Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Abul Mogard: «Για μένα, η δημιουργία μουσικής είναι μια φυσική διαδικασία»

 

Abul Mogard (Φωτογραφία: Iulia Alexandra Magheru)

Γνωστός για τα ατμοσφαιρικά άλμπουμ και τις καθηλωτικές ζωντανές εμφανίσεις του, ο Ιταλός Abul Mogard -κατά κόσμον Guido Zen- είναι από τους πιο πολυσχιδείς συνθέτες ορχηστρικής μουσικής.

Ενόψει της συναυλίας του με τον Rafael Anton Irisarri στις 6 Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, μοιράζεται εμπειρίες, σκέψεις και συναισθήματα.

Με γοητεύει η υιοθέτηση από μέρους σας της επινοημένης ταυτότητας ενός συνταξιούχου εργάτη χαλυβουργείου από το Βελιγράδι, ο οποίος δημιουργεί μουσική που θυμίζει τον χώρο εργασίας του.

Πώς γεννήθηκε και γιατί κατάγεται από το Βελιγράδι;

Δημιούργησα την περσόνα του Abul Mogard σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, γύρω στο 2010, όταν τόσο η προσωπική μου ζωή όσο και η μουσική μου δουλειά δεν πήγαιναν καλά.

Ένιωσα την ανάγκη να επινοήσω έναν χαρακτήρα που θα μου επέτρεπε να εργάζομαι με απόλυτη ελευθερία, χωρίς καμία σχέση με το προηγούμενο έργο μου.

Τον φανταζόμουν σαν καταγόμενο από το Βελιγράδι, ένα μέρος το οποίο με γοήτευε ακριβώς επειδή δεν είχα πάει ποτέ εκεί.

Υπήρχε κάτι το συναρπαστικό στην ιδέα ενός ηλικιωμένου άνδρα που έφτιαχνε αυτό το είδος μουσικής, αποκομμένο από οποιοδήποτε σύγχρονο πλαίσιο.

Η ιστορία αναπτύχθηκε αργότερα από την επί μακρόν οπτικοακουστική συνεργάτιδά μου, Marja de Sanctis, όταν κυκλοφόρησε η πρώτη κασέτα το 2012.

Η ιδέα ήταν αυτή ενός συνταξιούχου εργάτη εργοστασίου ο οποίος ανακατασκευάζει το δικό του περιβάλλον με τη βοήθεια της μουσικής, μια φιγούρα που αντιπροσωπεύει κάποιον ο οποίος αναζητά μια χαμένη ταυτότητα.

Οι ήχοι που χρησιμοποιεί θυμίζουν αμυδρά το εργοστάσιο, βοηθώντας τον να αναδημιουργήσει αυτήν την ανάμνηση και ένα αίσθημα ότι ανήκει κάπου.

Προετοιμάζω τις ερωτήσεις μου ακούγοντας την εξαιρετική τελευταία σας δουλειά, Quiet Pieces, και περιμένοντας καταιγίδα.

Καθώς το άλμπουμ μοιάζει με «αυτοπροσωπογραφία ήρεμων, στοχαστικών και διακριτικών εσωτερικών τοπίων που γίνονται ακουστά», πώς καταφέρνετε να κατευνάσετε τις εσωτερικές και εξωτερικές «καταιγίδες» και να τις «μεταφράσετε» σε τέτοια μουσική;

Κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια για το Quiet Pieces.

Για μένα, η δημιουργία μουσικής είναι μια φυσική διαδικασία και τη χρησιμοποιώ για να εκφράσω τα συναισθήματά μου, κάτι που βρίσκω πολύ πιο εύκολο από τη χρήση λέξεων.

Δουλεύω με ήχους, μελωδίες και αρμονίες και τα αντιμετωπίζω με έναν αρκετά ακραίο τρόπο, μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά τις αρχικές ιδέες σε σημείο που μερικές φορές δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμες.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η οποία μπορεί να είναι αρκετά γρήγορη, όπως στο κομμάτι Constantly slipping away, ή πολύ μεγάλη, όπως στο In a studded procession, φτάνω σε μια ακριβή στιγμή κατά την οποία η διαδικασία φαίνεται ισορροπημένη και ολοκληρωμένη.

Το Quiet Pieces είναι προϊόν ξαναδουλέματος αχρησιμοποίητου αρχειοθετημένου υλικού από προηγούμενα έργα και «μιας συλλογής δίσκων κλασικής μουσικής και οπερας 78 στροφών ενός μακαρίτη θείου».

Πώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία με την πάροδο του χρόνου;

Βρήκα αυτό το κουτί με παλιούς δίσκους 78 στροφών πριν από χρόνια, όταν επέστρεψα από το Λονδίνο, στα τέλη του 2019.

Τους έβγαλα από την ντουλάπα και τους τοποθέτησα στο στούντιο, με την ιδέα ότι μπορεί να τους χρησιμοποιήσω για κάποιο πρότζεκτ αργά ή γρήγορα.

Άρχισα να σαμπλάρω μικρά τμήματα των ηχογραφήσεων σε χαμηλότερες ταχύτητες, στις 33 στροφές/λεπτό, καθώς το πικάπ μου δεν παίζει στις 78, και να τα ηχογραφώ ήδη ενώ τα επεξεργαζόμουν μέσω του εξοπλισμού του στούντιο μου.

Κατά μία έννοια, δεν είχα ιδέα πώς ακουγόταν στην πραγματικότητα το πρωτότυπο υλικό και απλώς προσπάθησα να αποτυπώσω στιγμές τις οποίες βρήκα εμπνευσμένες.

Έκανα μερικά πρόχειρα σκίτσα και, ενώ δούλευα πάνω σε κάποιο άλλο αρχειακό υλικό που ήθελα να κυκλοφορήσω, συνειδητοποίησα ότι οι δύο ιδέες ήταν συμβατές.

Μπορούσα να χρησιμοποιήσω τους ήχους των 78 στροφών για να ολοκληρώσω τα παλαιότερα κομμάτια στα οποία δούλευα, καθώς παρείχαν ακριβώς την υφή και την ατμόσφαιρα η οποία ένιωθα ότι έλειπε.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο είναι «τραβηγμένη στον Ναό του Δία στο Ανξούρ, έναν αρχαιολογικό χώρο με θέα τη Μεσόγειο Θάλασσα». Πώς σχετίζεστε με την πνευματικότητα και τι λατρεύετε περισσότερο στη Μεσόγειο;

Παραδόξως, ποτέ δε θεώρησα τον εαυτό μου πνευματικό άτομο, αλλά φαίνεται ότι η μουσική μου συχνά συνδέεται με την πνευματικότητα.

Το εκτιμώ αυτό και νομίζω πως προέρχεται από την προσπάθεια να είμαι ειλικρινής και απλώς να μεταμορφώνω τα εσωτερικά μου συναισθήματα σε ήχο.

Η εικόνα της Marja de Sanctis επιλέχθηκε μετά την ολοκλήρωση του άλμπουμ και και οι δύο νιώσαμε ότι ταίριαζε φυσικά με τη μουσική.

Το μέρος βρίσκεται κοντά στην Τερρατσίνα, μια παλιά ρωμαϊκή πόλη με θέα στο Τυρρηνικό Πέλαγος, μέρος της Μεσογείου. Είναι ένα μέρος που μου αρέσει πολύ και, επειδή δεν είναι πολύ μακριά από το μέρος στο οποίο μεγάλωσα, μου φαίνεται οικείο.

Το Kimberlin είναι το soundtrack της πειραματικής ομώνυμης ταινίας του Duncan Whitley, η οποία γυρίστηκε στο Πόρτλαντ μετά το λεγόμενο «Brexit» και αντανακλά τη μοναξιά τόσο της τοποθεσίας όσο και της ιστορικής περιόδου.

Πώς αντιμετωπίζετε τη μοναξιά και ποιες είναι οι πρώτες λέξεις ή έννοιες που σας έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτεστε την Ευρώπη;

Νομίζω ότι είμαι κοινωνικό άτομο, αλλά όντας μοναχοπαίδι, περνούσα πολύ χρόνο μόνος μου όταν ήμουν μικρός.

Εξαιτίας αυτού, δε με πειράζει και πολύ η μοναξιά, ειδικά όταν βρίσκομαι στο στούντιο και δουλεύω πάνω στη μουσική. Η μοναξιά μπορεί να μοιάζει φυσική και συχνά εκεί οι ιδέες παίρνουν μορφή.

Αγαπώ την Ευρώπη και εκτιμώ τη μακρά Ιστορία της στα πολιτικά δικαιώματα και στις πολιτιστικές ανταλλαγές.

Δυστυχώς, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό σήμερα είναι η αίσθηση πως πολλά από αυτά τα δικαιώματα και οι αξίες, που κατακτήθηκαν μέσα από μακρούς και δύσκολους αγώνες σε όλη την ευρωπαϊκή Ιστορία, τώρα φαίνονται εύθραυστα και σε κίνδυνο.

Είναι μια ανησυχία η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο σκέψης και εργασίας μου.

Συνεργάζεστε συχνά με τον Rafael Anton Irisarri, με τον οποίο θα δώσετε μια συναυλία στο γνώριμο Ωδείο Αθηνών την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου. Τι επιδιώκετε στις συνεργασίες και τι βιώνετε σε αυτήν με τον κ. Irisarri;

Στις συνεργασίες, αναζητώ το απροσδόκητο και την έκπληξη.

Μου αρέσει η ιδέα να αφήνω κάτι σε μια πρόχειρη μορφή, μερικές φορές σχεδόν σε ατομικό επίπεδο, και να αφήνω τον άλλον να προσθέτει κάτι σ’ αυτό, να αφαιρεί ή να το αναπτύσσει περαιτέρω, μέχρι το κομμάτι να γίνει κάτι που δε θα μπορούσα ποτέ να πετύχω μόνος μου.

Αυτό το στοιχείο της εμπιστοσύνης και της ανοιχτότητας είναι προφανώς απαραίτητο για μένα σε κάθε συνεργασία. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος εργασίας και τον απολαμβάνω όσο και το να εργάζομαι μόνος μου.

Με τον Rafael έχουμε αναπτύξει έναν πολύ φυσικό τρόπο συνεργασίας, καθώς συνειδητοποιήσαμε νωρίς ότι εργαζόμαστε με παρόμοιο τρόπο, συχνά μάλιστα χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία.

Εξαιτίας αυτού, η διαδικασία είναι πολύ ρευστή και δεν έχουμε την τάση να δουλεύουμε υπερβολικά.

Η δική μου πρακτική ίσως επικεντρώνεται περισσότερο στα συνθεσάιζερ, ενώ αυτός δουλεύει κυρίως με κιθάρες, αλλά η συνολική προσέγγιση και η ευαισθησία είναι πολύ κοντά.

Ως ακροατής της μουσικής σας, έχω την τάση να βιώνω τον εαυτό μου σε μια υπερυψωμένη θέση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας - σαν να κάθομαι στην κορυφή ενός λόφου με θέα ένα οικείο ή ένα άγνωστο τοπίο.

Αισθάνεστε ένα είδος ανάτασης όταν συνθέτετε;

Όχι τόσο ανάταση, όσο μια αίσθηση σύνδεσης.

Όταν η σύνθεση λειτουργεί, υπάρχει μια συναισθηματική αντίδραση που νιώθω, η οποία μπορεί και θα έπρεπε, φυσικά, να είναι διαφορετική ανάλογα με το είδος της μουσικής πάνω στο οποίο δουλεύω εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αυτή η συναισθηματική αντίδραση είναι το κύριο πράγμα το οποίο αναζητώ.

Και τέλος, τι κρύβεται «πάνω από όλα τα (ήσυχα) όνειρα», για να παραφράσω δύο από τις αγαπημένες μου συνθέσεις σας; Τι ονειρεύεστε πιο έντονα, ως μουσικός και ως άνθρωπος;

Ως πατέρας μιας μικρής κόρης, ονειρεύομαι έναν αξιοπρεπή κόσμο, έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα και είναι σεβαστοί, και όπου η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε αλλά κάτι το οποίο πρέπει να εκτιμούμε.

Ως μουσικός, ελπίζω να συνεχίσω να δημιουργώ έργα που θα βρίσκουν απήχηση στους ανθρώπους.

Ως άνθρωπος, ελπίζω όλοι να μπορέσουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους και, κάποια στιγμή στη ζωή τους, να βρουν έναν τρόπο να τα κάνουν πραγματικότητα.

Ευχαριστώ θερμά την Karen Vogt (Klang Signals) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως και τον καλλιτέχνη για τις σε βάθος απαντήσεις του.

Οι Rafael Anton Irisarri και Abul Mogard εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου στις 9 στο Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19), στο πλαίσιο των St Pauls Sessions 8.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Shawn James: «Αυθεντικότητα είναι όταν καλλιτέχνης και τέχνη ευθυγραμμίζονται»

 


Με ελληνοαμερικανικές καταβολές, ο Shawn James δεν είναι ένας συνηθισμένος μπλούζμαν. Παρά τη νεαρή του ηλικία, η φωνή του ακούγεται σαν να ανήκει σε άλλη εποχή, ενώ ο ίδιος λατρεύει να παντρεύει διαφορετικά μουσικά είδη.

Κουβεντιάζουμε μαζί του ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας του το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου στο Piraeus Club Academy.

Γι’ αυτήν τη διαμεσολαβημένη συνάντηση, θα βασιστώ κυρίως στα δικά σου λόγια για έμπνευση.

Μισώ, άλλωστε, τον ναρκισσισμό των δημοσιογράφων οι οποίοι θέλουν να επιδεικνύονται μέσα από τις ερωτήσεις τους. Πώς, ως καλλιτέχνης, αποφεύγεις να πέσεις σ’ αυτήν την παγίδα;

Προσπαθώ να παραμένω συγκεντρωμένος στη δουλειά, αντί να είμαι εστιασμένος στα φώτα της δημοσιότητας. Τη στιγμή που αρχίζω να πιστεύω στον δικό μου μύθο, το έργο υποφέρει.

Γράφω με βάση την εμπειρία μου, με βάση οτιδήποτε με βαραίνει ή με εμπνέει, όχι από επιθυμία να εντυπωσιάσω.

Η δουλειά μου είναι να λέω την αλήθεια όσο καλύτερα μπορώ και να αφήνω τα τραγούδια να σταθούν μόνα τους. Όταν οι άνθρωποι συνδέονται με κάτι που έχω δημιουργήσει, αυτό είναι ένα δώρο, όχι μια ώθηση του εγώ μου.

Γυρνώντας πίσω στο παρελθόν: μεγάλωσες από Έλληνες μετανάστες. Τι είδους άνθρωποι ήταν; Τι έμαθες από αυτούς; Σου λείπει καθόλου εκείνη η περίοδος της ζωής σου;

Ο θετός μου πατέρας, λοιπόν, ήταν Έλληνας από την Ξάνθη. Η μητέρα μου ήταν Αμερικανίδα από το Σικάγο και ο βιολογικός μου πατέρας ήταν επίσης από το Σικάγο, αλλά πέθανε όταν ήμουν μικρός.

Οι γονείς μου ήταν εργατικοί, πεισματάρηδες, συναισθηματικοί άνθρωποι με τον καλύτερο και τον χειρότερο τρόπο... Κουβαλούσαν το βάρος και την υπερηφάνεια τη; καταγωγής τους και προσπάθησαν να χτίσουν κάτι καλύτερο για εμάς.

Από αυτούς έμαθα το θάρρος, την αφοσίωση και την ιδέα ότι η αγάπη επιδεικνύεται με πράξεις. Μου λείπουν μερικές φορές κομμάτια εκείνης της εποχής, αλλά λατρεύω επίσης τη ζωή που έχω δημιουργήσει ξεχωριστά.

Όντας παιδί σε ένα νοικοκυριό μεταναστών μπορεί να είναι χαοτικό, αλλά είναι επίσης γεμάτο χαρακτήρα και ένταση. Διαμόρφωσε την κοσμοθεωρία μου περισσότερο από όσο φανταζόμουν όταν ήμουν νεότερος.

«Αν και δεν ασπάζομαι πλέον καμία θρησκεία, εκτιμώ τις στιγμές που πέρασα και πώς με διαμόρφωσαν ώστε να γίνω αυτό που είμαι τώρα», ομολογείς.

Τι εκτιμάς περισσότερο από εκείνα τα πρώτα χρόνια και σε τι (ή σε ποιον/ποια) πιστεύεις περισσότερο αυτήν τη στιγμή;

Η θρησκεία μού έδωσε πρώιμη δομή τόσο με καλούς όσο και με κακούς τρόπους...

Μου έδωσε ιστορίες για το σωστό και το λάθος, για τη μεταμόρφωση και για την πιθανότητα κάτι μεγαλύτερου από τον εαυτό σου.

Δεν ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη πίστη τώρα, αλλά μπορώ να εκτιμήσω πώς αυτές οι πρώτες εμπειρίες βοήθησαν στη διαμόρφωση της ηθικής μου πυξίδας.

Σήμερα, πιστεύω στους ανθρώπους που δείχνουν καλοσύνη και ειλικρίνεια. Πιστεύω στην επίδραση την οποία έχουμε ο ένας στον άλλον. Αυτό είναι πιο απτό από οτιδήποτε άλλο.

Το καλύτερο που αποκόμισα από τη θρησκεία και την εκκλησία ήταν να βλέπω τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα προβλήματά τους με τη μουσική, σαν να έχυναν δηλητήριο από μέσα τους.

Ήταν κάτι έντονο και όμορφο και με δίδαξε πολλά.

«Ξεκίνησα να κυκλοφορώ τη δική μου μουσική το 2012 και δεν έχω σταματήσει από τότε. Παίζω ένα ευρύ φάσμα μουσικής, από φολκ μέχρι μπλουζ, r&b, gospel μέχρι ροκ, μέταλ και πολλά άλλα», συνεχίζεις.

Είναι, άρα, ο εκλεκτικισμός το (μουσικό) σου σπίτι;

Ναι, νομίζω ότι ο εκλεκτικισμός είναι το σπίτι μου. Ποτέ δεν ήθελα να ζω μέσα σε ένα συγκεκριμένο είδος.

Μεγαλώνοντας, μού άρεσε η μουσική: φολκ, μπλουζ, γκόσπελ, μέταλ, σόουλ.

Όλα αυτά κόλλησαν πάνω μου με διαφορετικούς τρόπους. Δεν τα προσεγγίζω ως στρατηγική. Απλώς έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλος και η καρδιά μου. Η μουσική είναι ένα μεγάλο τοπίο και μου αρέσει να περπατάω μέσα σ’ αυτό.

Η φωνή σου ακούγεται σαν να αναδύεται από μια άλλη εποχή.

Πόσο εναρμονισμένος είσαι με τον σύγχρονο κόσμο -καλλιτεχνικό ή μη- και σε ποιον βαθμό αυτοπροσδιορίζεσαι ως μέρος μιας συγκεκριμένης γενεαλογίας καλλιτεχνών ή καλλιτεχνικών τάσεων;

Κάποιοι μου λένε ότι η φωνή μου μοιάζει σαν να προέρχεται από κάποια άλλη εποχή, και ίσως αυτό να ισχύει. Αλλά ζω πολύ στο παρόν.

Εμπνέομαι από παλιές παραδόσεις, αλλά η ζωή και η δουλειά μου διαμορφώνονται από τους δικούς μου αγώνες και τους αγώνες, τον θόρυβο και την ταχύτητα αυτού του κόσμου.

Δε θεωρώ τον εαυτό μου ως ανήκοντα σε μια αυστηρή γενεαλογία, αλλά νιώθω συνδεδεμένος με καλλιτέχνες οι οποίοι ηγούνται με συναίσθημα και ειλικρίνεια, ανεξάρτητα από την εποχή.

«Βαριέμαι εύκολα και μου αρέσει να αναμιγνύω τα πράγματα», παραδέχεσαι. Λειτουργεί πάντα αυτή η «ανάμιξη»; Τι συμβαίνει αν/όταν δε λειτουργεί;

Το να αναμιγνύω τα πράγματα με εμποδίζει να νιώθω παγιδευμένος δημιουργικά. Άλλοτε λειτουργεί όμορφα, άλλοτε όχι.

Όταν κάτι αποτυγχάνει, μαθαίνω από αυτό. Προτιμώ να δοκιμάσω και να αποτύχω, παρά να επαναλάβω τον εαυτό μου μέχρι να ξεχαστώ. Η στασιμότητα με τρομάζει πολύ περισσότερο από ένα λάθος βήμα.

«Πάντα ήμουν το αουτσάιντερ, αφού ποτέ δεν είχα την υποστήριξη μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας, μιας μεγάλης εταιρείας μάρκετινγκ ή μιας τεράστιας εταιρείας δημοσίων σχέσεων και μου αρέσει πραγματικά. Έχω μάθει πολλά με τον δύσκολο τρόπο όντας σε αυτήν τη ‘βιομηχανία της μουσικής’», σχολιάζεις.

Πού κυρίως έγκειται η αποστροφή σου προς τη μουσική βιομηχανία; Μήπως την έχεις επανεξετάσει, ενόσω περιστασιακά απολαμβάνεις κάποια σεμνή εμπορική επιτυχία και ευρύτερη αναγνωρισιμότητα;

Η βιομηχανία συχνά δίνει προτεραιότητα στις τάσεις έναντι της αλήθειας. Μπορεί να πιέσει τους καλλιτέχνες να λειάνουν τις αιχμές τους για να ταιριάζουν σε ένα καλούπι.

Ποτέ δεν το ήθελα αυτό. Το να τα κάνω όλα ανεξάρτητα με ανάγκασε να μάθω κάθε πτυχή της δουλειάς. Ήταν δύσκολο κατά καιρούς, αλλά με έκανε και ανθεκτικό.

Έχω απολαύσει μικρές στιγμές αναγνώρισης; Απολύτως. Αλλά η επιτυχία δε διαγράφει τον σκεπτικισμό μου. Αν μη τι άλλο, ενισχύει το πόσο σημαντικό είναι να προστατεύεις την ταυτότητά σου αντί να κυνηγάς ό,τι θέλει η μηχανή.

«Αν θέλετε να ακούσετε έναν καλλιτέχνη που είναι αυθεντικός, γνήσιος και πρωτότυπος, τότε έχετε έρθει στο σωστό μέρος», μας προσκαλείς.

Πώς ορίζεις την «αυθεντικότητα», έναν πολύ δυσφημισμένο όρο, στην απογοητευτικά ομογενοποιημένη εποχή μας;

Για μένα, αυθεντικότητα είναι όταν ο καλλιτέχνης και η τέχνη ευθυγραμμίζονται. Χωρίς τεχνάσματα, χωρίς να προσποιείσαι ότι είσαι κάτι που δεν είσαι. Σημαίνει να λες την αλήθεια για το ποιος είσαι, ακόμα και όταν είναι ακατάστατο ή ευάλωτο.

Σε έναν κόσμο ο οποίος προσπαθεί να ισοπεδώσει τα πάντα σε βαθμό ομοιομορφίας, το να είσαι αυθεντικός είναι σχεδόν μια επανάσταση. Οι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν πότε κάτι είναι αληθινό. Δεν μπορείς να το προσποιηθείς.

Φέτος γίνεσαι 40. Πώς νιώθεις μεγαλώνοντας σε έναν τόσο ζοφερό και άθλιο κόσμο; Τι σε κρατάει σε εγρήγορση; Και τι μπορούμε να περιμένουμε να ζήσουμε στη συναυλία σου στην Αθήνα το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου;

Αισθάνομαι τον κόσμο βαρύ μερικές φορές. Δε θα το αρνηθώ αυτό.

Αλλά η δημιουργία μού δίνει σκοπό. Το ίδιο και η σύνδεση με ανθρώπους που βρίσκουν τον εαυτό τους στη μουσική μου.

Το να βλέπω πώς ένα τραγούδι μπορεί να συγκινήσει κάποιον ή να τον βοηθήσει να ξεπεράσει κάτι με κρατάει σε εγρήγορση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Όσο για το ότι γίνομαι 40 ετών, προσπαθώ να το δω ως προνόμιο, ως μια ευκαιρία να συνεχίσω να εξελίσσομαι.

Και για τη συναυλία στην Αθήνα... Περιμένετε ένταση, ευαλωτότητα και πολλή καρδιά και ψυχή. Είμαι ενθουσιασμένος που θα φέρω όλα όσα έχω ζήσει και όλα όσα γίνομαι σε αυτό το στάδιο.

Αν κάνω σωστά τη δουλειά μου, θα φύγουμε από εκεί νιώθοντας κάτι αληθινό.

Ευχαριστώ θερμά την Michelle Mavrides (Veritas Music Management) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

O Shawn James εμφανίζεται ζωντανά το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου στο Piraeus Club Academy (Πειραιώς 105, Αθήνα).