναν αρχαιολογικό χώρο με θέα
τη Μεσόγειο Θάλασσα». Πώς σχετίζεστε με την πνευματικότητα και τι λατρεύετε
περισσότερο στη Μεσόγειο;
Παραδόξως, ποτέ δε
θεώρησα τον εαυτό μου πνευματικό άτομο, αλλά φαίνεται ότι η μουσική μου συχνά
συνδέεται με την πνευματικότητα.
Το εκτιμώ αυτό και νομίζω
πως προέρχεται από την προσπάθεια να είμαι ειλικρινής και απλώς να μεταμορφώνω
τα εσωτερικά μου συναισθήματα σε ήχο.
Η εικόνα της Marja de Sanctis επιλέχθηκε μετά την
ολοκλήρωση του άλμπουμ και και οι δύο νιώσαμε ότι ταίριαζε φυσικά με τη
μουσική.
Το μέρος βρίσκεται κοντά
στην Τερρατσίνα, μια παλιά ρωμαϊκή πόλη με θέα στο Τυρρηνικό Πέλαγος, μέρος της
Μεσογείου. Είναι ένα μέρος που μου αρέσει πολύ και, επειδή δεν είναι πολύ
μακριά από το μέρος στο οποίο μεγάλωσα, μου φαίνεται οικείο.
Το Kimberlin είναι
το soundtrack
της πειραματικής ομώνυμης ταινίας του Duncan Whitley, η οποία γυρίστηκε στο
Πόρτλαντ μετά το λεγόμενο «Brexit» και αντανακλά τη μοναξιά τόσο της
τοποθεσίας όσο και της ιστορικής περιόδου.
Πώς αντιμετωπίζετε τη
μοναξιά και ποιες είναι οι πρώτες λέξεις ή έννοιες που σας έρχονται στο μυαλό
όταν σκέφτεστε την Ευρώπη;
Νομίζω ότι είμαι
κοινωνικό άτομο, αλλά όντας μοναχοπαίδι, περνούσα πολύ χρόνο μόνος μου όταν
ήμουν μικρός.
Εξαιτίας αυτού, δε με
πειράζει και πολύ η μοναξιά, ειδικά όταν βρίσκομαι στο στούντιο και δουλεύω
πάνω στη μουσική. Η μοναξιά
μπορεί να μοιάζει φυσική και συχνά εκεί οι ιδέες παίρνουν μορφή.
Αγαπώ την Ευρώπη και
εκτιμώ τη μακρά Ιστορία της στα πολιτικά δικαιώματα και στις πολιτιστικές
ανταλλαγές.
Δυστυχώς, το πρώτο πράγμα
που έρχεται στο μυαλό σήμερα είναι η αίσθηση πως πολλά από αυτά τα δικαιώματα
και οι αξίες, που κατακτήθηκαν μέσα από μακρούς και δύσκολους αγώνες σε όλη την
ευρωπαϊκή Ιστορία, τώρα φαίνονται εύθραυστα και σε κίνδυνο.
Είναι μια ανησυχία η
οποία αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο σκέψης και εργασίας μου.
Συνεργάζεστε συχνά με τον
Rafael
Anton
Irisarri,
με τον οποίο θα δώσετε μια συναυλία στο γνώριμο Ωδείο Αθηνών την Παρασκευή 6
Φεβρουαρίου. Τι επιδιώκετε
στις συνεργασίες και τι βιώνετε σε αυτήν με τον κ. Irisarri;
Στις συνεργασίες, αναζητώ
το απροσδόκητο και την έκπληξη.
Μου αρέσει η ιδέα να
αφήνω κάτι σε μια πρόχειρη μορφή, μερικές φορές σχεδόν σε ατομικό επίπεδο, και
να αφήνω τον άλλον να προσθέτει κάτι σ’ αυτό, να αφαιρεί ή να το αναπτύσσει
περαιτέρω, μέχρι το κομμάτι να γίνει κάτι που δε θα μπορούσα ποτέ να πετύχω
μόνος μου.
Αυτό το στοιχείο της
εμπιστοσύνης και της ανοιχτότητας είναι προφανώς απαραίτητο για μένα σε κάθε
συνεργασία. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος εργασίας και τον απολαμβάνω όσο και
το να εργάζομαι μόνος μου.
Με τον Rafael έχουμε
αναπτύξει έναν πολύ φυσικό τρόπο συνεργασίας, καθώς συνειδητοποιήσαμε νωρίς ότι
εργαζόμαστε με παρόμοιο τρόπο, συχνά μάλιστα χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία.
Εξαιτίας αυτού, η
διαδικασία είναι πολύ ρευστή και δεν έχουμε την τάση να δουλεύουμε υπερβολικά.
Η δική μου πρακτική ίσως
επικεντρώνεται περισσότερο στα συνθεσάιζερ, ενώ αυτός δουλεύει κυρίως με
κιθάρες, αλλά η συνολική προσέγγιση και η ευαισθησία είναι πολύ κοντά.
Ως ακροατής της μουσικής
σας, έχω την τάση να βιώνω τον εαυτό μου σε μια υπερυψωμένη θέση κατά τη
διάρκεια της διαδικασίας - σαν να κάθομαι στην κορυφή ενός λόφου με θέα ένα
οικείο ή ένα άγνωστο τοπίο.
Αισθάνεστε ένα είδος ανάτασης
όταν συνθέτετε;
Όχι τόσο ανάταση, όσο μια
αίσθηση σύνδεσης.
Όταν η σύνθεση
λειτουργεί, υπάρχει μια συναισθηματική αντίδραση που νιώθω, η οποία μπορεί και
θα έπρεπε, φυσικά, να είναι διαφορετική ανάλογα με το είδος της μουσικής πάνω
στο οποίο δουλεύω εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.
Αυτή η συναισθηματική
αντίδραση είναι το κύριο πράγμα το οποίο αναζητώ.
Και τέλος, τι κρύβεται «πάνω
από όλα τα (ήσυχα) όνειρα», για να παραφράσω δύο από τις αγαπημένες μου
συνθέσεις σας; Τι
ονειρεύεστε πιο έντονα, ως μουσικός και ως άνθρωπος;
Ως πατέρας μιας μικρής
κόρης, ονειρεύομαι έναν αξιοπρεπή κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν
δικαιώματα και είναι σεβαστοί, και όπου η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που
πρέπει να φοβόμαστε αλλά κάτι το οποίο πρέπει να εκτιμούμε.
Ως μουσικός, ελπίζω να
συνεχίσω να δημιουργώ έργα που θα βρίσκουν απήχηση στους ανθρώπους.
Ως άνθρωπος, ελπίζω όλοι να
μπορέσουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους και, κάποια στιγμή στη ζωή τους, να
βρουν έναν τρόπο να τα κάνουν πραγματικότητα.
Ευχαριστώ θερμά
την Karen
Vogt
(Klang Signals) για την πολύτιμη
συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη
και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.
Ευχαριστώ ιδιαιτέρως
και τον καλλιτέχνη για τις σε βάθος απαντήσεις του.
Οι Rafael Anton Irisarri και Abul Mogard εμφανίζονται ζωντανά
την Παρασκευή
6 Φεβρουαρίου στις 9 στο Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο
«Ιωάννης Δεσποτόπουλος» (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19),
στο πλαίσιο των St
Paul’s Sessions 8.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου